ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄ (Μασ. Χρονικών Α)

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 1

 

Α Παραλ. 1,1      Ἀδάμ, Σήθ, Ἐνώς,

Α Παραλ. 1,1            Ο Αδάμ, ο Σηθ, ο Ενώς,

Α Παραλ. 1,2      Καϊνᾶν, Μαλελεήλ, Ἰάρεδ,

Α Παραλ. 1,2            ο Καϊνάν, ο Μαλελεήλ, ο Ιάρεδ,

Α Παραλ. 1,3      Ἐνώχ, Μαθουσάλα, Λάμεχ,

Α Παραλ. 1,3            ο Ενώχ, ο Μαθουσάλα, ο Λαμεχ,

Α Παραλ. 1,4      Νῶε. υἱοὶ Νῶε· Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ.

Α Παραλ. 1,4            ο Νώε, οι υιοί του Νώε, ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ.

Α Παραλ. 1,5      υἱοὶ Ἰάφεθ· Γαμέρ, Μαγώγ, Μαδαΐμ, Ἰωϋάν, Ἑλισά, Θοβέλ, Μοσὸχ καὶ Θίρας.

Α Παραλ. 1,5            Οι υιοί του Ιάφεθ ήσαν· ο Γαμέρ, ο Μαγώγ, ο Μαδαΐμ, ο Ιωϋάν, ο Ελισά, ο Θοβέλ, ο Μοσόχ και ο Θιρας.

Α Παραλ. 1,6      καὶ οἱ υἱοὶ Γαμέρ· Ἀσχανὰζ καὶ Ῥιφὰθ καὶ Θοργαμά.

Α Παραλ. 1,6            Οι υιοι του Γαμέρ ήσαν· ο Ασχανάζ, ο Ριφάθ και ο Θοργαμά.

Α Παραλ. 1,7      καὶ οἱ υἱοὶ Ἰωϋάν· Ἑλισὰ καὶ Θαρσίς, Κίτιοι καὶ Ῥόδιοι.

Α Παραλ. 1,7            Οι υιοί του Ιωϋάν ήσαν· ο Ελισά, ο Θαρσίς, οι Κιτιοι και οι Ροδιοι.

Α Παραλ. 1,8      καὶ οἱ υἱοὶ Χάμ· Χοὺς καὶ Μεσραΐμ, Φούδ, καὶ Χαναάν.

Α Παραλ. 1,8            Οι υιοί του Χαμ ήσαν· ο Χούς, ο Μεσραΐμ, ο Φουδ και ο Χαναάν.

Α Παραλ. 1,9      καὶ υἱοὶ Χούς· Σαβὰ καὶ Εὐιλὰ καὶ Σαβαθὰ καὶ Ῥεγμά, καὶ Σεβεθαχά. καὶ υἱοὶ Ῥεγμά· Σαβὰ καὶ Δαδάν.

Α Παραλ. 1,9            Οι υιοί του Χους ήσαν· ο Σαβά, ο Ευιλά, ο Σαβαθα, ο Ρεγμά και ο Σεβεθαχά. Οι υιοί του Ρεγμά ήσαν· ο Σαβά και ο Δαδάν.

Α Παραλ. 1,10    καὶ Χοὺς ἐγέννησε τὸν Νεβρώδ· οὗτος ἤρξατο εἶναι γίγας κυνηγὸς ἐπὶ τῆς γῆς.

Α Παραλ. 1,10          Ο Χους εγέννησε τον Νεδρώδ. Αυτός υπήρξε γίγας ονομαστός κυνηγός εις την χώραν του.

Α Παραλ. 1,11    [Καὶ Μεσραΐμ ἐγέννησε τοὺς Λωδιεὶμ καὶ τοὺς Ἀναμιεὶμ καὶ τοὺς Λαβεὶν καὶ τοὺς Νεφθαλὶμ

Α Παραλ. 1,11           Ο Μεσραΐμ εγέννησε τους Λωδιείμ, τους Αναμιείμ, τους Λαβείν και τους Νεφθαλίμ,

Α Παραλ. 1,12    καὶ τοὺς Πατροσωνιεὶμ καὶ τοὺς Χασλωνιείμ, ὅθεν ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν Φυλιστιείμ, καὶ τοὺς Χαφοριεὶμ

Α Παραλ. 1,12          τους Πατροσωνιείμ, τους Χασλωνιείμ, από αυτούς δε προήλθον οι Φιλισταίοι, και τους Χαφοριείμ.

Α Παραλ. 1,13    καὶ Χαναὰν ἐγέννησε τὸν Σιδῶνα πρωτότοκον καὶ τὸν Χετταῖον

Α Παραλ. 1,13          Ο Χαναάν εγέννησε τον πρωτοτόκον υιόν του, τον Σιδώνα, και τον Χετταίον,

Α Παραλ. 1,14    καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον καὶ τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ τὸν Γεργεσαῖον

Α Παραλ. 1,14          τον Ιεβουσαίον, τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον,

Α Παραλ. 1,15    καὶ τὸν Εὐαῖον καὶ τὸν Ἀρουκαῖον καὶ τὸν Ἀσενναῖον

Α Παραλ. 1,15          τον Ευαίον, τον Αρουκαίον, τον Ασενναίον,

Α Παραλ. 1,16    καὶ τὸν Ἀράδιον καὶ τὸν Σαμαραῖον καὶ τὸν Ἀμαθί.]

Α Παραλ. 1,16          τον Αράδιον, τον Σαμαραίον και τον Αμαθί.

Α Παραλ. 1,17    υἱοὶ Σήμ· Αἰλὰμ καὶ Ἀσσοὺδ καὶ Ἀρφαξάδ.

Α Παραλ. 1,17          Οι υιοί του Σημ ήσαν· ο Αιλάμ, ο Ασσούδ και ο Αρφαξάδ.

Α Παραλ. 1,18    [Καὶ Ἀρφαξὰδ ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν, καὶ Καϊνᾶν ἐγέννησε τὸν Σαλά, καὶ Σαλὰ ἐγέννησε τὸν Ἐβέρ,

Α Παραλ. 1,18          Ο Αρφαξάδ εγέννησε τον Καϊνάν, ο Καϊνάν εγέννησε τον Σαλά και ο Σαλά εγέννησε τον Εβέρ.

Α Παραλ. 1,19    καὶ τῷ Ἐβὲρ ἐγεννήθησαν δύο υἱοί· ὄνομα τῷ ἑνὶ Φαλέκ, ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ διεμερίσθη ἡ γῆ, καὶ ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἰεκτάν.

Α Παραλ. 1,19          Ο Εβέρ απέκτησε δύο υιούς· ο πρώτος ωνομάζετο Φαλέκ· του εδόθη δε αυτό το όνομα, διότι επί των ημερών του εχωρίσθησαν οι άνθρωποι μεταξύ των και διεσκορπίσθησαν. Ο δε αδελφός του ωνομάσθη Ιεκτάν.

Α Παραλ. 1,20    καὶ Ἰεκτὰν ἐγέννησε τὸν Ἐλμωδὰδ καὶ τὸν Σαλὲφ καὶ τὸν Ἀραμὼθ

Α Παραλ. 1,20         Ο Ιεκτάν εγέννησε τον Ελμωδάδ, τον Σαλέφ και τον Αραμώθ,

Α Παραλ. 1,21    καὶ τὸν Κεδουρὰν καὶ τὸν Αἰγὴν καὶ τὸν Δεκλὰμ

Α Παραλ. 1,21          τον Κεδουράν, τον Αιγήν, τον Δεκλάμ,

Α Παραλ. 1,22    καὶ τὸν Γεμιὰν καὶ τὸν Ἀβιμέκλ καὶ τὸν Σαβὰν

Α Παραλ. 1,22         τον Γεμιάν, τον Αβιμέκλ και τον Σαβάν,

Α Παραλ. 1,23    καὶ τὸν Οὐφεὶρ καὶ τὸν Εὐὶ καὶ τὸν Ὠράμ· πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰεκτάν.

Α Παραλ. 1,23         και τον Ουφείρ, τον Ευί και τον Ωράμ. Ολοι αυτοί ήσαν παιδιά του Ιεκτάν.

Α Παραλ. 1,24    υἱοὶ Σήμ· Αἰλὰμ καὶ Ἀσοὺρ καὶ Ἀρφαξάδ.]

Α Παραλ. 1,24         Οι υιοί δε και απόγονοι του Σημ ήσαν ο Αιλάμ, ο Ασούρ, ο Αρφαξάδ, ο Σαλά,

Α Παραλ. 1,24    Σαλά,

Α Παραλ. 1,24         Σαλά,

Α Παραλ. 1,25    Ἔβερ, Φαλέγ, Ῥαγαῦ,

Α Παραλ. 1,25         ο Εβερ, ο Φαλέγ, ο Ραγαύ,

Α Παραλ. 1,26    Σερούχ, Νεχώρ, Θάρα,

Α Παραλ. 1,26         ο Σερούχ, ο Ναχώρ, ο Θαρα

Α Παραλ. 1,27    Ἁβραάμ.

Α Παραλ. 1,27         και ο Αβραάμ.

Α Παραλ. 1,28    υἱοὶ δὲ Ἁβραάμ· Ἰσαὰκ καὶ Ἰσμαήλ.

Α Παραλ. 1,28         Οι υιοί δε του Αβραάμ ήσαν ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ.

Α Παραλ. 1,29    αὗται δὲ αἱ γενέσεις πρωτοτόκου Ἰσμαήλ· Ναβαιὼθ καὶ Κηδάρ, Ναβδεήλ, Μαβσάμ,

Α Παραλ. 1,29         Οι απόγονοι του πρωτοτόκου υιού του Αβραάμ του Ισμαήλ ήσαν ο Ναβαιώθ, ο Κηδάρ, ο Ναβδεήλ, ο Μαβσάμ,

Α Παραλ. 1,30    Μασμά, Ἰδουμά, Μασσή, Χονδάν, Θαιμάν,

Α Παραλ. 1,30         ο Μασμά, ο Ιδουμά, ο Μασσή, ο Χονδάν, ο Θαιμάν,

Α Παραλ. 1,31    Ἰεττούρ, Ναφὲς καὶ Κεδμά. οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Ἰσμαήλ.

Α Παραλ. 1,31          ο Ιεττούρ, ο Ναφές και ο Κεδμά. Αυτοί είναι απόγονοι του Ισμαήλ.

Α Παραλ. 1,32    καὶ υἱοὶ Χεττούρας παλλακῆς Ἁβραάμ· καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ζεμβράμ, Ἰεξάν, Μαδιάμ, Μαδάμ, Σοβάκ, Σωέ. καὶ υἱοὶ Ἰεξάν· Δαιδὰν καὶ Σαβά.

Α Παραλ. 1,32         Οι υιοί δε της Χεττούρας, συζύγου δευτέρας σειράς του Αβραάμ, τους οποίους αυτή εγέννησε με τον Αβραάμ ήσαν ο Ζεμβράμ, ο Ιεξάν, ο Μαδιάμ, ο Μαδάμ, ο Σοβάκ και ο Σωέ. Οι υιοί δε του Ιεξάν ήσαν ο Δαιδάν και ο Σαβά.

Α Παραλ. 1,33    καὶ υἱοὶ Μαδιάμ· Γαιφὰρ καὶ Ὀφὲρ καὶ Ἐνὼχ καὶ Ἀβιδὰ καὶ Ἐλλαδά. πάντες οὗτοι υἱοὶ Χεττούρας.

Α Παραλ. 1,33          Οι υιοί δε του Μαδιάμ ήσαν ο Γαιφάρ, ο Οφέρ, ο Ενώχ, ο Αβιδά και ο Ελλαδά. Ολοι αυτοί ήσαν υιοί και απόγονοι της Χεττούρας.

Α Παραλ. 1,34    καὶ ἐγέννησεν Ἁβραὰμ τὸν Ἰσαάκ. καὶ υἱοὶ Ἰσαάκ· Ἰακὼβ καὶ Ἡσαῦ.

Α Παραλ. 1,34         Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, οι υιοί δε του Ισαάκ ήσαν ο Ιακώβ, και ο Ησαύ.

Α Παραλ. 1,35    υἱοὶ Ἡσαῦ· Ἐλιφὰζ καὶ Ῥαγουὴλ καὶ Ἰεοὺλ καὶ Ἰεγλὸμ καὶ Κορέ.

Α Παραλ. 1,35          Οι υιοί του Ησαύ ήσαν ο Ελιφάζ, ο Ραγουήλ, ο Ιεούλ, ο Ιεγλόμ και ο Κορέ.

Α Παραλ. 1,36    υἱοὶ Ἐλιφάζ· Θαιμὰν καὶ Ὠμάρ, Σωφὰρ καὶ Γοωθὰμ καὶ Κενὲζ καὶ τῆς Θαμνὰ Ἀμαλήκ.

Α Παραλ. 1,36         Οι υιοί δε του Ελιφάζ ήσαν ο Θαιμάν, ο Ωμάρ, ο Σωφάρ, ο Γοωθάμ, ο Κενέζ και εκ της Θαμνά, συζύγου του δευτέρας σειράς, ο Αμαλήκ.

Α Παραλ. 1,37    καὶ υἱοὶ Ῥαγουήλ· Ναχές, Ζαρέ, Σομὲ καὶ Μοζέ.

Α Παραλ. 1,37          Οι υιοί του Ραγουήλ ήσαν ο Ναχές, ο Ζαρέ, ο Σομέ και ο Μοζέ.

Α Παραλ. 1,38    υἱοὶ Σηΐρ· Λωτάν, Σωβάλ, Σεβεγών, Ἀνά, Δησών, Ὡσὰρ καὶ Λισάν.

Α Παραλ. 1,38         Οι υιοί του Σηΐρ ήσαν ο Λωτάν, ο Σωβάλ, ο Σεβεγών, ο Ανά, ο Δησών, ο Ωσάρ και ο Λισάν.

Α Παραλ. 1,39    καὶ υἱοὶ Λωτάν· Χοῤῥὶ καὶ Αἰμάν, ἀδελφὴ δὲ Λωτὰν Θαμνά.

Α Παραλ. 1,39         Οι υιοί του Λωτάν ήσαν ο Χορρί και ο Αιμάν. Αδελφή δε του Λωτάν ήτο η Θαμνά.

Α Παραλ. 1,40    υἱοὶ Σωβάλ· Γωλάμ, Μαναχάθ, Γαιβήλ, Σὼβ καὶ Ὠνάν. υἱοὶ δὲ Σεβεγών· Ἀϊὰ καὶ Ἀνά.

Α Παραλ. 1,40         Υιοί του Σωβάλ ήσαν ο Γωλάμ, ο Μαναχάθ, ο Γαιβήλ, ο Σωβ, και ο Ωνάν. Υιοί δε του Σεβεγών ήσαν ο Αϊά και ο Ανά.

Α Παραλ. 1,41    υἱοὶ Ἀνά· Δαισών. υἱοὶ δὲ Δαισών· Ἐμερὼν καὶ Ἐσεβὰν καὶ Ἰεθρὰν καὶ Χαῤῥάν.

Α Παραλ. 1,41          Υιός δε του Ανά ήτο εις, ο Δαισών. Υιοί δε του Δαισών ήσαν ο Εμερών, ο Εσεβάν, ο Ιεθράν και ο Χαρράν.

Α Παραλ. 1,42    καὶ υἱοὶ Ὡσάρ· Βαλαὰμ καὶ Ζουκὰμ καὶ Ἰωκάν. υἱοὶ Δαισάν· Ὢς καὶ Ἀράν.

Α Παραλ. 1,42         Υιοί δε του Ωσάρ ήσαν ο Βαλαάμ, ο Ζουκάμ και ο Ιωκάν. Υιοί του Δαισάν ήσαν ο Ως και ο Αράν.

Α Παραλ. 1,43    καὶ οὗτοι οἱ βασιλεῖς αὐτῶν· Βαλὰκ υἱὸς Βεώρ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Δενναβά.

Α Παραλ. 1,43         Οι δε βασιλείς αυτών, των Ιδουμαίων, ήσαν ο Βαλάκ, ο υιός του Βεώρ. Η πόλις δέ, όπου αυτός κατοικούσεν, ωνομάζετο Δενναβά.

Α Παραλ. 1,44    καὶ ἀπέθανε Βαλάκ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἰωβὰβ υἱὸς Ζαρὰ ἐκ Βοσόῤῥας.

Α Παραλ. 1,44         Ο Βαλάκ απέθανε και αντ' αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιωβάβ, ο οποίος ήτο υιός του Ζαρά εκ της Βοσόρρας.

Α Παραλ. 1,45    καὶ ἀπέθανεν Ἰωβάβ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἀσὸμ ἐκ γῆς Θαιμανών.

Α Παραλ. 1,45         Ο Ιωβάβ απέθανε και αντ' αυτού έγινε βασιλεύς ο Ασόμ, ο οποίος κατήγετο από την χώραν Θαιμανών.

Α Παραλ. 1,46    καὶ ἀπέθανεν Ἀσόμ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἀδὰδ υἱὸς Βαρὰδ ὁ πατάξας Μαδιὰμ ἐν τῷ πεδίῳ Μωάβ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Γεθθαίμ.

Α Παραλ. 1,46         Ο Ασόμ απέθανε και αντ' αυτού έγινε βασιλεύς ο Αδάδ, ο υιός του Βαράδ, ο οποίος είχε πολεμήσει και κτυπήσει τους Μαδιανίτας εις την πεδιάδα της Μωάβ. Η πόλις δέ, όπου αυτός έμενεν ωνομάζετο Γεθθαίμ.

Α Παραλ. 1,47    καὶ ἀπέθανεν Ἀδάδ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Σεβλὰ ἐκ Μασεκκᾶς.

Α Παραλ. 1,47         Ο Αδάδ απέθανε και αντ' αυτού έγινε βασιλεύς ο Σεβλά, ο οποίος κατήγετο από την Μασεκκά.

Α Παραλ. 1,48    καὶ ἀπέθανε Σεβλά, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Σαοὺλ ἐκ Ῥοωβὼθ τῆς παρὰ ποταμόν.

Α Παραλ. 1,48         Μετά τον θάνατον του Σεβλά έγινε βασιλεύς αντ' αυτού ο Σαούλ, ο οποίος κατήγετο από την πόλιν Ροωβώθ, την κειμένην πλησίον ενός ποταμού.

Α Παραλ. 1,49    καὶ ἀπέθανε Σαούλ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Βαλαεννὼρ υἱὸς Ἀχοβώρ.

Α Παραλ. 1,49         Ο Σαούλ απέθανε και αντ' αυτού βασιλεύς έγινεν ο Βαλαεννώρ ο υιός του Αχοβώρ.

Α Παραλ. 1,50    καὶ ἀπέθανε Βαλαεννώρ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἀδὰδ υἱὸς Βαράδ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Φογώρ.

Α Παραλ. 1,50         Ο Βαλαεννώρ απέθανε και εβασίλευσεν αντ' αυτού ο Αδάδ, ο υιός του Βαράδ. Η δε πόλις, εις την οποίαν αυτός κατοικούσε, ωνομάζετο Φογώρ.

Α Παραλ. 1,51    ἡγεμόνες Ἐδώμ· ἡγεμὼν Θαμνά, ἡγεμὼν Γωλαδά, ἡγεμὼν Ἰεθέρ,

Α Παραλ. 1,51          Μετά δε τον θάνατον αυτού ηγεμόνες της Ιδουμαίας ήσαν ο ηγεμών της Θαμνά, ο ηγεμών της Γωλαδά, ο ηγεμών της Ιεθέρ,

Α Παραλ. 1,52    ἡγεμὼν Ἐλιβαμάς, ἡγεμὼν Ἠλάς, ἡγεμὼν Φινών,

Α Παραλ. 1,52         ο ηγεμών της Ελιβαμάς, ο ηγεμών της Ηλάς, ο ηγεμών της Φινών,

Α Παραλ. 1,53    ἡγεμὼν Κενέζ, ἡγεμὼν Θαιμάν, ἡγεμὼν Μαβσάρ, ἡγεμὼν Μαγεδιήλ, ἡγεμὼν Ζαφωΐν. οὗτοι ἡγεμόνες Ἐδώμ.

Α Παραλ. 1,53          ο ηγεμών της Κενέζ, ο ηγεμών της Θαιμάν, ο ηγεμών της Μαβσάρ, ο ηγεμών της Μαγεδιήλ, ο ηγεμών της Ζαφωΐν. Αυτοί ήσαν ηγεμόνες των περιοχών της Ιδουμαίας.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 2

 

Α Παραλ. 2,1      Ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ· Ῥουβήν, Συμεών, Λευί, Ἰούδα, Ἰσσάχαρ, Ζαβουλών,

Α Παραλ. 2,1            Αυτά δε ήσαν τα ονόματα των υιών του Ιακώβ· Ρουβήν, Συμεών, Λευι, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών,

Α Παραλ. 2,2      Δάν, Ἰωσήφ, Βενιαμίν, Νεφθαλί, Γάδ, Ἀσήρ.

Α Παραλ. 2,2           Δαν, Ιωσήφ, Βενιαμίν, Νεφθαλί, Γαδ, και Ασήρ.

Α Παραλ. 2,3      υἱοὶ Ἰούδα· Ἤρ, Αὐνάν, Σηλώμ, τρεῖς ἐγεννήθησαν αὐτῷ ἐκ τῆς θυγατρὸς Σαύας τῆς Χανανίτιδος. καὶ ἦν Ἢρ ὁ πρωτότοκος Ἰούδα πονηρὸς ἐναντίον Κυρίου, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτόν.

Α Παραλ. 2,3           Υιοί του Ιούδα ήσαν· ο Ηρ, ο Αυνάν, ο Σηλώμ. Τους τρεις αυτούς απέκτησεν ο Ιούδας εκ της συζύγου του, θυγατρός της Σαύας της Χανανίτιδος. Ο Ηρ, ο πρωτοτόκος υιός του Ιούδα, εδείχθη κακός ενώπιον του Κυρίου, ο δε Κυριος τον εθανάτωσε.

Α Παραλ. 2,4      καὶ Θάμαρ ἡ νύμφη αὐτοῦ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά. πάντες υἱοὶ Ἰούδα πέντε.

Α Παραλ. 2,4           Η νύμφη του Ιούδα η Θαμαρ εγέννησε δια του Ιούδα τον Φαρές και τον Ζαρά. Και έτσι όλοι οι υιοί του Ιούδα ήσαν πέντε.

Α Παραλ. 2,5      υἱοὶ Φαρές· Ἐσρὼμ καὶ Ἰεμουήλ.

Α Παραλ. 2,5           Υιοί του Φαρές ήσαν· ο Εσρώμ και ο Ιεμουήλ.

Α Παραλ. 2,6      καὶ υἱοὶ Ζαρά· Ζαμβρὶ καὶ Αἰθὰν καὶ Αἰμὰν καὶ Καλχὰλ καὶ Δαράδ, πάντες πέντε.

Α Παραλ. 2,6           Υιοί του Ζαρά ήσαν ο Ζαμβρί, ο Αιθάν, ο Αιμάν, ο Καλχάλ και ο Δαράδ, πέντε εν όλω.

Α Παραλ. 2,7      καὶ υἱοὶ Χαρμί· Ἄχαρ ὁ ἐμποδοστάτης Ἰσραήλ, ὃς ἠθέτησεν εἰς τὸ ἀνάθεμα.

Α Παραλ. 2,7           Υιός του Χαρμί ήτο ο Αχαρ, εμπόδιον και σκανδαλοποιός εν μέσω του ισραηλιτικού λαού, ο οποίος κατεδολιεύθη αφιερώματα του Κυρίου.

Α Παραλ. 2,8      καὶ υἱοὶ Αἰθάν, Ἀζαρίας.

Α Παραλ. 2,8           Υιοί του Αιθάν ήσαν ένας, ο Αζαρίας.

Α Παραλ. 2,9      καὶ υἱοὶ Ἐσρώμ, οἳ ἐτέχθησαν αὐτῷ· ὁ Ἱεραμεὴλ καὶ ὁ Ἀρὰμ καὶ ὁ Χαλέβ.

Α Παραλ. 2,9           Υιοί δε του Εσρώμ, τους οποίους αυτός απέκτησεν, ήσαν ο Ιεραμεήλ, ο Αράμ και ο Χαλέβ.

Α Παραλ. 2,10    καὶ Ἀρὰμ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ Ἀμιναδὰβ ἐγέννησε τὸν Ναασσὼν ἄρχοντα οἴκου Ἰούδα,

Α Παραλ. 2,10         Ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών, άρχοντα μιας φυλής του Ιούδα.

Α Παραλ. 2,11    καὶ Ναασσὼν ἐγέννησε τὸν Σαλμών, καὶ Σαλμὼν ἐγέννησε τὸν Βοόζ,

Α Παραλ. 2,11          Ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών, ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ,

Α Παραλ. 2,12    καὶ Βοὸζ ἐγέννησε τὸν Ὠβήδ, καὶ Ὠβὴδ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,

Α Παραλ. 2,12         Ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ, και ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί.

Α Παραλ. 2,13    καὶ Ἰεσσαὶ ἐγέννησε τὸν πρωτότοκον αὐτοῦ τὸν Ἐλιάβ· Ἀμιναδὰβ ὁ δεύτερος, Σαμαὰ ὁ τρίτος,

Α Παραλ. 2,13         Ο Ιεσσαί εγέννησε πρωτότοκον αυτού οίον τον Ελιάβ. Δεύτερος υιός του Ιεσσαί ήτο ο Αμιναδάβ, τρίτος ο Σαμαά,

Α Παραλ. 2,14    Ναθαναὴλ ὁ τέταρτος, Ζαδδαΐ ὁ πέμπτος,

Α Παραλ. 2,14         τέταρτος ο Ναθαναήλ, πέμπτος ο Ζαδδαΐ,

Α Παραλ. 2,15    Ἀσὸμ ὁ ἕκτος, Δαυὶδ ὁ ἕβδομος,

Α Παραλ. 2,15         έκτος ο Ασόμ, έβδομος δε ο Δαυίδ.

Α Παραλ. 2,16    καὶ ἡ ἀδελφὴ αὐτῶν Σαρουία καὶ Ἀβιγαία· καὶ υἱοὶ Σαρουία· Ἀβισὰ καὶ Ἰωὰβ καὶ Ἀσαήλ, τρεῖς.

Α Παραλ. 2,16         Αδελφαί δε αυτών ήσαν η Σαρουία και η Αβιγαία. Υιοί της Σαρουίας ήσαν· ο Αβεσά, ο Ιωάβ και ο Ασαήλ, τρεις εν όλω.

Α Παραλ. 2,17    καὶ Ἀβιγαία ἐγέννησε τὸν Ἀμεσσά· καὶ πατὴρ Ἀμεσσὰ Ἰοθὸρ ὁ Ἰσμαηλίτης.

Α Παραλ. 2,17         Η Αβιγαία εγέννησε τον Αμεσσά, πατήρ δε του Αμεσσά ήτο ο Ιοθόρ ο Ισμαηλίτης.

Α Παραλ. 2,18    καὶ Χαλὲβ υἱὸς Ἐσρὼμ ἔλαβε τὴν Γαζουβὰ γυναῖκα καὶ τὴν Ἱεριώθ. καὶ οὗτοι υἱοὶ αὐτῆς· Ἰασὰρ καὶ Σουβὰβ καὶ Ὀρνά.

Α Παραλ. 2,18         Ο Χαλέβ, ο υιός του Εσρώμ, επήρεν ως σύζυγον την Γαζουβά και την Ιεριώθ. Υιοί της Γαζουβά ήσαν ο Ιασάρ, ο Σουβάβ και ο Ορνά.

Α Παραλ. 2,19    καὶ ἀπέθανε Γαζουβά, καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ Χαλὲβ τὴν Ἐφράθ, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ὤρ·

Α Παραλ. 2,19         Η Γαζουβά απέθανε και ο Χαλέβ επήρε ως σύζυγόν του την Εφράθ. Αυτή δε εγέννησεν εις αυτόν τον Ωρ.

Α Παραλ. 2,20    καὶ Ὢρ ἐγέννησε τὸν Οὐρί, καὶ Οὐρὶ ἐγέννησε τὸν Βεσελεήλ.

Α Παραλ. 2,20        Ο Ωρ εγέννησε τον Ουρί, ο Ουρί εγέννησε τον Βεσελεήλ.

Α Παραλ. 2,21    καὶ μετὰ ταῦτα εἰσῆλθεν Ἐσρὼν πρὸς τὴν θυγατέρα Μαχὶρ πατρὸς Γαλαάδ, καὶ οὗτος ἔλαβεν αὐτήν, καὶ αὐτὸς ἑξηκονταπέντε ἐτῶν ἦν. καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Σερούχ.

Α Παραλ. 2,21         Μετά ταύτα ο Εσρών ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μαχίρ, ο οποίος ήτο πατήρ των κατοίκων της χώρας Γαλαάδ. Ο Εσρών εις ηλικίαν εξήκοντα πέντε ετών ενυμφεύθη αυτήν. Αυτή δε εγέννησεν εις αυτήν τον Σερούχ.

Α Παραλ. 2,22    καὶ Σεροὺχ ἐγέννησε τὸν Ἰαΐρ. καὶ ἦσαν αὐτῷ εἴκοσι καὶ τρεῖς πόλεις ἐν τῇ Γαλαάδ.

Α Παραλ. 2,22        Ο Σερούχ εγέννησε τον Ιαΐρ. Εις τον Ιαΐρ ανήκον είκοσι τρεις πόλεις της χώρας Γαλαάδ.

Α Παραλ. 2,23    καὶ ἔλαβε Γεδσοὺρ καὶ Ἀρὰμ τὰς κώμας Ἰαΐρ ἐξ αὐτῶν, τὴν Κανὰθ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς, ἑξήκοντα πόλεις· πᾶσαι αὗται υἱῶν Μαχὶρ πατρὸς Γαλαάδ.

Α Παραλ. 2,23         Ο Γεδσούρ και ο Αράμ κατέλαβον από τας πόλστου Ιαΐρ την πόλιν Κανάθ και τας γύρω από αυτήν κώμας, εν όλω εξήκοντα πύλεις. Ολαι αυταί αι πόλεις ανήκον στους υιούς του Μαχίρ του πατρός της χώρας Γαλαάδ.

Α Παραλ. 2,24    καὶ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἐσρὼν ἦλθε Χαλὲβ εἰς Ἐφραθά. καὶ ἡ γυνὴ Ἐσρὼν Ἀβιά, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ἀσχὼδ πατέρα Θεκωέ.

Α Παραλ. 2,24        Οταν δε απέθανεν ο Εσρών, ήλθεν ο Χαλέβ εις Εφραθά. Η γυνή του Εσρών, η Αβιά, εγέννησεν εις αυτόν τον Ασχώδ, τον πατέρα του Θεκωέ.

Α Παραλ. 2,25    καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ Ἱεραμεὴλ πρωτοτόκου Ἐσρών, ὁ πρωτότοκος Ῥάμ, καὶ Βαανὰ καὶ Ἀρὰν καὶ Ἀσὸμ ἀδελφὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 2,25         Υιοί του Ιεραμεήλ, πρωτοτόκου του Εσρών, ήσαν οι εξής· Πρωτοτόκος ο Ραμ, έπειτα από αυτόν ο Βαανά, ο Αράν και ο Ασόμ ο αδελφός του.

Α Παραλ. 2,26    καὶ ἦν γυνὴ ἑτέρα τῷ Ἱεραμεήλ, καὶ ὄνομα αὐτῇ Ἀτάρα· αὕτη ἐστὶ μήτηρ Ὀζόμ.

Α Παραλ. 2,26        Ο Ιεραμεήλ είχε και δεύτερον σύζυγον, η οποία ωνομάζετο Ατάρα. Αυτή ήτο μήτηρ του Οζόμ.

Α Παραλ. 2,27    καὶ ἦσαν υἱοὶ Ῥὰμ πρωτοτόκου Ἱεραμεήλ· Μαὰς καὶ Ἰαμὶν καὶ Ἀκόρ.

Α Παραλ. 2,27         Υιοί του Ραμ, πρωτοτόκου Ιεραμεήλ, ήσαν ο Μαάς, ο Ιαμίν και ο Ακόρ.

Α Παραλ. 2,28    καὶ ἦσαν υἱοὶ Ὀζόμ· Σαμαΐ καὶ Ἰαδαέ. καὶ υἱοὶ Σαμαΐ· Ναδὰβ καὶ Ἀβισούρ.

Α Παραλ. 2,28        Υιοί του Οζόμ ήσαν ο Σαμαΐ, και ο Ιαδαέ. Υιοί του Σαμαΐ ήσαν ο Ναδάβ και ο Αβισούρ.

Α Παραλ. 2,29    καὶ ὄνομα τῆς γυναικὸς Ἀβισοὺρ Ἀβιχαία, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ἀχαβὰρ καὶ τὸν Μωήλ.

Α Παραλ. 2,29        Η σύζυγος του Αβισούρ ωνομάζετο Αβιχαία. Αυτή εγέννησεν εις αυτόν τον Αχαβάρ και τον Μωήλ.

Α Παραλ. 2,30    καὶ υἱοὶ Ναδάβ· Σαλὰδ καὶ Ἀπφαίν. καὶ ἀπέθανε Σαλὰδ οὐκ ἔχων τέκνα.

Α Παραλ. 2,30         Υιοί του Ναδάβ ήσαν ο Σαλάδ και ο Απφαίν. Ο Σαλάδ απέθανε χωρίς να αποκτήση τέκνα.

Α Παραλ. 2,31    καὶ υἱοὶ Ἀπφαίν· Ἰσεμιήλ. καὶ υἱοὶ Ἰσεμιήλ· Σωσάν. καὶ υἱοὶ Σωσάν· Ἀαδαί.

Α Παραλ. 2,31         Υιός του Απφαίν ήτο ο Ισεμιήλ, υιός του Ισεμιήλ ήτο ο Σωσάν, υιός του Σωσάν ήτο ο Ααδαί.

Α Παραλ. 2,32    καὶ υἱοὶ Ἀαδαί· Ἀχισαμάς, Ἰεθέρ, Ἰωνάθαν· καὶ ἀπέθανεν Ἰεθὲρ οὐκ ἔχων τέκνα.

Α Παραλ. 2,32         Υιοί του Ααδαί ήσαν ο Αχισαμάς, ο Ιεθέρ, ο Ιωνάθαν. Ο Ιεθέρ απέθανε, χωρίς να αποκτήση τέκνα.

Α Παραλ. 2,33    καὶ υἱοὶ Ἰωνάθαν· Φαλὲδ καὶ Ὁζάμ. οὗτοι ἦσαν υἱοὶ Ἱεραμεήλ.

Α Παραλ. 2,33         Υιοί του Ιωνάθαν ήσαν ο Φαλέδ και ο Οζάμ. Ολοι αυτοί ήσαν απόγονοι του Ιεραμεήλ.

Α Παραλ. 2,34    καὶ οὐκ ἦσαν τῷ Σωσὰν υἱοί, ἀλλ᾿ ἢ θυγατέρες· καὶ τῷ Σωσὰν παῖς Αἰγύπτιος, καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἰωχήλ,

Α Παραλ. 2,34         Ο Σωσάν δεν είχεν αποκτήσει υιούς, ειμή μόνον θυγατέρας. Ο Σωσάν είχε δούλον τινά Αιγύπτιον, ο οποίος ωνομάζετο Ιωχήλ.

Α Παραλ. 2,35    καὶ ἔδωκε Σωσὰν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ τῷ Ἰωχὴλ παιδὶ αὐτοῦ εἰς γυναῖκα, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ἐθθί.

Α Παραλ. 2,35         Εις αυτόν έδωκε ο Σωσάν την θυγατέρα του ως σύζυγον. Αυτή του εγέννησε τον Εθθί.

Α Παραλ. 2,36    καὶ Ἐθθὶ ἐγέννησε τὸν Ναθάν, καὶ Ναθὰν ἐγέννησε τὸν Ζαβέδ,

Α Παραλ. 2,36         Ο Εθθί εγέννησε τον Ναθάν· ο Ναθάν εγέννησε τον Ζαβέδ,

Α Παραλ. 2,37    καὶ Ζαβὲδ ἐγέννησε τὸν Ἀφαμήλ, καὶ Ἀφαμὴλ ἐγέννησε τὸν Ὠβήδ,

Α Παραλ. 2,37         ο Ζαβέδ εγέννησε τον Αφαμήλ, ο Αφαμήλ εγέννησε τον Ωβήδ,

Α Παραλ. 2,38    καὶ Ὠβὴδ ἐγέννησε τὸν Ἰηού, καὶ Ἰηοὺ ἐγέννησε τὸν Ἀζαρίαν,

Α Παραλ. 2,38         Ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιηού, ο Ιηού εγέννησε τον Αζαρίαν,

Α Παραλ. 2,39    καὶ Ἀζαρίας ἐγέννησε τὸν Χελλής, καὶ Χελλὴς ἐγέννησε τὸν Ἐλεασά,

Α Παραλ. 2,39         ο Αζαρίας εγέννησε τον Χελλής, ο Χελλής εγέννησε τον Ελεασά.

Α Παραλ. 2,40    καὶ Ἐλεασὰ ἐγέννησε τὸν Σοσομαΐ, καὶ Σοσομαΐ ἐγέννησε τὸν Σαλούμ,

Α Παραλ. 2,40        Ο Ελεασά εγέννησε τον Σοσομαΐ, ο Σοσομαΐ εγέννησε τον Σαλούμ,

Α Παραλ. 2,41    καὶ Σαλοὺμ ἐγέννησε τὸν Ἰεχεμίαν, καὶ Ἰεχεμίας ἐγέννησε τὸν Ἐλισαμά, καὶ Ἐλισαμὰ ἐγέννησε τὸν Ἰσμαήλ.

Α Παραλ. 2,41         ο Σαλούμ εγέννησε τον Ιεχεμίαν, ο Ιεχεμίας εγέννησε τον Ελισαμά, ο Ελισαμά εγέννησε τον Ισμαήλ.

Α Παραλ. 2,42    καὶ υἱοὶ Χαλὲβ ἀδελφοῦ Ἱεραμεήλ· Μαρισὰ ὁ πρωτότοκος αὐτοῦ, οὗτος πατὴρ Ζίφ· καὶ υἱοὶ Μαρισὰ πατρὸς Χεβρών.

Α Παραλ. 2,42        Υιοί του Χαλέβ, αδελφού του Ιεραμεήλ, ήσαν ο πρωτότοκος αυτού ο Μαρισά. Ούτος ήτο πατήρ του Ζιφ και ο υιός του Μαρισά ο πατήρ του Χεβρών.

Α Παραλ. 2,43    καὶ υἱοὶ Χεβρών· Κορὲ καὶ Θαπφοὺς καὶ Ῥεκὸμ καὶ Σαμαά.

Α Παραλ. 2,43         Υιοί του Χεβρών ήσαν ο Κορέ, ο Θαπφούς, ο Ρεκόμ και ο Σαμαά.

Α Παραλ. 2,44    καὶ Σαμαὰ ἐγέννησε τὸν Ῥαὲμ πατέρα Ἰεκλάν, καὶ Ἰεκλὰν ἐγέννησε τὸν Σαμαΐ·

Α Παραλ. 2,44        Ο Σαμαά εγέννησε τον Ραέμ, τον πατέρα του Ιεκλάν. Ο Ιεκλάν εγέννησε τον Σαμαΐ.

Α Παραλ. 2,45    καὶ υἱὸς αὐτοῦ Μαών, καὶ Μαὼν πατὴρ Βαιθσούρ.

Α Παραλ. 2,45         Ο υιός του Σαμαΐ ήτο ο Μαών, ο δε Μαών ήτο ο πατήρ της πόλεως Βαιθσούρ.

Α Παραλ. 2,46    καὶ Γαιφὰ ἡ παλλακὴ Χαλὲβ ἐγέννησε τὸν Ἀῤῥὰν καὶ τὸν Μωσὰ καὶ τὸν Γεζουέ.

Α Παραλ. 2,46        Η Γαιφά, η δευτέρας σειράς σύζυγος του Χαλέβ, εγέννησε τον Αρράν, τον Μωσά και τον Γεζουέ.

Α Παραλ. 2,47    καὶ υἱοὶ Ἀδδαΐ· Ῥαγὲμ καὶ Ἰωάθαμ καὶ Σωγὰρ καὶ Φαλὲκ καὶ Γαιφὰ καὶ Σαγαέ.

Α Παραλ. 2,47         Υιοί του Αδδαΐ ήσαν ο Ραγέμ, ο Ιωάθαμ, ο Σωχάρ, ο Φαλέκ, ο Γαιφά και ο Σαγαέ.

Α Παραλ. 2,48    καὶ ἡ παλλακὴ Χαλὲβ Μωχὰ ἐγέννησε τὸν Σαβὲρ καὶ τὸν Θαράμ.

Α Παραλ. 2,48        Η δευτέρας σειράς σύζυγος του Χαλέβ η Μωχά εγέννησε τον Σαβέρ και τον Θαράμ.

Α Παραλ. 2,49    καὶ ἐγέννησε Σαγαὲ πατέρα Μαρμηνὰ καὶ τὸν Σαοὺ πατέρα Μαχαμηνὰ καὶ πατέρα Γαιβαά· καὶ θυγάτηρ Χαλὲβ Ἀσχά.

Α Παραλ. 2,49        Αυτή εγέννησεν επίσης τον Σαγαέ, τον πατέρα της πόλεως Μαρμηνά και τον Σαού τον πατέρα της πόλεως Μαχαμηνά και τον πατέρα της πόλεως Γαιβαά. Η δε θυγάτηρ του Χαλέβ ωνομάζετο Ασχά.

Α Παραλ. 2,50    οὗτοι ἦσαν υἱοὶ Χαλέβ. υἱοὶ Ὢρ πρωτοτόκου Ἐφραθά· Σωβὰλ πατὴρ Καριαθιαρίμ.

Α Παραλ. 2,50         Αυτοί ήσαν οι υιοί του Χαλέβ. Υιοί του Ωρ, του πρωτοτόκου του Εφραθά, ήταν ο Σωβάλ, πατήρ της Καριαθιαρίμ,

Α Παραλ. 2,51    Σαλωμὼν πατὴρ Βαιθλαὲμ καὶ Ἀρὶμ πατὴρ Βαιθγεδώρ.

Α Παραλ. 2,51         ο Σαλωμών πατήρ της Βαιθλαέμ, και ο Αρίμ πατήρ της Βαιθγεδώρ.

Α Παραλ. 2,52    καὶ ἦσαν υἱοὶ τῷ Σωβὰλ πατρὶ Καριαθιαρίμ· Ἀραὰ καὶ Αἰσὶ καὶ Ἀμμανὶθ

Α Παραλ. 2,52         Εις τον Σωβάλ, τον πατέρα της πόλεως Καριαθιαρίμ, ήσαν οι εξής υιοί· Ο Αραά, ο Αισί, ο Αμμανίθ,

Α Παραλ. 2,53    καὶ Οὐμασφαέ, πόλις Ἰαΐρ, Αἰθαλὶμ καὶ Μιφιθὶμ καὶ Ἡσαμαθὶμ καὶ Ἡμασαραΐμ· ἐκ τούτων ἐξήλθοσαν οἱ Σαραθαῖοι καὶ υἱοὶ Ἐσθαάμ.

Α Παραλ. 2,53         και ο Ουμασφαέ, πόλεις Ιαΐρ, Αιθαλίμ, Μιφιθίμ, Ησαμαθίμ και Ημασαραΐμ. Απ' αυτούς προήλθον οι Σαραθαίοι οι απόγονοι του Εσθαάμ.

Α Παραλ. 2,54    υἱοὶ Σαλωμών· Βαιθλαέμ, Νετωφαθί, Ἀταρὼθ οἴκου Ἰωὰβ καὶ ἥμισυ τῆς Μαλαθί, Ἠσαρί,

Α Παραλ. 2,54         Υιοί του Σαλωμών ήσαν ο Βαιθλαέμ, ο Νετωφαθί, ο Αταρώθ εκ του οίκου του Ιωάβ. Το ήμισυ των Μαλαθί, Ησαρίται

Α Παραλ. 2,55    πατριαὶ γραμματέων κατοικοῦντες ἐν Ἰάβις, Θαργαθιΐμ, Σαμαθιΐμ, καὶ Σωχαθίμ· οὗτοι οἱ Κιναῖοι οἱ ἐλθόντες ἐκ Μεσημὰ πατρὸς οἴκου Ῥηχάβ.

Α Παραλ. 2,55         αι οικογένειαι των γραμματέων, οι οποίοι εκατοικούσαν εις την Ιάβις, Θαργαθιΐμ, την Σαμαθιΐμ και εις Σωχαθίμ. Αυτοί είναι οι Κιναίοι, οι οποίοι κατήγοντο εκ του Μεσημά, πατρός της φυλής του Ρηχάβ.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 3

 

Α Παραλ. 3,1      Καὶ οὗτοι ἦσαν υἱοὶ Δαυὶδ οἱ τεχθέντες αὐτῷ ἐν Χεβρών· ὁ πρωτότοκος Ἀμνὼν τῇ Ἀχιναὰμ τῇ Ἰεζραηλίτιδι, ὁ δεύτερος Δαμνιὴλ τῇ Ἀβιγαίᾳ τῇ Καρμηλίᾳ,

Α Παραλ. 3,1            Οι υιοί του Δαυΐδ, τους οποίους αυτός απέκτησεν εις την πόλιν Χεβρών, ήσαν ο πρωτότοκος αυτού ο Αμνών, ο οποίος εγεννήθη από την Αχιναάμ την Ιεζραηλίτιδα. Δεύτερος ήτο ο Δαμνιήλ, ο οποίος ενεννήθη από την Αβιγαίαν την Καρμηλίαν.

Α Παραλ. 3,2      ὁ τρίτος Ἀβεσσαλὼμ υἱὸς Μωχὰ θυγατρὸς Θολμαΐ βασιλέως Γεδσούρ, ὁ τέταρτος Ἀδωνία υἱὸς Ἀγγίθ,

Α Παραλ. 3,2           Τρίτος ο Αβεσσαλώμ, υιός της Μωχά θυγατρός του Θολμαί του βασιλέως της Γεδσούρ. Τέταρτος ήτο ο Αδωνία, υιός της Αγγίθ.

Α Παραλ. 3,3      ὁ πέμπτος Σαφατία τῆς Ἀβιτάλ, ὁ ἕκτος Ἰεθραὰμ τῇ Ἀγλᾷ γυναικὶ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 3,3           Πέμπτος ο Σαφατία, ο υιός της Αβιτάλ. Εκτος ο Ιεθραάμ, εκ της Αγλά της συζύγου Δαυίδ.

Α Παραλ. 3,4      ἓξ ἐγεννήθησαν αὐτῷ ἐν Χεβρών, καὶ ἐβασίλευσεν ἐκεῖ ἑπτὰ ἔτη καὶ ἑξάμηνον. καὶ τριάκοντα καὶ τρία ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 3,4           Οι εξ αυτοί υιοί εγεννήθησαν εις Χεβρών, όπου ο Δαυίδ έμεινε βασιλεύς επί επτά έτη και εξ μήνας. Τα δε έτη, κατά τα οποία εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ, ανήλθον εις τριάκοντα και τρία.

Α Παραλ. 3,5      καὶ οὗτοι ἐτέχθησαν αὐτῷ ἐν Ἱερουσαλήμ· Σαμαά, Σωβάβ, Νάθαν καὶ Σαλωμών, τέσσαρες τῇ Βηρσαβεὲ θυγατρὶ Ἀμιήλ,

Α Παραλ. 3,5           Οι υιοί, τους οποίους απέκτησεν ο Δαυίδ εις την Ιερουσαλήμ, ήσαν, ο Σαμαά, ο Σωβάβ, ο Ναθαν και ο Σολομών. Οι τέσσαρες αυτοί εγεννήθησαν από την Βηρσαβεέ, θυγατέρα του Αμιήλ·

Α Παραλ. 3,6      καὶ Ἰεβαὰρ καὶ Ἐλισὰ καὶ Ἐλιφαλὴθ

Α Παραλ. 3,6           και ο Ιεβαάρ, ο Ελισά, ο Ελιφαλήθ,

Α Παραλ. 3,7      καὶ Ναγαὶ καὶ Ναφὲκ καὶ Ἰαφιὲ

Α Παραλ. 3,7           ο Ναγαί, ο Ναφέκ, ο Ιαφιέ.

Α Παραλ. 3,8      καὶ Ἑλισαμὰ καὶ Ἐλιαδὰ καὶ Ἐλιφαλά, ἐννέα.

Α Παραλ. 3,8           Ο Ελισαμά, ο Ελιαδά, ο Ελιφαλά εν όλω εννέα.

Α Παραλ. 3,9      πάντες υἱοὶ Δαυίδ, πλὴν τῶν υἱῶν τῶν παλλακῶν, καὶ Θημὰρ ἀδελφὴ αὐτῶν.

Α Παραλ. 3,9           Ολοι αυτοί είναι υιοί του Δαυίδ εκτός των υιών του, που εγεννήθησαν από τας συζύγους του της δευτέρας σειράς. Η δε Θημάρ ήτο αδελφή των.

Α Παραλ. 3,10    υἱοὶ Σαλωμών· Ῥοβοάμ, Ἀβιὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀσὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἰωσαφὰτ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 3,10         Οι απόγονοι του Σολομώντος ήσαν ο Ροβοάμ, ο υιός του Ροβοάμ Αβιά, ο υιός του Αβιά ο Ασά, ο υιός του Ασά ο Ιωσαφάτ.

Α Παραλ. 3,11    Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ, Ὀχοζίας υἱὸς αὐτοῦ, Ἰωὰς υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 3,11          Ο υιός του Ιωσαφάτ ο Ιωράμ, ο υιός του Ιωράμ ο Οχοζίας, ο υιός του Οχοζία ο Ιωάς,

Α Παραλ. 3,12    Ἀμασίας υἱὸς αὐτοῦ, Ἀζαρίας υἱὸς αὐτοῦ, Ἰωάθαμ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 3,12         ο υιός του Ιωάς ο Αμασίας, ο υιός του Αμασία ο Αζαρίας, ο υιός του Αζαρία ο Ιωάθαμ,

Α Παραλ. 3,13    Ἄχαζ υἱὸς αὐτοῦ, Ἐζεκίας υἱὸς αὐτοῦ, Μανασσῆς υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 3,13          ο υιός του Ιωάθαμ ο Αχαζ, ο υιός του Αχαζ ο Εζεκίας, ο υιός του Εζεκία ο Μανασσής.

Α Παραλ. 3,14    Ἀμὼν υἱὸς αὐτοῦ, Ἰωσία υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 3,14         Ο υιός του Μανασσή ο Αμών, ο υιός του Αμών ο Ιωσίας.

Α Παραλ. 3,15    καὶ υἱοὶ Ἰωσία· πρωτότοκος Ἰωανάν, ὁ δεύτερος Ἰωακίμ, ὁ τρίτος Σεδεκίας, ὁ τέταρτος Σαλούμ.

Α Παραλ. 3,15          Υιοί δε του Ιωσία ήσαν· ο πρωτότοκος αυτού ο Ιωανάν, δεύτερος ο Ιωακίμ, τρίτος ο Σεδεκίας, τέταρτος δε ο Σαλούμ.

Α Παραλ. 3,16    καὶ υἱοὶ Ἰωακίμ· Ἰεχονίας υἱὸς αὐτοῦ, Σεδεκίας υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 3,16         Οι υιοί και απόγονοι του Ιωακίμ ήσαν· ο υιός αυτού ο Ιεχονίας, ο υιός του Ιεχονία ο Σεδεκίας.

Α Παραλ. 3,17    καὶ υἱοὶ Ἰεχονία· Ἀσίρ, Σαλαθιὴλ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 3,17          Υιός του Ιεχονία ήτο ο Ασίρ και ο υιός του Ασίρ ο Σαλαθιήλ.

Α Παραλ. 3,18    Μελχιρὰμ καὶ Φαδαΐας καὶ Σανεσὰρ καὶ Ἰεκεμία καὶ Ὡσαμὰθ καὶ Ναβαδίας.

Α Παραλ. 3,18         Ο Μελχιράμ, ο Φαδαΐας, ο Σανεσάρ, ο Ιεκεμίας, ο Ωσαμάθ και ο Ναβαδίας.

Α Παραλ. 3,19    καὶ υἱοὶ Σαλαθιήλ· Ζοροβάβελ καὶ Σεμεΐ. καὶ υἱοὶ Ζοροβάβελ· Μοσολλὰμ καὶ Ἀνανία καὶ Σαλωμεθὶ ἀδελφὴ αὐτῶν

Α Παραλ. 3,19         Οι υιοί του Σαλαθιήλ ήσαν ο Ζοροδάβελ και ο Σεμεΐ. Οι υιοί του Ζοροβάβελ ήσαν ο Μοσολλάμ, ο Ανανίας και η αδελφή αυτών η Σαλωμεθί.

Α Παραλ. 3,20    καὶ Ἀσουβὲ καὶ Ὀὸλ καὶ Βαραχία καὶ Ἀσαδία καὶ Ἀσοβέδ, πέντε.

Α Παραλ. 3,20         Ακόμη δε ο Ασουβέ, ο Οόλ, ο Βαραχίας, ο Ασαδίας, ο Ασοβέδ, εν όλω πέντε.

Α Παραλ. 3,21    καὶ υἱοὶ Ἀνανία· Φαλεττία καὶ Ἰεσίας υἱὸς αὐτοῦ, Ῥαφὰλ υἱὸς αὐτοῦ, Ὀρνὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀβδία υἱὸς αὐτοῦ, Σεχενίας υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 3,21         Απόγονοι του Ανανία ήσαν· ο Φαλεττία, υιός του Φαλεττία ο Ιεσίας, υιός του Ιεσία ο Ραφάλ, ο υιός του Ραφάλ ο Ορνά, ο υιός του Ορνά ο Αβδία, ο υιός του Αβδία ο Σεχενίας,

Α Παραλ. 3,22    καὶ υἱὸς Σεχενία, Σαμαΐα, καὶ υἱοὶ Σαμαΐα· Χαττοὺς καὶ Ἰωὴλ καὶ Βεῤῥὶ καὶ Νωαδία καὶ Σαφάθ, ἓξ.

Α Παραλ. 3,22         ο υιός του Σεχενία ήτο ο Σαμαΐα. Οι υιοί του Σαμαΐα ήσαν ο Χαττούς, ο Ιωήλ, ο Βερρί, ο Νωαδία, ο Σαφάθ, εξ εν όλω.

Α Παραλ. 3,23    καὶ υἱοὶ Νωαδία· Ἐλιθενὰν καὶ Ἐζεκία καὶ Ἐζρικάμ, τρεῖς.

Α Παραλ. 3,23         Υιοί του Νωαδία ήσαν ο Ελιθενάν, ο Εζεκία, ο Εζρικάμ, εν όλω τρεις.

Α Παραλ. 3,24    καὶ υἱοὶ Ἐλιθενάν· Ὀδολία καὶ Ἑλιασεβὼν καὶ Φαδαΐα καὶ Ἀκοὺβ καὶ Ἰωανὰν καὶ Δαλααΐα καὶ Ἀνάν, ἑπτά.

Α Παραλ. 3,24         Οι υιοί του Ελιθενάν ήσαν ο Οδολία, ο Ελιασεβών, ο Φαδαΐας, ο Ακούβ, ο Ιωανάν, ο Δαλααΐα και ο Ανάν, επτά εν όλω.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 4

 

Α Παραλ. 4,1      Καὶ υἱοὶ Ἰούδα· Φαρές, Ἐσρὼμ καὶ Χαρμὶ καὶ Ὤρ, Σουβὰλ

Α Παραλ. 4,1            Οι υιοί του Ιούδα ήσαν· ο Φαρές, ο Εσρώμ, ο Χαρμί, ο Ωρ, ο Σουβάλ

Α Παραλ. 4,2      καὶ Ῥάδα υἱὸς αὐτοῦ· καὶ Σουβὰλ ἐγέννησε τὸν Ἰέθ, καὶ Ἰὲθ ἐγέννησε τὸν Ἀχιμαΐ, καὶ τὸν Λαάδ· αὗται αἱ γενέσεις τοῦ Σαραθί.

Α Παραλ. 4,2           και ο Ραδα, ο υιός αυτού. Ο Σουβάλ εγέννησε τον Ιέθ, ο Ιέθ εγέννησε τον Αχιμαΐ και τον Λαάδ. Οι δε απόγονοι του Σαραθί ήσαν·

Α Παραλ. 4,3      καὶ οὗτοι υἱοὶ Αἰτάμ· Ἰεζραὴλ καὶ Ἰεσμὰν καὶ Ἰεβδάς, καὶ ὄνομα ἀδελφῆς αὐτῶν Ἐσηλεββών.

Α Παραλ. 4,3           Κατά πρώτον οι υιοί του Αιτάμ ο Ιεζραήλ, ο Ιεσμάν, ο Ιεβδάς και η αδελφή των, η οποία ωνομάζετο Εσηλεββών.

Α Παραλ. 4,4      καὶ Φανουὴλ πατὴρ Γεδώρ, καὶ Ἀζὴρ πατὴρ Ὠσάν. οὗτοι υἱοὶ Ὢρ τοῦ πρωτοτόκου Ἐφραθὰ πατρὸς Βαθαλαέν.

Α Παραλ. 4,4           Φανουήλ ο πατήρ της πόλεως Γεδώρ, και Αζήρ ο πατήρ της πόλεως Ωσάν. Αυτοί ήσαν υιοί του Ωρ του πρωτοτόκου του Εφραθά, πατρός της Βαιθαλαέν.

Α Παραλ. 4,5      καὶ τῷ Ἀσοὺρ πατρὶ Θεκωὲ ἦσαν δύο γυναῖκες, Ἀωδὰ καὶ Θοαδά.

Α Παραλ. 4,5           Ο Ασούρ ο πατήρ της πόλεως Θεκωέ είχε δύο συζύγους, την Αωδά και την Θοαδά.

Α Παραλ. 4,6      καὶ ἔτεκεν αὐτῷ Ἀωδὰ τὸν Ὠχαία καὶ τὸν Ἠφὰλ καὶ τὸν Θεμὰν καὶ τὸν Ἀασθήρ· πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἀωδᾶς.

Α Παραλ. 4,6           Η Αωδά εγέννησεν εις αυτόν τον Ωχαίαν, τον Ηφάλ, τον Θαιμάν και τον Αασθήρ. Ολοι αυτοί είναι παιδιά της Αωδάς.

Α Παραλ. 4,7      καὶ υἱοὶ Θοαδᾶς· Σερὲθ καὶ Σαὰρ καὶ Ἐθνάν.

Α Παραλ. 4,7           Οι υιοί της Θοαδάς είναι· ο Σερέθ, ο Σαάρ και ο Εθνάν.

Α Παραλ. 4,8      καὶ Κὼς ἐγέννησε τὸν Ἐνὼβ καὶ τὸν Σαβαθά. καὶ γεννήσεις ἀδελφοῦ Ῥηχὰβ υἱοῦ Ἰαρίν.

Α Παραλ. 4,8           Ο Κως εγέννησε τον Ενώβ και τον Σαβαθά, και τας οικογενείας του Ρηχάβ υιού του Ιαρίν.

Α Παραλ. 4,9      καὶ ἦν Ἰγαβὴς ἔνδοξος ὑπὲρ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· καὶ ἡ μήτηρ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰγαβὴς λέγουσα· ἔτεκον ὡς γαβής.

Α Παραλ. 4,9           Ο Ιγαβής ήτο ο περισσότερον ένδοξος μεταξύ των αδελφών του. Η μητέρα του τον ωνόμασεν Ιγαβής λέγουσα· “τον εγέννησα με πόνον”.

Α Παραλ. 4,10    καὶ ἐπεκαλέσατο Ἰγαβὴς τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ λέγων· ἐὰν εὐλογῶν εὐλογήσῃς με καὶ πληθύνῃς τὰ ὅριά μου καὶ ᾖ ἡ χείρ σου μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ ποιήσεις γνῶσιν τοῦ μὴ ταπεινῶσαί με· καὶ ἐπήγαγεν ὁ Θεὸς πάντα, ὅσα ᾐτήσατο.

Α Παραλ. 4,10         Ο Ιγαβής παρεκάλεσε τον Θεόν του Ισραήλ λέγων· “εάν μου στείλης πλουσίας τας ευλογίας σου και μεγαλώσης τα σύνορά μου και η παντοδύναμος δεξιά σου ευρίσκεται πάντοτε μαζή μου, με φωτίσης δε εις γνώσιν, ώστε να μη εξευτελισθώ, εγώ θα είμαι ιδικός σου”. Ο Θεός έδωσεν εις αυτόν όλα όσα εζήτησε.

Α Παραλ. 4,11    καὶ Χαλὲβ πατὴρ Ἀσχὰ ἐγέννησε τὸν Μαχίρ· οὗτος πατὴρ Ἀσσαθών.

Α Παραλ. 4,11          Ο Χαλέβ, ο πατήρ του Ασχά, εγέννησε τον Μαχίρ. Αυτός υπήρξε πατήρ του Ασσαθών.

Α Παραλ. 4,12    καὶ Ἀσσαθὼν ἐγέννησε τὸν Βαθραίαν καὶ τὸν Βεσσηὲ καὶ τὸν Θανὰ πατέρα πόλεως Ναᾶς ἀδελφοῦ Ἐσελὼμ τοῦ Κενεζί· οὗτοι ἄνδρες Ῥηφά.

Α Παραλ. 4,12         Ο Ασσαθών εγέννησε τον Βαθραίαν, τον Βεσσηέ και τον Θανά, πατέρα της πόλεως Ναάς. Ο Ναάς ήτο αδελφός του Εσελώμ, υιού του Κενεζί. Αυτοί είναι οι άνδρες της Ρηφά.

Α Παραλ. 4,13    καὶ υἱοὶ Κενέζ· Γοθονιὴλ καὶ Σαραΐα. καὶ υἱοὶ Γοθονιήλ, Ἀθάθ.

Α Παραλ. 4,13         Υιοί του Κενέζ είναι· ο Γοθονιήλ και ο Σαραΐα. Υιός του Γοθονιήλ είναι ο Αθάθ.

Α Παραλ. 4,14    καὶ Μαναθὶ ἐγέννησε τὸν Γοφερά. καὶ Σαραΐα ἐγέννησε τὸν Ἰωὰβ πατέρα Ἀγεαδδαΐρ, ὅτι τέκτονες ἦσαν.

Α Παραλ. 4,14         Ο Μαναθί απέκτησεν υιόν τον Γοφερά. Ο Σαραΐα εγέννησε τον Ιωάβ τον πατέρα των Αγεαδδαΐρ, οι οποίοι ήσαν οικοδόμοι.

Α Παραλ. 4,15    καὶ υἱοὶ Χαλὲβ υἱοῦ Ἰεφοννή· Ἠρά, Ἀδὰ καὶ Νοόμ. καὶ υἱοὶ Ἀδά, Κενέζ.

Α Παραλ. 4,15         Υιοί του Χαλέβ, υιού του Ιεφοννή ήσαν· ο Ηρά, ο Αδά και ο Νοόμ. Υιός του Αδά ήτο ένας ο Κενέζ.

Α Παραλ. 4,16    καὶ υἱοὶ Γεσεήλ· Ζὶφ καὶ Ζεφὰ καὶ Θεφιὰ καὶ Ἐσεραήλ.

Α Παραλ. 4,16         Οι υιοί του Γεσεήλ ήσαν· ο Ζιφ, ο Ζεφά, ο Θεφιά και ο Εσεραήλ.

Α Παραλ. 4,17    καὶ υἱοὶ Ἐσρί· Ἰεθέρ, Μωρὰδ καὶ Ἄφερ καὶ Ἰαμών. καὶ ἐγέννησεν Ἰεθὲρ τὸν Μαρὼν καὶ τὸν Σεμαΐ καὶ τὸν Μαρὲθ πατέρα Ἐσθαιμών.

Α Παραλ. 4,17         Υιοί του Εσρί ήσαν· ο Ιεθέρ, ο Μωράδ, ο Αφερ και ο Ιαμών. Ο Ιεθέρ εγέννησε τον Μαρών, τον Σεμαΐ και τον Μαρέθ πατέρα του Εσθαιμών.

Α Παραλ. 4,18    καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ (αὕτη Ἀδία) ἔτεκε τὸν Ἰάρεδ πατέρα Γεδὼρ καὶ τὸν Ἀβὲρ πατέρα Σωχὼν καὶ τὸν Χετιὴλ πατέρα Ζαμών. καὶ οὗτοι υἱοὶ Βετθία θυγατρὸς Φαραώ, ἣν ἔλαβε Μωρήδ.

Α Παραλ. 4,18         Η δε άλλη σύζυγος αυτού (η Αδία) εγέννησε τον Ιάρεδ πατέρα του Γεδώρ, και τον Αβέρ τον πατέρα του Σωχών, τον Χετιήλ πατέρα του Ζαμών. Αυτοί είναι οι υιοί της Βετθία, θυγατρός του Φαραώ, την οποίαν είχε λάβει ως σύζυγον ο Μωρήδ.

Α Παραλ. 4,19    καὶ υἱοὶ γυναικὸς τῆς Ἰδουΐας ἀδελφῆς Ναχὲμ πατρὸς Κεϊλά, Γαρμὶ καὶ Ἐσθαιμών, Νωχαθί.

Α Παραλ. 4,19         Υιοί της γυναικός Ιδουΐας, αδελφής του Ναχέμ, πατρός του Κεϊλά είναι ο Γαρμί, ο Εσθαιμών, ο Νωχαθί.

Α Παραλ. 4,20    καὶ υἱοὶ Σεμιών· Ἀμνὼν καὶ Ἀνὰ υἱὸς Φανὰ καὶ Θιλών. καὶ υἱοὶ Σεΐ· Ζωὰθ καὶ υἱοὶ Ζωάβ,

Α Παραλ. 4,20        Υιοί του Σεμιών είναι· ο Αμνών, ο Ανά ο υιός του Φανά και ο Θιλών. Υιοί του Σεί είναι ο Ζωάθ και υιοί Ζωάβ.

Α Παραλ. 4,21    υἱοὶ Σηλὼμ υἱοῦ Ἰούδα· Ἢρ πατὴρ Ληχάβ, καὶ Λααδὰ πατὴρ Μαρισὰ καὶ γενέσεις οἰκείων Ἐφραδαβὰκ τῷ οἴκῳ Ἐσοβὰ

Α Παραλ. 4,21         Υιοί του Σηλώμ, υιού του Ιούδα, είναι· ο Ηρ, ο πατήρ του Ληχάβ, ο Λααδά ο πατήρ του Μαρισά και αι οικογένειαι των συγγενών Εφραδαβάκ του οίκου Εσοβά.

Α Παραλ. 4,22    καὶ Ἰωακὶμ καὶ ἄνδρες Χωζηβὰ καὶ Ἰωὰς καὶ Σαράφ, οἳ κατῴκησαν ἐν Μωάβ· καὶ ἀπέστρεψεν αὐτοὺς ἀβεδηρὶν ἀθουκιΐμ.

Α Παραλ. 4,22        Ο Ιωακίμ, οι άνδρες Χωζηβά, ο Ιωάς και ο Σαράφ, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Μωάβ, και τους οποίους κάποιος μετωνόμασεν Αβεδηρίν Αθουκιΐμ.

Α Παραλ. 4,23    οὗτοι κεραμεῖς οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀταΐμ καὶ Γαδηρὰ μετὰ τοῦ βασιλέως, ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐνίσχυσαν καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ.

Α Παραλ. 4,23         Αυτοί ήσαν κεραμοποιοί, κατοικούσαν εις την Αταμ και Γαδηρά μετά του βασιλέως και ειργάζοντο δια την βασιλείαν αυτού και είχαν κατοικήσει εκεί.

Α Παραλ. 4,24    υἱοὶ Συμεών· Ναμουὴλ καὶ Ἰαμίν, Ἰαρίβ, Ζαρέ, Σαούλ·

Α Παραλ. 4,24        Οι υιοί του Συμεών ήσαν· ο Ναμουήλ, ο Ιαμίν, ο Ιαρίβ, ο Ζαρέ και ο Σαούλ.

Α Παραλ. 4,25    Σαλὲμ υἱὸς αὐτοῦ, Μαβασὰμ υἱὸς αὐτοῦ, Μασμὰ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 4,25         Ο Σαλέμ ήτο υιός του Σαούλ, ο Μαβασάμ υιός του Σαλέμ, και ο Μασμά ήτο υιός του Μαβασάμ.

Α Παραλ. 4,26    Ἀμουὴλ υἱὸς αὐτοῦ, Σαβοὺδ υἱὸς αὐτοῦ, Ζακχοὺρ υἱὸς αὐτοῦ, Σεμεΐ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 4,26        Ο Αμουήλ ήτο υιός του Μασμά, ο Σαβούδ υιός του Αμουήλ, ο Ζακχούρ ήτο υιός του Σαβούδ, ο Σεμεΐ ήτο υιός του Ζακχούρ.

Α Παραλ. 4,27    Καὶ τῷ Σεμεΐ υἱοὶ ἑκκαίδεκα καὶ θυγατέρες τρεῖς· καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν οὐκ ἦσαν υἱοὶ πολλοί· καὶ πᾶσαι αἱ πατριαὶ αὐτῶν οὐκ ἐπλεόνασαν ὡς υἱοὶ Ἰούδα.

Α Παραλ. 4,27         Ο Σεμεί είχε δεκαέξ υιούς και τρεις θυγατέρας. Εις τους αδελφούς αυτούς όμως δεν υπήρχαν πολλοί υιοί και αι οικογένειαί των δεν επληθύνθησαν, όπως αι οικογένειαι του Ιούδα.

Α Παραλ. 4,28    καὶ κατῴκησαν ἐν Βηρσαβεὲ καὶ Σαμὰ καὶ Μωλαδά, καὶ ἐν Ἐσηρσουὰλ

Α Παραλ. 4,28        Αυτοί είχαν κατοικήσει εις την Βηρσαβεέ, εις την Σαμά, εις την Μωλαδά και εις την Εσηρσουάλ,

Α Παραλ. 4,29    καὶ ἐν Βαλαὰ καὶ ἐν Βοασὸμ καὶ ἐν Θουλὰδ

Α Παραλ. 4,29        εις Βαλαά, εις Βοασόμ, εις Θουλάδ,

Α Παραλ. 4,30    καὶ ἐν Βαθουὴλ καὶ ἐν Ἑρμὰ καὶ ἐν Σικελὰγ

Α Παραλ. 4,30         εις Βαθουήλ, εις Ερμά, εις Σικελάγ,

Α Παραλ. 4,31    καὶ ἐν Βαιθμαριμὼθ καὶ Ἡμισουσεωσὶν καὶ οἶκον Βαρουσεωρίμ· αὗται αἱ πόλεις αὐτῶν ἕως βασιλέως Δαυίδ.

Α Παραλ. 4,31         εις Βαιθμαριμώθ, εις Ημισουσεωσίν και στον οίκον Βαρουσεωρίμ. Αυταί ήσαν αι πόλεις των μέχρι της εποχής του βασιλέως Δαυίδ.

Α Παραλ. 4,32    καὶ ἐπαύλεις αὐτῶν· Αἰτὰν καὶ Ἠνρεμμὼν καὶ Θοκκὰν καὶ Αἰσάν, πόλεις πέντε.

Α Παραλ. 4,32         Εις αυτάς υπήρχον και αι αγροτικαί κατοικίαι των. Επίσης ιδικαί των ήσαν η Αιτάν, η Ηνρεμμών, η Θοκκάν, η Αισάν, εν όλω πέντε πόλεις.

Α Παραλ. 4,33    καὶ πᾶσαι ἐπαύλεις αὐτῶν κύκλῳ τῶν πόλεων τούτων ἕως Βάαλ· αὕτη ἡ κατάσχεσις αὐτῶν καὶ ὁ καταλοχισμὸς αὐτῶν.

Α Παραλ. 4,33         Αι αγροτικαί κατοικίαι ήσαν γύρω από τας πόλεις αυτάς έως εις την πόλιν Βααλ. Αυταί είναι αι περιοχαί που κατείχον και αι γενεαλογίαι των.

Α Παραλ. 4,34    καὶ Μοσωβὰβ καὶ Ἰεμολὸχ καὶ Ἰωσία υἱὸς Ἀμασία

Α Παραλ. 4,34         Ο Μοσωβάβ, ο Ιεμολόχ, ο Ιωσία ο υιός του Αμασία,

Α Παραλ. 4,35    καὶ Ἰωὴλ (καὶ οὗτος υἱὸς Ἀσαβία), υἱὸς Σαραία, υἱὸς Ἀσιὴλ

Α Παραλ. 4,35         ο Ιωήλ (αυτός ήτο υιός του Ασαβία), ο υιός του Σαραία, ο υιός του Ασιήλ,

Α Παραλ. 4,36    καὶ Ἐλιωναΐ καὶ Ἰακαβὰ καὶ Ἰασουΐα καὶ Ἀσαΐα καὶ Ἰεδιὴλ καὶ Ἰσμαὴλ καὶ Βαναίας

Α Παραλ. 4,36         ο Ελιωναΐ, ο Ιακαβά, ο Ιασουΐα, ο Ασαΐα, ο Ιεδιήλ, ο Ισμαήλ, ο Βαναίας,

Α Παραλ. 4,37    καὶ Ζουζὰ υἱὸς Σαφαΐ υἱοῦ Ἀλὼν υἱοῦ Ἰεδιὰ υἱοῦ Σεμρὶ υἱοῦ Σαμαίου.

Α Παραλ. 4,37         ο Ζουζά ο υιός του Σαφαΐ υιού του Αλών υιού του Ιεδάα υιού Σεμρί υιού του Σαμαίου.

Α Παραλ. 4,38    οὗτοι οἱ διελθόντες ἐν ὀνόμασιν ἀρχόντων ἐν ταῖς γενέσεσιν αὐτῶν· καὶ ἐν οἴκοις πατριῶν αὐτῶν ἐπληθύνθησαν εἰς πλῆθος,

Α Παραλ. 4,38         Αυτοί, των οποίων τα ονόματα ανεφέρθησαν ήσαν αρχηγοί των οικογενειών αυτών. Αι πατριαρχικαί των οικογένειαι επληθύνθησαν εις μεγάλον αριθμόν.

Α Παραλ. 4,39    καὶ ἐπορεύθησαν ἕως τοῦ ἐλθεῖν Γέραρα ἕως τῶν ἀνατολῶν τῆς Γαὶ τοῦ ζητῆσαι νομὰς τοῖς κτήνεσιν αὐτῶν·

Α Παραλ. 4,39         Δι' αυτό δε και επορεύθησαν και έφθασαν μέχρι της Γέραρα προς ανατολάς της Γαι εις αναζήτησιν λειβαδιών δια τα κτήνη των.

Α Παραλ. 4,40    καὶ εὗρον νομὰς πλείονας καὶ ἀγαθάς, καὶ ἡ γῆ πλατεῖα ἐναντίον αὐτῶν καὶ εἰρήνη καὶ ἡσυχία, ὅτι ἐκ τῶν υἱῶν Χὰμ τῶν κατοικούντων ἐκεῖ ἔμπροσθεν.

Α Παραλ. 4,40        Ευρήκαν δε πολλάς και πλουσίας βοσκάς και η χώρα ενώπιόν των ηπλώνετο μεγάλη, ειρηνική και ήσυχος. Εκείνοι οι οποίοι κατοικούσαν προηγουμένως εις τας χώρας αυτάς ήσαν από τους απογόνους του Χαμ.

Α Παραλ. 4,41    καὶ ἤλθοσαν οὗτοι οἱ γεγραμμένοι ἐπ᾿ ὀνόματος ἐν ἡμέραις Ἐζεκίου βασιλέως Ἰούδα καὶ ἐπάταξαν τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ τοὺς Μιναίους, οὓς εὕροσαν ἐκεῖ, καὶ ἀναθεμάτισαν αὐτοὺς ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ᾤκησαν ἀντ᾿ αὐτῶν, ὅτι νομαὶ τοῖς κτήνεσιν αὐτῶν ἐκεῖ.

Α Παραλ. 4,41         Αυτοί οι άνδρες, των οποίων τα ονόματα ανεφέρθησαν, ήλθαν, όταν εβασίλευσεν ο Εζεκίας ο βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα εις τας περιοχάς αυτάς. Κατέστρεψαν τας σκηνάς και τους Μιναίους, τους οποίους ευρήκαν εκεί. Παρέδωκαν αυτούς εις αναθεματισμόν και όλεθρον και εγκατεστάθησαν αυτοί εις τον τόπον των μέχρι της ημέρας αυτής, διότι εκεί υπήρχον βοσκότοποι δια τα κτήνη των.

Α Παραλ. 4,42    καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τῶν υἱῶν Συμεὼν ἐπορεύθησαν εἰς ὄρος Σηὶρ ἄνδρες πεντακόσιοι, καὶ Φαλαεττία καὶ Νωαδία καὶ Ῥαφαΐα καὶ Ὀζιὴλ υἱοὶ Ἰεσὶ ἄρχοντες αὐτῶν·

Α Παραλ. 4,42        Πεντακόσιοι ακόμη άνδρες από τους υιούς της φυλής του Συμεών μετέβησαν και εγκατεστάθησαν στο όρος Σηίρ. Αρχηγοί δε αυτών ήσαν ο Φαλαεττία, ο Νωαδία, ο Ραφαΐα και ο Οζιήλ υιοί του Ιεσί.

Α Παραλ. 4,43    καὶ ἐπάταξαν τοὺς καταλοίπους τοὺς καταλειφθέντας τοῦ Ἀμαλὴκ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Α Παραλ. 4,43         Αυτοί προσέβαλαν και εθανάτωσαν όσους είχον απομείνει από τους Αμαληκίτας και εγκατεστάθησαν εκεί μέχρι της ημέρας αυτής.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 5

 

Α Παραλ. 5,1      Καὶ υἱοὶ Ῥουβὴν πρωτοτόκου Ἰσραήλ, ὅτι οὖτος ὁ πρωτότοκος, καὶ ἐν τῷ ἀναβῆναι ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἔδωκε τὴν εὐλογίαν αὐτοῦ τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰωσὴφ υἱῷ Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγενεαλογήθη εἰς πρωτοτόκια·

Α Παραλ. 5,1            Οι υιοί του Ρουβήν, του πρωτοτόκου του Ιακώβ, (τον οποίον πρωτότοκον ο Ιακώβ επειδή εμόλυνε την πατρικήν κοίτην δεν τον ηυλόγησε, αλλά έδωσε την ευλογίαν του στον υιόν του τον Ιωσήφ, και δι' αυτό ο Ρουβήν δεν ελήφθη υπ' όψιν δια τα πρωτοτόκια·

Α Παραλ. 5,2      ὅτι Ἰούδας δυνατὸς ἰσχύϊ καὶ ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ καὶ εἰς ἡγούμενον ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Ἰωσήφ.

Α Παραλ. 5,2           ο Ιούδας υπήρξε δυνατός κατά την ισχύν, αυτός και οι απόγονοί του, και εξ αυτού εβγήκαν οι αρχηγοί του ισραηλιτικού λαού. Το κληρονομικόν όμως δικαίωμα των πρωτοτόκων εδόθη στον Ιωσήφ).

Α Παραλ. 5,3      υἱοὶ Ῥουβὴν πρωτοτόκου Ἰσραήλ· Ἐνὼχ καὶ Φαλλούς, Ἀσρὼμ καὶ Χαρμί.

Α Παραλ. 5,3           Υιοί του Ρουβήν, του πρωτοτόκου του Ιακώβ, ήσαν οι εξής· Ο Ενώχ, ο Φαλλούς, ο Ασρώμ και ο Χαρμί.

Α Παραλ. 5,4      υἱοὶ Ἰωήλ· Σεμεΐ καὶ Βαναία υἱὸς αὐτοῦ. καὶ υἱοὶ Γοὺγ υἱοῦ Σεμεΐ·

Α Παραλ. 5,4           Οι απόγονοι του Ιωήλ είναι· ο Σεμεί και ο Βαναία ο υιός αυτού, και οι υιοί του Γουγ υιού του Σεμεΐ.

Α Παραλ. 5,5      υἱὸς αὐτοῦ Μιχά, υἱὸς αὐτοῦ Ῥηχά, υἱὸς αὐτοῦ Ἰωήλ,

Α Παραλ. 5,5           Ο υιός αυτού ο Μιχά, ο υιός του Μιχά ο Ρηχά, ο υιός του Ρηχά ο Ιωήλ.

Α Παραλ. 5,6      υἱὸς αὐτοῦ Βεήλ, ὃν μετῴκισε Θαγλαθφαλλασὰρ βασιλεὺς Ἀσσούρ· οὗτος ἄρχων τῶν Ῥουβήν.

Α Παραλ. 5,6           Ο υιός του Ιωήλ ο Βεήλ, τον οποίον ο Θαγλαθφαλλασάρ ο βασιλεύς της Ασσούρ επήρεν αιχμάλωτον και τον μετώκισεν αλλού. Αυτός υπήρξεν ένας από τους αρχηγούς της φυλής του Ρουβήν.

Α Παραλ. 5,7      καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ τῇ πατρίδι αὐτοῦ ἐν τοῖς καταλοχισμοῖς αὐτῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν· ὁ ἄρχων Ἰωὴλ καὶ Ζαχαρία

Α Παραλ. 5,7           Οι αδελφοί του Βεήλ, όπως ήσαν εις την περιοχήν αυτού γραμμένοι στους καταλόγους κατά τας γενεαλογίας των, ήσαν οι εξής· Ο αρχηγός Ιωήλ και ο Ζαχαρίας,

Α Παραλ. 5,8      καὶ Βαλὲκ υἱὸς Ἀζοὺζ υἱὸς Σαμά, υἱὸς Ἰωήλ· οὗτος κατῴκησεν ἐν Ἀροὴρ καὶ ἐπὶ Ναβαῦ, καὶ Βελμασσὼν

Α Παραλ. 5,8           ο Βαλέκ υιός του Αζούζ, ο υιός του Σαμά, ο υιός του Ιωήλ. Ο Βαλέκ αυτός εγκατεστάθη εις την Αροήρ μέχρι και της Ναβαύ και της πόλεως Βελμασσών.

Α Παραλ. 5,9      καὶ πρὸς ἀνατολὰς κατῴκησεν ἕως ἐρχομένων τῆς ἐρήμου, ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτου, ὅτι κτήνη αὐτῶν πολλὰ ἐν γῇ Γαλαάδ.

Α Παραλ. 5,9           Προς ανατολάς επεξετάθησαν έως εις την αρχήν της ερήμου, η οποία οδηγεί προς τον Ευφράτην ποταμόν, διότι είχον πολλά κτήνη εις την χώραν Γαλαάδ.

Α Παραλ. 5,10    καὶ ἐν ἡμέραις Σαοὺλ ἐποίησαν πόλεμον πρὸς τοὺς παροίκους, καὶ ἔπεσον ἐν χερσὶν αὐτῶν κατοικοῦντες ἐν σκηναῖς αὐτῶν πάντες κατ᾿ ἀνατολὰς τῆς Γαλαάδ.

Α Παραλ. 5,10         Κατά τας ημέρας του Σαούλ επολέμησαν εναντίον των περιοίκων λαών, οι οποίοι έπεσαν εις τα χέρια των, και εγκατεστάθησαν όλοι εις τας σκηνάς των επί της ανατολικής περιοχής της χώρας Γαλαάδ.

Α Παραλ. 5,11    υἱοὶ Γὰδ κατέναντι αὐτῶν κατῴκησαν ἐν γῇ Βασὰν ἕως Σελχά.

Α Παραλ. 5,11          Οι απόγονοι του Γαδ εγκατεστάθησαν απέναντι της φυλής Ρουβήν εις την χώραν Βασάν έως την Σελχά.

Α Παραλ. 5,12    Ἰωὴλ πρωτότοκος καὶ Σαφὰμ ὁ δεύτερος, καὶ Ἰανὶν ὁ γραμματεὺς ἐν Βασάν.

Α Παραλ. 5,12         Αυτοί ήσαν· Ο πρωτότοκος Ιωήλ, ο δευτερότοκος Σαφάμ και ο γραμματεύς Ιανίν εις Βασάν.

Α Παραλ. 5,13    καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν· Μιχαήλ, Μοσολλὰμ καὶ Σεβεὲ καὶ Ἰωρεὲ καὶ Ἰωαχὰν καὶ Ζουέ, καὶ Ὠβήδ, ἑπτά.

Α Παραλ. 5,13          Οι αδελφοί των κατά τας πατριαρχικάς των οικογενείας ήσαν οι εξής· Ο Μιχαήλ, ο Μοσολλάμ, ο Σεβεέ, ο Ιωρεέ, ο Ιωαχάν, ο Ζουέ και ο Ωβήδ εν όλω επτά.

Α Παραλ. 5,14    οὗτοι υἱοὶ Ἀβιχαία υἱοῦ Οὐρὶ υἱοῦ Ἰδαΐ υἱοῦ Γαλαὰδ υἱοῦ Μιχαὴλ υἱοῦ Ἰεσαΐ υἱοῦ Ἰεδδαΐ υἱοῦ Ζαβουχὰμ

Α Παραλ. 5,14         Αυτοί ήσαν υιοί του Αβιχαία οιού του Ουρί, υιού του Ιδαΐ, υιού του Γαλαάδ, υιού του Μιχαήλ, υιού Ιεσαΐ, υιού του Ιεδδαΐ, υιού του Ζαβουχάμ,

Α Παραλ. 5,15    ἀδελφοῦ υἱοῦ Ἀβδιὴλ υἱοῦ Γουνί· ἄρχων οἴκου πατριῶν.

Α Παραλ. 5,15          του αδελφού του υιού Αβδιήλ υιού του Γουνί. Αυτός ήτο ο αρχηγός της πατριαρχικής των οικογενείας.

Α Παραλ. 5,16    κατῴκουν ἐν Γαλαάδ, ἐν Βασὰν καὶ ἐν ταῖς κώμαις αὐτῶν καὶ πάντα τὰ περίχωρα Σαρὼν ἕως ἐξόδου.

Α Παραλ. 5,16         Αυτοί κατοικούσαν εις την Γαλαάδ, εις την περιοχήν Βασάν, εις τας κώμας αυτών και εις όλα τα περίχωρα της Σαρών έως τα σύνορά της.

Α Παραλ. 5,17    πάντων ὁ καταλοχισμὸς ἐν ἡμέραις Ἰωάθαμ βασιλέως Ἰούδα καὶ ἐν ἡμέραις Ἱεροβοὰμ βασιλέως Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 5,17          Ολοι αυτοί της φυλής Γαδ κατεγράφησαν στους γενεαλογικούς πίνακας επί της εποχής του Ιωάθαμ βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα και επί της εποχής Ιεροβοάμ βασιλέως του βασιλείου του Ισραήλ.

Α Παραλ. 5,18    υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ Γὰδ καὶ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ ἐξ υἱῶν δυνάμεως, ἄνδρες αἴροντες ἀσπίδας καὶ μάχαιραν καὶ τείνοντες τόξον καὶ δεδιδαγμένοι πόλεμον, τεσσαράκοντα καὶ τέσσαρες χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι καὶ ἑξήκοντα ἐκπορευόμενοι εἰς παράταξιν.

Α Παραλ. 5,18         Οι απόγονοι του Ρουβήν, του Γαδ και του ημίσεως της φυλής του Μανασσή ήσαν άνδρες πολεμισταί, οι οποίοι έφεραν ασπίδα και μάχαιραν, και με πολλήν ικανότητα εκτυπούσαν δια του τόξου. Ησαν διδαγμένοι και ησκημένοι στον πόλεμον εν όλω τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες επτακόσιοι εξήκοντα άνδρες, δυνάμενοι να λάβουν μέρος εις μάχας.

Α Παραλ. 5,19    καὶ ἐποίουν πόλεμον μετὰ τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ Ἰτουραίων καὶ Ναφισαίων καὶ Ναδαβαίων

Α Παραλ. 5,19         Αυτοί έκαμαν πόλεμον εναντίον των Αγαρηνών, των Ιτουραίων, των Ναφισαίων και των Ναδαβαίων.

Α Παραλ. 5,20    καὶ κατίσχυσαν ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἐδόθησαν εἰς χεῖρας αὐτῶν οἱ Ἀγαραῖοι καὶ πάντα τὰ σκηνώματα αὐτῶν, ὅτι πρὸς τὸν Θεὸν ἐβόησαν ἐν τῷ πολέμῳ, καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῖς, ὅτι ἤλπισαν ἐπ᾿ αὐτόν.

Α Παραλ. 5,20         Τους ενίκησαν, διο και οι Αγαραίοι και όλοι εκείνοι, οι οποίοι κατοικούσαν μαζή των, παρεδόθησαν εις τας χείρας των με όλας τας σκηνάς των. Αυτοί δε ενικήθησαν και παρεδόθησαν στους Ισραηλίτας, διότι οι Ισραηλίται παρεκάλεσαν τον Θεόν εξ όλης καρδίας δια τον πόλεμον αυτόν, ο δε Θεός ήκουσεν αυτούς, επειδή είχον στηρίξει τας ελπίδας των εις αυτόν.

Α Παραλ. 5,21    καὶ ᾐχμαλώτευσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν, καμήλους πεντακισχιλίας καὶ προβάτων διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας, ὄνους δισχιλίους καὶ ψυχὰς ἀνδρῶν ἑκατὸν χιλιάδας·

Α Παραλ. 5,21         Οι Ισραηλίται ηχμαλώτευσαν όλα τα ζώα των εχθρών των, πέντε χιλιάδες καμήλους, διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδες πρόβατα, δύο χιλιάδες όνους και άνδρας εκατόν χιλιάδας.

Α Παραλ. 5,22    ὅτι τραυματίαι πολλοὶ ἔπεσον, ὅτι παρὰ τοῦ Θεοῦ ὁ πόλεμος. καὶ κατῴκησαν ἀντ᾿ αὐτῶν ἕως τῆς μετοικεσίας.

Α Παραλ. 5,22         Από τους εχθρούς έπεσαν κατά την μάχην πολλοί, διότι στον πόλεμον αυτόν ο Θεός εβοήθησε τους Ισραηλίτας. Οι Ισραηλίται κατώκησαν αντί εκείνων εις τας χώρας των μέχρι της αιχμαλωσίας Βαβυλώνος.

Α Παραλ. 5,23    καὶ ἡμίσεις φυλῆς Μανασσῆ κατῴκησαν ἐν τῇ γῇ ἀπὸ Βασὰν ἕως Βαὰλ Ἐρμὼν καὶ Σανὶρ καὶ ὄρος Ἀερμών· καὶ ἐν τῷ Λιβάνῳ αὐτοὶ ἐπλεονάσθησαν.

Α Παραλ. 5,23         Το ήμισυ της φυλής του Μανασσή εγκατεστάθη εις την χώραν αυτήν από της Βασάν έως της Βαάλ Ερμών και της Σανίρ και του όρους Αερμών. Αυτοί στο όρος Λιβανον επληθύνθησαν πολύ.

Α Παραλ. 5,24    καὶ οὗτοι ἀρχηγοὶ οἴκου πατριῶν αὐτῶν· Ὀφὲρ καὶ Σεΐ καὶ Ἐλιὴλ καὶ Ἱερμία καὶ Ὠδουΐα καὶ Ἰεδιήλ, ἄνδρες ἰσχυροὶ δυνάμει, ἄνδρες ὀνομαστοί, ἄρχοντες τῶν οἴκων πατριῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 5,24         Αυτοί είναι οι αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών· ο Οφέρ, ο Σεϊ, ο Ελιήλ, ο Ιερμία, ο Ωδουΐα και ο Ιεδιήλ. Ησαν δε αυτοί πολύ ισχυροί, ονομαστοί άνδρες αρχηγοί των πατριαρχικών των οικογενειών.

Α Παραλ. 5,25    καὶ ἠθέτησαν ἐν Θεῷ πατέρων αὐτῶν καὶ ἐπόρνευσαν ὀπίσω θεῶν τῶν λαῶν τῆς γῆς, οὓς ἐξῇρεν ὁ Θεὸς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.

Α Παραλ. 5,25         Αυτοί όμως κατεπάτησαν τον Νομον, τον οποίον ο Θεός είχε δώσει στους προγόνους των, παρεδόθησαν εις την πορνείαν, εγκατέλειψαν τον αληθινόν Θεόν· και ηκολούθησαν άλλους θεούς των λαών της χώρας, τους οποίους ο Θεός είχε ξερριζώσει εμπρός από αυτούς.

Α Παραλ. 5,26    καὶ ἐπήγειρεν ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ τὸ πνεῦμα Φαλὼχ βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ τὸ πνεῦμα Θαγλαθφαλλασὰρ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ μετῴκισε τὸν Ῥουβὴν καὶ τὸν Γαδδὶ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ καὶ ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς Χαλὰχ καὶ Χαβὼρ καὶ ἐπὶ ποταμὸν Γωζὰν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Α Παραλ. 5,26         Δια τούτο ο Θεός του Ισραήλ εξήγειρε το πνεύμα του Φαλώχ βασιλέως της Ασσυρίας, το πνεύμα του Θαγλαθφαλλασάρ βασιλέως της Ασσυρίας, και απήγαγεν εις αιχμαλωσίαν τας φυλάς Ρουβήν και Γαδ και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή και έφερεν αυτούς εις την Χαλάχ, εις την Χαβώρ και στον ποταμόν Γωζάν, όπου ευρίσκονται έως την ημέραν αυτήν.

Α Παραλ. 5,27    Υἱοὶ Λευί· Γεδσών, Καὰθ καὶ Μεραρί.

Α Παραλ. 5,27         Οι υιοί και απόγονοι του Λευί ήσαν ο Γεδσών, ο Καάθ και ο Μεραρί.

Α Παραλ. 5,28    καὶ υἱοὶ Καάθ· Ἄμβραμ καὶ Ἰσσάαρ, Χεβρὼν καὶ Ὀζιήλ.

Α Παραλ. 5,28         Οι υιοί του Καάθ ήσαν ο Αμβραμ, ο Ισσάαρ, ο Χεβρών και ο Οζιήλ.

Α Παραλ. 5,29    καὶ υἱοὶ Ἄμβραμ· Ἀαρὼν καὶ Μωυσῆς καὶ Μαριάμ. καὶ υἱοὶ Ἀαρών· Ναδὰβ καὶ Ἀβιούδ, Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ.

Α Παραλ. 5,29         Οι υιοί του Αμβραμ ήσαν ο Ααρών, ο Μωϋσής, η Μαριάμ. Υιοί του Ααρών ήσαν· ο Ναδάδ, ο Αβιούδ, ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ.

Α Παραλ. 5,30    Ἐλεάζαρ ἐγέννησε τὸν Φινεές, Φινεὲς ἐγέννησε τὸν Ἀβισού,

Α Παραλ. 5,30         Ο Ελεάζαρ απέκτησεν υιόν τον Φινεές, ο Φινεές απέκτησε τον Αβισού,

Α Παραλ. 5,31    Ἀβισοὺ ἐγέννησε τὸν Βωκαΐ, Βωκαΐ ἐγέννησε τὸν Ὀζί,

Α Παραλ. 5,31          Ο Αβισού απέκτησε τον Βωκαΐ, ο Βωκαΐ απέκτησε τον Οζί,

Α Παραλ. 5,32    Ὀζὶ ἐγέννησε τὸν Ζαραία, Ζαραία ἐγέννησε τὸν Μαριὴλ

Α Παραλ. 5,32         Ο Οζί απέκτησε τον Ζαραία, ο Ζαραία απέκτησε τον Μαριήλ,

Α Παραλ. 5,33    καὶ Μαριὴλ ἐγέννησε τὸν Ἀμαρία, καὶ Ἀμαρία ἐγέννησε τὸν Ἀχιτώβ,

Α Παραλ. 5,33         ο Μαριήλ απέκτησε τον Αμαρία, ο Αμαρία απέκτησε τον Αχιτώβ,

Α Παραλ. 5,34    καὶ Ἀχιτὼβ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, καὶ Σαδὼκ ἐγέννησε τὸν Ἀχιμάας,

Α Παραλ. 5,34         ο Αχιτώβ απέκτησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ απέκτησε τον Αχιμάας,

Α Παραλ. 5,35    καὶ Ἀχιμάας ἐγέννησε τὸν Ἀζαρίαν, καὶ Ἀζαρίας ἐγέννησε τὸν Ἰωανάν,

Α Παραλ. 5,35         Ο Αχιμάας απέκτησε τον Αζαρία, ο Αζαρίας απέκτησε τον Ιωανάν,

Α Παραλ. 5,36    καὶ Ἰωανὰν ἐγέννησε τὸν Ἀζαρίαν· οὗτος ἱεράτευσεν ἐν τῷ οἴκῳ, ᾧ ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 5,36         ο Ιωανάν απέκτησε τον Αζαρίαν. Αυτός υπήρξεν αρχιερεύς στον ναόν του Κυρίου, τον οποίον είχεν οικοδομήσει ο Σολομών εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 5,37    καὶ ἐγέννησεν Ἀζαρίας τὸν Ἀμαρία, καὶ Ἀμαρία ἐγέννησε τὸν Ἀχιτώβ,

Α Παραλ. 5,37         Ο Αζαρίας απέκτησε τον Αμαρία, ο Αμαρία, απέκτησε τον Αχιτώβ,

Α Παραλ. 5,38    καὶ Ἀχιτὼβ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, καὶ Σαδὼκ ἐγέννησε τὸν Σαλώμ,

Α Παραλ. 5,38         ο Αχιτώβ απέκτησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ απέκτησε τον Σαλώμ,

Α Παραλ. 5,39    καὶ Σαλὼμ ἐγέννησε τὸν Χελκίαν, καὶ Χελκίας ἐγέννησε τὸν Ἀζαρίαν,

Α Παραλ. 5,39         ο Σαλώμ απέκτησε τον Χελκίαν, ο Χελκίας απέκτησε τον Αζαρίαν,

Α Παραλ. 5,40    καὶ Ἀζαρίας ἐγέννησε τὸν Σαραία, καὶ Σαραίας ἐγέννησε τὸν Ἰωσαδάκ,

Α Παραλ. 5,40         ο Αζαρίας απέκτησε τον Σαραία, ο Σαραίας απέκτησε τον Ιωσαδάκ,

Α Παραλ. 5,41    καὶ Ἰωσαδὰκ ἐπορεύθη ἐν τῇ μετοικεσίᾳ μετὰ Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν χειρὶ Ναβουχοδονόσορ.

Α Παραλ. 5,41         ο Ιωσαδάκ επήρε τον δρόμον της αιχμαλωσίας μαζή με την φυλήν του Ιούδα, όταν η Ιερουσαλήμ έπεσεν εις τας χείρας του Ναδουχοδονόσορος.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 6

 

Α Παραλ. 6,1      Υἱοὶ Λευί· Γεδσών, Καὰθ καὶ Μεραρί.

Α Παραλ. 6,1            Οι υιοί του Λευί ήσαν ο Γεδσών, ο Καάθ και ο Μεραρί.

Α Παραλ. 6,2      καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Γεδσών· Λοβενὶ καὶ Σεμεΐ.

Α Παραλ. 6,2           Αυτά δε είναι τα ονόματα των υιών του Γεδσών· ο Λοβενί και ο Σεμεΐ.

Α Παραλ. 6,3      υἱοὶ Καάθ· Ἄμβραμ καὶ Ἰσσάαρ, Χεβρὼν καὶ Ὀζιήλ.

Α Παραλ. 6,3           Υιοί του Καάθ ήσαν· ο Αμβραμ και ο Ισσάαρ, ο Χεβρών και ο Οζιήλ.

Α Παραλ. 6,4      υἱοὶ Μεραρί· Μοολὶ καὶ Ὁμουσί. καὶ αὗται αἱ πατριαὶ τοῦ Λευὶ κατὰ πατριὰς αὐτῶν.

Α Παραλ. 6,4           Υιοί του Μεραρί ήσαν ο Μοολί και ο Ομουσί. Αυταί είναι αι οικογένειαι των Λευιτών κατά τους οίκους των πατέρων των.

Α Παραλ. 6,5      τῷ Γεδσών· τῷ Λοβενὶ υἱῷ αὐτοῦ Ἰὲθ υἱὸς αὐτοῦ, Ζαμμὰ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,5           Εις τον Γεδσών υιοί και απόγονοι ήσαν οι εξής· Ο υιός του ο Λοβενί, ο υιός του Λοβενί ο Ιέθ, ο υιός του Ιέθ ο Ζαμμά,

Α Παραλ. 6,6      Ἰωὰχ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀδδὶ υἱὸς αὐτοῦ, Ζαρὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἰεθρὶ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,6           ο υιός του Ζαμά ο Ιωάχ, ο υιός του Ιωάχ ο Αδδί, ο υιός του Αδδί ο Ζαρά, ο υιός του Ζαρά ο Ιεθρί.

Α Παραλ. 6,7      υἱοὶ Καάθ· Ἀμιναδὰβ υἱὸς αὐτοῦ, Κορὲ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀσὴρ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,7           Οι απόγονοι δε του Καάθ ήσαν οι εξής· Αμιναδάβ ο υιός του, ο Κορέ ο υιός του Αμιναδάδ, ο Ασήρ ο υιός του Κορέ,

Α Παραλ. 6,8      Ἑλκανὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀβισὰφ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,8           ο Ελκανά ο υιός του Ασήρ, ο Αβισάφ ο υιός του Ελκανά, ο Ασήρ ο υιός του Αβισάφ,

Α Παραλ. 6,9      Θαὰθ υἱὸς αὐτοῦ, Οὐριὴλ υἱὸς αὐτοῦ, Ὀζία υἱὸς αὐτοῦ, Σαοὺλ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,9           ο Θαάθ ο υιός του Ασήρ, ο Ουριήλ ο υιός του Θαάθ, ο Οζία ο υιός του Ουριήλ, ο Σαούλ ο υιός του Οζία.

Α Παραλ. 6,10    καὶ υἱοὶ Ἑλκανά, Ἀμασὶ καὶ Ἀχιμώθ,

Α Παραλ. 6,10         Οι υιοί του Ελκανά ήσαν ο Αμασί και ο Αχιμώθ,

Α Παραλ. 6,11    Ἑλκανὰ υἱὸς αὐτοῦ, Σουφὶ υἱὸς αὐτοῦ καὶ Ναὰθ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,11          ο Ελκανά, οι υιοί του Ελκανά τούτου είναι ο Σουφί, ο Ναάθ ο υιός του Σουφί.

Α Παραλ. 6,12    Ἐλιὰβ υἱὸς αὐτοῦ, Ἱερεὰμ υἱὸς αὐτοῦ, Ἑλκανὰ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,12         Ο Ελιάβ ο υιός του Ναάθ, ο Ιερεάμ ο υιός του Ελιάβ, ο Ελκανά ο υιός του Ιερεάμ.

Α Παραλ. 6,13    υἱοὶ Σαμουήλ· ὁ πρωτότοκος Σανὶ καὶ Ἀβιά.

Α Παραλ. 6,13         Υιοί του Σαμουήλ είναι· ο πρωτότοκος αυτού ο Σανί και ο Αβιά.

Α Παραλ. 6,14    υἱοὶ Μεραρί· Μοολί, Λοβενὶ υἱὸς αὐτοῦ, Σεμεΐ υἱὸς αὐτοῦ, Ὀζὰ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,14         Οι απόγονοι του Μεραρί είναι· ο υιός του ο Μοολί, ο Λοβενί ο υιός του Μοολί, ο Σεμεΐ ο υιός του Λοβενί, ο Οζά ο υιός του Σεμεΐ,

Α Παραλ. 6,15    Σαμαὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀγγία υἱὸς αὐτοῦ, Ἀσαΐας υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,15         ο Σαμαά ο υιός του Οζά, ο Αγγία ο υιός του Σαμαά, ο Ασαΐας ο υιός του Αγγία.

Α Παραλ. 6,16    καὶ οὗτοι, οὓς κατέστησε Δαυὶδ ἐπὶ χεῖρας ᾀδόντων ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐν τῇ καταπαύσει τῆς κιβωτοῦ,

Α Παραλ. 6,16         Αυτοί είναι εκείνοι τους οποίους είχε καταστήσει ο Δαυίδ διευθυντάς των ψαλτών στον οίκον του Κυρίου, έπειτα από την εγκατάστασιν της Κιβωτού.

Α Παραλ. 6,17    καὶ ἦσαν λειτουργοῦντες ἐναντίον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἐν ὀργάνοις, ἕως οὗ ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τὸν οἶκον Κυρίου ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔστησαν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν ἐπὶ τὰς λειτουργίας αὐτῶν.

Α Παραλ. 6,17         Αυτοί υπηρετούσαν ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου με τα μουσικά των όργανα, έως ότου ο Σολομών οικοδόμησε τον ναόν του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ. Αυτοί δε κατενεμήθησαν αναλόγως των υπηρεσιών των ως ακολούθως·

Α Παραλ. 6,18    καὶ οὗτοι οἱ ἑστηκότες καὶ υἱοὶ αὐτῶν ἐκ τῶν υἱῶν τοῦ Καάθ· Αἰμὰν ὁ ψαλτῳδὸς υἱὸς Ἰωήλ, υἱοῦ Σαμουήλ,

Α Παραλ. 6,18         Πρώτον εκείνοι οι οποίοι είχαν ορισθή να προσφέρουν τας υπηρεσίας των μαζή με τους υιούς των. Από τους υιούς του Καάθ ήσαν Αιμάν ο ψάλτης ο υιός του Ιωήλ, ο οποίος ήτο υιός Σαμουήλ,

Α Παραλ. 6,19    υἱοῦ Ἑλκανά, υἱοῦ Ἱερεβὰμ υἱοῦ Ἐλιὴλ υἱοῦ Θοοὺ

Α Παραλ. 6,19         ο οποίος πάλιν Σαμουήλ ήτο υιός του Ελκανά, υιού του Ιερεβάμ υιού Ελιήλ, υιού του Θοού,

Α Παραλ. 6,20    υἱοῦ Σοὺφ υἱοῦ Ἑλκανὰ υἱοῦ Μαὰθ υἱοῦ Ἀμαθὶ

Α Παραλ. 6,20        ο Θοού ήτο υιός του Σουφ υιού του Ελκανά, υιού του Μαάθ, υιού του Αμαθί.

Α Παραλ. 6,21    υἱοῦ Ἑλκανὰ υἱοῦ Ἰωὴλ υἱοῦ Ἀζαρία υἱοῦ Σαφανία

Α Παραλ. 6,21         Ο Αμαθί ήτο υιός του Ελκανά, υιού του Ιωήλ, υιού του Αζαρία, υιού του Σαφανία.

Α Παραλ. 6,22    υἱοῦ Θαὰθ υἱοῦ Ἀσὴρ υἱοῦ Ἀβιασὰφ υἱοῦ Κορὲ

Α Παραλ. 6,22        Ο Σαφανίας ήτο υιός του Θαάθ, υιού του Ασήρ, υιού του Αβιασάφ, υιού του Κορέ,

Α Παραλ. 6,23    υἱοῦ Ἰσάαρ υἱοῦ Καὰθ υἱοῦ Λευὶ υἱοῦ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 6,23         υιού του Ισάαρ, υιού του Κααθ, ο οποίος Κααθ ήτο υιός του Λευί υιού του Ιακώβ.

Α Παραλ. 6,24    καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἀσὰφ ὁ ἑστηκὼς ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ· Ἀσὰφ υἱὸς Βαραχία υἱοῦ Σαμαὰ

Α Παραλ. 6,24        Ο αδελφός του Αιμαν ο Ασάφ ίστατο εις τα δεξιά του αδελφού του. Αυτός ο Ασάφ ήτο υιός του Βαραχία υιού του Σαμαά,

Α Παραλ. 6,25    υἱοῦ Μιχαὴλ υἱοῦ Βαασία υἱοῦ Μελχία

Α Παραλ. 6,25         υιού του Μιχαήλ, υιού του Βαασία, υιού του Μελχία.

Α Παραλ. 6,26    υἱοῦ Ἀθανὶ υἱοῦ Ζαραΐ υἱοῦ Ἀδαΐ

Α Παραλ. 6,26        Ο Μελχίας ήτο υιός του Αθανί, υιού του Ζαραΐ, υιού του Αδαΐ.

Α Παραλ. 6,27    υἱοῦ Αἰθὰν υἱοῦ Ζαμμὰ υἱοῦ Σεμεΐ

Α Παραλ. 6,27         Ο Αδα ήτο υιός του Αιθάν, υιού του Ζαμά, υιού του Σεμεΐ.

Α Παραλ. 6,28    υἱοῦ Ἰεὲθ υἱοῦ Γεθσὼν υἱοῦ Λευί.

Α Παραλ. 6,28        Ο Σεμεί ήτο υιός του Ιεέθ, υιού του Γεθσών, υιού του Λευι.

Α Παραλ. 6,29    καὶ υἱοὶ Μεραρὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν ἐξ ἀριστερῶν· Αἰθὰν υἱὸς Κισὰ υἱοῦ Ἀβαΐ υἱοῦ Μαλὼχ

Α Παραλ. 6,29        Οι απόγονοι του Μεραρί, οι αδελφοί του οι ευρισκόμενοι εις τα αριστερά ήσαν ο Αιθάν ο υιός του Κισά, υιού του Αβαΐ, υιού του Μαλών.

Α Παραλ. 6,30    υἱοῦ Ἀσεβὶ υἱοῦ Ἀμεσία υἱοῦ Χελκίου

Α Παραλ. 6,30         Ο Μαλώχ ήτο υιός του Ασεβί, υιού του Αμεσίου, υιού του Χελκίου.

Α Παραλ. 6,31    υἱοῦ Ἀμασαΐ υἱοῦ Βανὶ υἱοῦ Σεμὴρ

Α Παραλ. 6,31         Ο Χελκίας ήτο υιός του Αμασα, υιού του Βανί, υιού του Σεμήρ.

Α Παραλ. 6,32    υἱοῦ Μοολὶ υἱοῦ Μουσὶ υἱοῦ Μεραρὶ υἱοῦ Λευί.

Α Παραλ. 6,32         Ο Σεμήρ ήτο υιός του Μοολί, υιού του Μουσί, υιού του Μεραρί, υιού του Λευι.

Α Παραλ. 6,33    καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, οἱ Λευῖται οἱ δεδομένοι εἰς πᾶσαν ἐργασίαν λειτουργίας σκηνῆς οἴκου τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 6,33         Οι αδελφοί των οι Λευίται κατά τας πατριαρχικάς των οικογενείας είχον ορισθή και είχον αναλάβει όλην την εξωτερικήν εργασίαν της Σκηνής του οίκου του Θεού.

Α Παραλ. 6,34    καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ θυμιῶντες ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν θυμιαμάτων εἰς πᾶσαν ἐργασίαν ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐξιλάσκεσθαι περὶ Ἰσραὴλ κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Μωυσῆς παῖς τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 6,34         Ο Ααρών και οι υιοί του έκαιαν, ως ιερείς, επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων τα προς θυσίαν προσφερόμενα και προσέφερον θυμίαμα στο θυσιαστήριον των θυμιαμάτων. Αυτοί είχαν αναλάβει να εκπληρώνουν όλας τας υπηρεσίας εις τα Αγια των Αγίων και να εξιλεώνουν τον ισραηλιτικόν λαόν ενώπιον του Θεού σύμφωνα με όλα, όσα είχε διατάξει ο Μωϋσής, ο δούλος του Θεού.

Α Παραλ. 6,35    καὶ οὗτοι υἱοὶ Ἀαρών· Ἐλεάζαρ υἱὸς αὐτοῦ, Φινεὲς υἱὸς αὐτοῦ, Ἀβισοὺ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,35         Αυτοί δε είναι οι υιοί και οι απόγονοι του Ααρών· ο Ελεάζαρ ο υιός του Ααρών, ο Φινεές ο υιός του Ελεάζαρ, ο Αβισού ο υιός του Φινεές,

Α Παραλ. 6,36    Βωκαὶ υἱὸς αὐτοῦ, Ὀζὶ υἱὸς αὐτοῦ, Ζαραΐα υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,36         ο Βωκαί ο υιός του Αβισού, ο Οζί ο υιός του Βωκαί, ο Ζαραΐα ο υιός του Οζί,

Α Παραλ. 6,37    Μαριὴλ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀμαρία υἱὸς αὐτοῦ, Ἀχιτὼβ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 6,37         ο Μαριήλ ο υιός του Ζαραΐα, ο Αμαρία ο υιός του Μαριήλ, ο Αχιτώβ ο υιός του Αμαρία.

Α Παραλ. 6,38    Σαδὼκ υἱὸς αὐτοῦ, Ἀχιμάας υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 6,38         Ο Σαδώκ ο υιός του Αχιτώβ, ο Αχιμάας ο υιός του Σαδώκ.

Α Παραλ. 6,39    καὶ αὗται αἱ κατοικίαι αὐτῶν ἐν ταῖς κώμαις αὐτῶν, ἐν τοῖς ὁρίοις αὐτῶν· τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τῇ πατριᾷ τοῦ Κααθὶ -ὅτι αὐτοῖς ἐγένετο ὁ κλῆρος-

Α Παραλ. 6,39         Αυταί δε ήσαν αι κατοικίαι των εις τας διαφόρους πόλεις και τα περίχωρα αυτών. Εις τους υιούς του Ααρών και εις την οικογένειαν του Κααθί

Α Παραλ. 6,40    καὶ ἔδωκαν αὐτοῖς τὴν Χεβρὼν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς κύκλῳ αὐτῆς·

Α Παραλ. 6,40        εδόθη δια κλήρου η Χεβρών εις την γην του Ιούδα και αι γύρω καλλιεργήσιμοι εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,41    καὶ τὰ πεδία τῆς πόλεως καὶ τὰς κώμας αὐτῆς ἔδωκαν τῷ Χαλὲβ υἱῷ Ἰεφοννή.

Α Παραλ. 6,41         Αλλά τους αγρούς της πόλεως και τας κωμοπόλεις αυτής έδωκαν στον Χαλέβ, τον υιόν του Ιεφοννή.

Α Παραλ. 6,42    καὶ τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν ἔδωκαν τὰς πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, τὴν Χεβρὼν καὶ τὴν Λοβνὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Σελνὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἐσθαμὼ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,42        Εις τους υιούς του Ααρών έδωσαν τας πόλεις- άσυλα την Χεβρών, την Λοβνά και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Σελνά και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Εσθαμώ και τας γύρω από αυτήν καλιεργησίμους γαίας,

Α Παραλ. 6,43    καὶ τὴν Ἰεθθὰρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Δαβὶρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,43         την Ιεθθάρ και τους γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους αγρούς, την Δαβίρ και τους γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους αγρούς,

Α Παραλ. 6,44    καὶ τὴν Ἀσὰν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Βασαμὺς καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς.

Α Παραλ. 6,44        την Ασάν και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας, την Βασαμύς και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,45    καὶ ἐκ φυλῆς Βενιαμὶν τὴν Γαβαὲ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Γαλεμὲθ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἀναθὼθ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς· πᾶσαι αἱ πόλεις αὐτῶν τρισκαίδεκα πόλεις κατὰ πατριὰς αὐτῶν.

Α Παραλ. 6,45         Από δε την περιοχήν της φυλής Βενιαμίν έδωκαν την Γαβαέ και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους γαίας, την Γαλεμέθ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας, την Αναθώθ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας. Ολαι αυταί αι πόλεις ήσαν εν όλω δεκατρείς, ανά τας διαφόρους πατριαρχικάς οικογενείας.

Α Παραλ. 6,46    καὶ τοῖς υἱοῖς Καὰθ τοῖς καταλοίποις ἐκ τῶν πατριῶν ἐκ τῆς φυλῆς ἐκ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ κλήρῳ πόλεις δέκα.

Α Παραλ. 6,46        Εις τους άλλους υιούς του Καάθ έδωσαν δια κλήρου δέκα πόλεις από τας οικογενείας της φυλής και από το ήμισυ της φυλής του Μανασσή.

Α Παραλ. 6,47    καὶ τοῖς υἱοῖς Γεδσὼν κατὰ πατριὰς αὐτῶν ἐκ φυλῆς Ἰσσάχαρ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ, ἀπὸ φυλῆς Νεφθαλί, ἐκ φυλῆς Μανασσῆ ἐν τῇ Βασὰν πόλεις τρισκαίδεκα.

Α Παραλ. 6,47         Εις τους απογόνους του Γεδσών έδωσαν δια κλήρου κατά τας πατριαρχικάς αυτών οικογενείας δεκατρείς πόλεις από την φυλήν Ισσάχαρ, την φυλήν Ασήρ, την φυλήν Νεφθαλί και την φυλήν Μανασσή εις την χώραν Βασάν.

Α Παραλ. 6,48    καὶ τοῖς υἱοῖς Μεραρί κατὰ πατριὰς αὐτῶν ἐκ φυλῆς Ῥουβήν, ἐκ φυλῆς Γάδ, ἐκ φυλῆς Ζαβουλὼν κλήρῳ πόλεις δεκαδύο.

Α Παραλ. 6,48        Εις τους απογόνους του Μεραρί έδωσαν κατά τας πατριαρχικάς αυτών οικογενείας δια κλήρου δώδεκα πόλεις από την φυλήν Ρουβήν, από την φυλήν Γαδ, από την φυλήν Ζαβουλών.

Α Παραλ. 6,49    καὶ ἔδωκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοῖς Λευίταις τὰς πόλεις καὶ τὰ περισπόρια αὐτῶν·

Α Παραλ. 6,49        Οι Ισραηλίται έδωκαν στους Λευίτας τας πόλεις αυτάς και τας γύρω από αυτάς καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,50    καὶ ἔδωκαν ἐν κλήρῳ ἐκ φυλῆς υἱῶν Ἰούδα καὶ ἐκ φυλῆς υἱῶν Συμεὼν καὶ ἐκ φυλῆς υἱῶν Βενιαμὶν τὰς πόλεις ταύτας, ἃς ἐκάλεσεν αὐτὰς ἐπ᾿ ὀνόματος.

Α Παραλ. 6,50         Εδωκαν δηλαδή δια κλήρου από την φυλήν του Ιούδα, από την φυλήν Συμεών, από την φυλήν Βενιαμίν τας πόλεις αυτάς, αι οποίαι ανεφέρθησαν με τα ονόματά των.

Α Παραλ. 6,51    καὶ ἀπὸ τῶν πατριῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἐγένοντο πόλεις τῶν ὁρίων αὐτῶν ἐκ φυλῆς Ἐφραίμ.

Α Παραλ. 6,51         Οσον δε δια τας άλλας οικογενείας των απογόνων του Καάθ αι πόλεις, αι οποίαι δια κλήρου τους εδόθησαν, ήσαν από την φυλήν του Εφραίμ.

Α Παραλ. 6,52    καὶ ἔδωκαν αὐτοῖς τὰς πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, τὴν Συχὲμ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ τὴν Γαζὲρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,52         Εδωκαν εις αυτούς ως πόλεις- φυγαδευτήρια την πόλιν Συχέμ και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους γαίας στο όρος Εφραίμ και την Γαζέρ με την γύρω αυτής καλλιεργήσιμον περιοχήν.

Α Παραλ. 6,53    καὶ τὴν Ἰεκμαὰν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Βαιθωρὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,53         Εδωκαν επίσης την πόλιν Ιεκμαάν και τους γύρω αυτής καλλιεργησίμους αγρούς, την Βαιθωρών και τους γύρω αυτής καλλιεργησίμους αγρούς.

Α Παραλ. 6,54    καὶ τὴν Ἐγλὰμ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Γεθρεμμὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,54         Την Εγλάμ και τους γύρω αυτής καλιεργησίμους αγρούς, την Γεθρεμμών και την γύρω αυτής καλλιεργήσιμον περιοχήν.

Α Παραλ. 6,55    καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ τὴν Ἀνὰρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἰεμβλάαν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς, κατὰ πατριὰν τοῖς υἱοῖς Καὰθ τοῖς καταλοίποις.

Α Παραλ. 6,55         Εις δε τας υπολοίπους οικογενείας των άλλων υιών του Καάθ έδωσαν από το ήμισυ της φυλής Μανασσή την πόλιν Ανάρ και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους γαίας, την Ιεμβλάαν και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,56    τοῖς υἱοῖς Γεδσὼν ἀπὸ πατριῶν ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ τὴν Γωλὰν ἐκ τῆς Βασὰν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἀσηρὼθ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς·

Α Παραλ. 6,56         Εις τους υιούς του Γεδσών έδωσαν από τας οικογενείας του ημίσεος της φυλής του Μανασσή την πόλιν Γωλάν από την χώραν Βασάν και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους εκτάσεις. Την Ασηρώθ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,57    καὶ ἐκ φυλῆς Ἰσσάχαρ τὴν Κέδες καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Δεβερὶ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Δαβὼρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,57         Από την φυλήν του Ισσάχαρ έδωσαν την Κέδες και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Δεβερί και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Δαβώρ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,58    καὶ τὴν Ζαβὼρ καὶ τὴν Αἰνὰν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς·

Α Παραλ. 6,58         Την Ζαβώρ και την Αινάν και τας γύρω από αυτάς καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,59    καὶ ἐκ φυλῆς Ἀσὴρ τὴν Μαασὰλ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἀβδὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,59         Από την φυλήν του Ασήρ έδωκαν την Μαασάλ και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους γαίας, την Αβδών και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,60    καὶ τὴν Ἀκὰκ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ῥοὼβ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς·

Α Παραλ. 6,60        Την Ακάκ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας, την Ροώβ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας.

Α Παραλ. 6,61    καὶ ἀπὸ φυλῆς Νεφθαλὶ τὴν Κέδες ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Χαμὼθ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Καριαθαΐμ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς.

Α Παραλ. 6,61         Από την φυλήν του Νεφθαλί έδωσαν την Κέδες εις την Γαλιλαίαν και τους γύρω από αυτούς καλλιεργησίμους αγρούς, την Χαμώθ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας, την Καριαθαΐμ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,62    τοῖς υἱοῖς Μεραρὶ τοῖς καταλοίποις ἐκ φυλῆς Ζαβουλὼν τὴν Ῥεμμὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Θαλλιὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς,

Α Παραλ. 6,62        Εδωσαν στους υπολοίπους Λευίτας, απογόνους του Μεραρί, από την φυλήν Ζαβουλών την πόλιν Ρεμμών και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Θαλλιά και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,63    ἐκ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου τὴν Ἱεριχὼ κατὰ δυσμὰς τοῦ Ἰορδάνου· ἐκ φυλῆς Ῥουβὴν τὴν Βοσὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἰασὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,63         Από δε την πέραν του Ιορδάνου περιοχήν απέναντι από την Ιεριχώ, την κειμένην προς δυσμάς του Ιορδάνου ποταμού, έδωσαν από την φυλήν του Ρουβήν την Βοσόρ, η οποία ευρίσκεται εις την έρημον με τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Ιασά και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις,

Α Παραλ. 6,64    καὶ τὴν Καδμὼθ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Μαεφλὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,64        την Καδμώθ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους γαίας, την Μαεφλά και τους γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους αγρούς.

Α Παραλ. 6,65    καὶ ἐκ φυλῆς Γὰδ τὴν Ῥαμμὼθ Γαλαὰδ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Μααναΐμ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς

Α Παραλ. 6,65         Από δε την φυλήν του Γαδ έδωσαν την Ραμμώθ εις την χώραν Γαλαάδ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις, την Μααναΐμ και τας γύρω από αυτήν καλλιεργησίμους εκτάσεις.

Α Παραλ. 6,66    καὶ τὴν Ἐσεβὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἰαζὴρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς.

Α Παραλ. 6,66        Την Εσεβών και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους εκτάσεις και την Ιαζήρ και τας γύρω αυτής καλλιεργησίμους εκτάσεις.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 7

 

Α Παραλ. 7,1      Καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσσάχαρ· Θωλὰ καὶ Φουὰ καὶ Ἰασοὺβ καὶ Σεμερών, τέσσαρες.

Α Παραλ. 7,1            Οι υιοί του Ισσάχαρ ήσαν ο Θωλά, ο Φουα, ο Ιασούβ, ο Σεμερών, τέσσαρες εν όλω.

Α Παραλ. 7,2      καὶ υἱοὶ Θωλά· Ὀζί, Ῥαφαΐα καὶ Ἰεριὴλ καὶ Ἰαμαΐ καὶ Ἰεβασὰμ καὶ Σαμουήλ, ἄρχοντες οἴκων πατριῶν αὐτῶν τῷ Θωλά, ἰσχυροὶ δυνάμει κατὰ γενέσεις αὐτῶν. ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐν ἡμέραις Δαυὶδ εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι.

Α Παραλ. 7,2           Οι υιοί του Θωλά, ήσαν ο Οζί, ο Ραφαΐα, ο Ιεριήλ, ο Ιαμαΐ, ο Ιεβασάμ και ο Σαμουήλ. Ολοι αυτοί ήσαν αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών, που είχαν εξέλθει από τον Θωλά, άνδρες γενναίοι, καταγεγραμμένοι κατά τας γενεαλογίας των και των οποίων ο αριθμός κατά την εποχήν του Δαυίδ ανήλθεν εις είκοσι δύο χιλιάδας εξακοσίους.

Α Παραλ. 7,3      καὶ υἱοὶ Ὀζί· Ἰεζραΐα καὶ υἱοὶ Ἰεζραΐα· Μιχαήλ, Ἀβδιοὺ καὶ Ἰωὴλ καὶ Ἰεσία, πέντε, ἄρχοντες πάντες.

Α Παραλ. 7,3           Υιός του Οζί ήτο ένάς, ο Ιεζραΐα. Υιοί του Ιεζραΐα ήσαν ο Μιχαήλ, ο Αβδιού, ο Ιωήλ, ο Ιεσία, εν όλω πέντε αρχηγοί πατριαρχικών οικογενειών.

Α Παραλ. 7,4      καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, ἰσχυροὶ παρατάξασθαι εἰς πόλεμον τριάκοντα καὶ ἓξ χιλιάδες, ὅτι ἐπλήθυναν γυναῖκας καὶ υἱούς.

Α Παραλ. 7,4           Μαζή με αυτούς, κατά τας γενεαλογίας των και τας πατριαρχικάς των οικογενείας, ήσαν άνδρες ισχυροί στον πόλεμον εν όλω τριανταέξ χιλιάδες. Τούτο δε διότι είχον πρλλάς γυναίκας και πολλά παιδιά.

Α Παραλ. 7,5      καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν εἰς πάσας πατριὰς Ἰσσάχαρ καὶ ἰσχυροὶ δυνάμει ὀγδοήκοντα καὶ ἑπτὰ χιλιάδες, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν πάντων.

Α Παραλ. 7,5           Οι αδελφοί αυτών, οι της ιδίας φυλής άνδρες εις όλας τας πατριαρχικάς οικογενείας της φυλής του Ισσάχαρ, ήσαν γενναίοι άνδρες, των όποίων ο αριθμός ανήρχετο εν συνόλω εις ογδοήκοντα επτά χιλιάδας.

Α Παραλ. 7,6      υἱοὶ Βενιαμίν· Βαλὲ καὶ Βαχὶρ καὶ Ἰαδιήλ, τρεῖς.

Α Παραλ. 7,6           Υιοί του Βενιαμίν ήσαν ο Βαλέ, ο Βαχίρ και ο Ιαδιήλ, τρεις εν όλω.

Α Παραλ. 7,7      καὶ υἱοὶ Βαλέ· Ἀσεβὼν καὶ Ὀζὶ καὶ Ὀζιὴλ καὶ Ἰεριμὼθ καὶ Οὐρί, πέντε, ἄρχοντες οἴκων πατριῶν ἰσχυροὶ δυνάμει, καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδες καὶ τριακοντατέσσαρες.

Α Παραλ. 7,7           Οι υιοί του Βαλέ ήσαν ο Ασεβών, ο Οζί, ο Οζιήλ, ο Ιεριμώθ και ο Ουρί, εν όλω πέντε. Αρχηγοί πατριαρχικών οίκων, άνδρες γενναίοι, των οποίων ο αριθμός της φυλής αυτής ανήρχετο εις είκοσι δύο χιλιάδας τριάκοντα τέσσαρας.

Α Παραλ. 7,8      καὶ υἱοὶ Βαχίρ· Ζεμιρὰ καὶ Ἰωὰς καὶ Ἐλιέζερ καὶ Ἐλιθενὰν καὶ Ἀμαρία καὶ Ἰεριμὼθ καὶ Ἀβιοὺδ καὶ Ἀναθὼθ καὶ Ἐλμεμέθ· πάντες οὗτοι υἱοὶ Βαχίρ.

Α Παραλ. 7,8           Οι υιοί του Βαχίρ ήσαν ο Ζεμιρά, ο Ιωάς, ο Ελιέζερ, ο Ελιθενάν, ο Αμαρία, ο Ιεριμώθ, ο Αβιούδ, ο Αναθώθ και ο Ελμεμέθ. Ολοι αυτοί ήσαν υιοί του Βαχίρ·

Α Παραλ. 7,9      καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν, ἄρχοντες οἴκων πατριῶν αὐτῶν ἰσχυροὶ δυνάμει, εἴκοσι χιλιάδες καὶ διακόσιοι.

Α Παραλ. 7,9           οι εγγεγραμμένοι εις τας γενεαλογίας κατά τας γενεάς των, αρχηγοί πατριαρχικών οίκων, άνδρες γενναίοι, εν όλω είκοσι χιλιάδες διακόσιοι.

Α Παραλ. 7,10    καὶ υἱοὶ Ἰαδιήλ· Βαλαάν. καὶ υἱοὶ Βαλαάν· Ἰαοὺς καὶ Βενιαμὶν καὶ Ἀὼθ καὶ Χανανὰ καὶ Ζαιθὰν καὶ Θαρσὶ καὶ Ἀχισαάρ.

Α Παραλ. 7,10         Υιός του Ιαδιήλ ήτο εις, ο Βαλαάν, υιοί του Βαλαάν ήσαν ο Ιαούς, ο Βενιαμίν, ο Αώθ, ο Χανανά, ο Ζαιθάν, ο Θαρσί και ο Αχισαάρ.

Α Παραλ. 7,11    πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰαδιήλ, ἄρχοντες τῶν πατριῶν ἰσχυροὶ δυνάμει ἑπτακαίδεκα χιλιάδες καὶ διακόσιοι, ἐκπορευόμενοι δυνάμει τοῦ πολεμεῖν.

Α Παραλ. 7,11          Ολοι αυτοί ήσαν υιοί του Ιαδιήλ, αρχηγοί πατριαρχικών οικογενειών, γενναίοι άνδρες, ανερχόμενοι εις δέκα επτά χιλιάδας διακοσίους και οι οποίοι ηδύναντο να εκστρατεύουν και να λαμβάνουν μέρος στον πόλεμον.

Α Παραλ. 7,12    καὶ Σαπφὶν καὶ Ἀπφὶν καὶ υἱοὶ Ῥαώμ· υἱὸς αὐτοῦ Ἀέρ.

Α Παραλ. 7,12         Ο Σαπφίν και ο Απφίν ήσαν υιοί του Ραώμ, του οποίου έγγονος ήτο ο Αέρ.

Α Παραλ. 7,13    υἱοὶ Νεφθαλί· Ἰασιήλ, Γωνὶ καὶ Ἰσσιὴρ καὶ Σαλλούρ, υἱοὶ Βαλαά.

Α Παραλ. 7,13          Οι υιοί του Νεφθαλί ήσαν ο Ιασιήλ, ο Γωνί, ο Ισσιήρ, ο Σαλλούρ, απόγονοι, της Βαλαά.

Α Παραλ. 7,14    υἱοὶ Μανασσῆ· Ἀσεριήλ, ὃν ἔτεκεν ἡ παλλακὴ αὐτοῦ ἡ Σύρα· ἔτεκε δὲ αὐτῷ καὶ Μαχὶρ πατέρα Γαλαάδ.

Α Παραλ. 7,14         Υιοί του Μανασσή ήσαν· ο Ασεριήλ, τον οποίον εγέννησεν η δευτέρας σειράς εκ Συρίας σύζυγος του. Αυτή δε εγέννησεν εις αυτόν και τον Μαχίρ, τον πατέρα της χώρας Γαλαάδ.

Α Παραλ. 7,15    καὶ Μαχὶρ ἔλαβε γυναῖκα τῷ Ἀμφὶν καὶ Μαμφίν· καὶ ὄνομα ἀδελφῆς αὐτοῦ Μοωχά. καὶ ὄνομα τῷ δευτέρῳ Σαλπαάδ, καὶ ἐγεννήθησαν τῷ Σαλπαὰδ θυγατέρες.

Α Παραλ. 7,15          Ο Μαχίρ εξέλεξεν αυτός συζύγους δια τους υιούς του Αμφίν και Μαμφίν. Το όνομα δε της αδελφής του ήτο Μοωχά. Το όνομα του δευτέρου του υιού ήτο Σαλπαάδ. Ο Σαλπαάδ απέκτησε μόνον θυγατέρας.

Α Παραλ. 7,16    καὶ ἔτεκε Μοωχὰ γυνὴ Μαχὶρ υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Φαρές, καὶ ὄνομα ἀδελφοῦ αὐτοῦ Σόρος· υἱοὶ αὐτοῦ Οὐλὰμ καὶ Ῥοκόμ.

Α Παραλ. 7,16         Η Μοωχά, σύζυγος του Μαχίρ, εγέννησεν υιόν τον οποίον εκάλεσε Φαρές. Το όνομα του αδελφού του ήτο Σορος. Υιοί του δε ήσαν ο Ουλάμ και ο Ροκόμ.

Α Παραλ. 7,17    καὶ υἱοὶ Οὐλάμ, Βαδάν. οὗτοι υἱοὶ Γαλαὰδ υἱοῦ Μαχὶρ υἱοῦ Μανασσῆ.

Α Παραλ. 7,17          Υιός του Ουλάμ ήτο ένας, ο Βαδάν. Αυτοί είναι οι υιοί του Γαλαάδ, υιού του Μαχίρ, υιού του Μανασσή.

Α Παραλ. 7,18    καὶ ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ ἡ Μαλεχὲθ ἔτεκε τὸν Ἰσαδὲκ καὶ τὸν Ἀβιέζερ καὶ τὸν Μαελά.

Α Παραλ. 7,18         Η αδελφή αυτού η Μαλεχέθ εγέννησε τον Ισαδέκ, τον Αβιέζερ και τον Μαελά.

Α Παραλ. 7,19    καὶ ἦσαν υἱοὶ Σεμιρά· Ἰααὶμ καὶ Συχὲμ καὶ Λαχὶμ καὶ Ἀνιάν.

Α Παραλ. 7,19         Οι υιοί του Σεμιρά ήσαν ο Ιααίμ, ο Συχέμ, ο Λαχίμ και ο Ανιάν.

Α Παραλ. 7,20    καὶ υἱοὶ Ἐφραίμ· Σωθαλὰ καὶ Βαρὰδ υἱὸς αὐτοῦ καὶ Θαὰθ υἱὸς αὐτοῦ, Ἐλεαδὰ υἱὸς αὐτοῦ, Νομεὲ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 7,20         Οι απόγονοι του Εφραίμ ήσαν ο Σωθαλά, ο Βαράδ υιός του Σωθαλά, ο Θαάθ υιός του Βαράδ, ο Ελεαδά υιός του Θαάθ, ο Νομεέ υιός του Ελεαδά.

Α Παραλ. 7,21    Ζαβὲδ υἱὸς αὐτοῦ, Σωθελὲ υἱὸς αὐτοῦ καὶ Ἀζὲρ καὶ Ἐλεάδ. καὶ ἀπέκτειναν αὐτοὺς οἱ ἄνδρες Γὲθ οἱ τεχθέντες ἐν τῇ γῇ, ὅτι κατέβησαν τοῦ λαβεῖν τὰ κτήνη αὐτῶν.

Α Παραλ. 7,21         Ο Ζαβέδ, ο υιός του Νομεέ, ο Σωθελέ ο υιός του Ζαβέδ, του οποίου υιός επίσης ήτο ο Αζέρ και ο Ελεάδ, τους οποίους εφόνευσαν άνθρωποι της Γέθ, οι εντόπιοι, διότι αυτοί είχαν κατεβή προς εκείνους, δια να αρπάσουν τα κτήνη των.

Α Παραλ. 7,22    καὶ ἐπένθησεν Ἐφραὶμ ὁ πατὴρ αὐτῶν ἡμέρας πολλάς, καὶ ἦλθον οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ τοῦ παρακαλέσαι αὐτόν.

Α Παραλ. 7,22         Ο πατέρας των ο Εφραίμ επένθησεν αυτούς επί πολλάς ημέρας και ήλθον οι αδελφοί αυτού να τον παρηγορήσουν.

Α Παραλ. 7,23    καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔλαβεν ἐν γαστρὶ καὶ ἔτεκεν υἱόν, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Βαραγά, ὅτι ἐν κακοῖς ἐγένετο ἐν οἴκῳ μου.

Α Παραλ. 7,23         Αυτός ήλθεν εις επικοινωνίαν με την γυναίκα του, εκείνη δε συνέλαβε και εγέννησεν υιόν, τον οποίον και εκάλεσε Βαραγά. Του έδωσε δε αυτό το όνομα, διότι μεγάλαι συμφοραί είχον πέσει τότε στον οίκον του.

Α Παραλ. 7,24    καὶ ἐν ἐκείνοις τοῖς καταλοίποις καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Βαιθωρὼν τὴν κάτω καὶ τὴν ἄνω. καὶ υἱοὶ Ὀζάν· Σεηρά,

Α Παραλ. 7,24         Με τους υπολοίπους αυτού υιούς οικοδόμησε την Ανω και Κατω Βαιθωρών. Υιοί του Οζάν ήσαν ο Σεηρά,

Α Παραλ. 7,25    καὶ Ῥαφὴ υἱοὶ αὐτοῦ, Σαρὰφ καὶ Θαλεὲς υἱοὶ αὐτοῦ, Θαὲν υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 7,25         υιοί δε του Σεηρά ο Ραφή, ο Σαράφ, ο Θαλεές και ο Θαέν ο υιός αυτού.

Α Παραλ. 7,26    τῷ Λααδὰν υἱῷ αὐτοῦ υἱὸς Ἀμιούδ, Ἐλισαμαΐ υἱὸς αὐτοῦ,

Α Παραλ. 7,26         Υιοί του Θαέν ήσαν ο Λααδάν και ο υιός του Λααδάν ο Αμιούδ, υιός του Αμιούδ ο Ελισαμαΐ.

Α Παραλ. 7,27    Νοὺμ υἱὸς αὐτοῦ, Ἰησουὲ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 7,27         Υιός του Ελισαμα ο Νούμ, υιός του Νουμ ο Ιησουέ.

Α Παραλ. 7,28    καὶ κατάσχεσις αὐτῶν καὶ κατοικία αὐτῶν· Βαιθὴλ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, κατ᾿ ἀνατολὰς Νοαράν, πρὸς δυσμαῖς Γαζὲρ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς· καὶ Συχὲμ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς ἕως Γαιὰν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς.

Α Παραλ. 7,28         Αι κατακτηθείσαι περιοχαί και κατοικίαι αυτών ήσαν η Βαιθήλ και αι κώμαι αι περί αυτήν. Προς ανατολάς η Νοαράν, προς δυσμάς η Γαζέρ και αι κώμαι, που εξηρτώντο από αυτήν. Η Συχέμ και αι κώμαι αυτής μέχρι της Γαιάν και των κωμοπόλεων, που εξηρτώντο από αυτήν.

Α Παραλ. 7,29    καὶ ἕως ὁρίων υἱῶν Μανασσῆ· Βαιθσαὰν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, Θαανὰχ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, Μαγεδδὼ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, Δὼρ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς. ἐν ταύταις κατῴκησαν υἱοὶ Ἰωσὴφ υἱοῦ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 7,29         Εις την περιοχήν των υιών Μανασσή, ήσαν αι πόλεις Βαιθσαάν και αι περί αυτήν κώμαι, η Θαανάχ και αι κώμαι που εξηρτώντο από αυτήν. Η Μαγεδδώ και αι κώμαι που εξηρτώντο από αυτήν. Η Δωρ και αι περί αυτήν κώμαι. Εις αυτάς είχον εγκατασταθή οι απόγονοι του Ιωσήφ, του υιού του Ιακώβ.

Α Παραλ. 7,30    υἱοὶ Ἀσήρ· Ἰεμνὰ καὶ Σουΐα. καὶ Ἰσουΐ καὶ Βεριὰ καὶ Σορὲ ἀδελφὴ αὐτῶν.

Α Παραλ. 7,30         Οι υιοί του Ασήρ ήσαν ο Ιεμνά, ο Σουΐα, ο Ισουΐ, ο Βεριά και η αδελφή αυτών η Σορέ.

Α Παραλ. 7,31    καὶ υἱοὶ Βεριά· Χάβερ καὶ Μελχιήλ, οὗτος πατὴρ Βερζαΐθ.

Α Παραλ. 7,31          Υιοί του Βεριά ήσαν ο Χαβερ και ο Μελχιήλ. Αυτός ήτο πατήρ του Βερζαΐθ.

Α Παραλ. 7,32    καὶ Χάβερ ἐγέννησε τὸν Ἰαφλὴτ καὶ τὸν Σαμὴρ καὶ τὸν Χωθὰμ καὶ τὴν Σωλὰ ἀδελφὴν αὐτῶν.

Α Παραλ. 7,32         Ο Χαβερ εγέννησε τον Ιαφλήτ, τον Σαμήρ, τον Χωθάμ και την αδελφήν αυτών την Σωλά.

Α Παραλ. 7,33    καὶ υἱοὶ Ἰαφλήτ· Φασὲκ καὶ Βαβαὴλ καὶ Ἀσίθ· οὗτοι υἱοὶ Ἰαφλήτ.

Α Παραλ. 7,33         Υιοί του Ιαφλήτ ήσαν ο Φασέκ, ο Βαμαήλ και ο Ασίθ. Αυτοί είναι οι υιοί του Ιαφλήτ.

Α Παραλ. 7,34    καὶ υἱοὶ Σεμμήρ· Ἀχιουραογὰ καὶ Ὀβὰ καὶ Ἀρὰμ

Α Παραλ. 7,34         Οι υιοί του Σεμμήρ ήσαν ο Αχιουραογά, ο Οβά, ο Αράμ,

Α Παραλ. 7,35    καὶ Βανηελάμ· ἀδελφοὶ αὐτοῦ Σοφὰ καὶ Ἰμανὰ καὶ Σελλὴς καὶ Ἀμάλ.

Α Παραλ. 7,35         ο Βανηελάμ. Αδελφοί αυτού ήσαν ο Σωφά, ο Ιμανά, ο Σελλής και ο Αμάλ.

Α Παραλ. 7,36    υἱοὶ Σωφά· Σουὲ καὶ Ἀρναφὰρ καὶ Σουδὰ καὶ Βαρὶν καὶ Ἰμρὰν

Α Παραλ. 7,36         Οι υιοί του Σωφά ήσαν ο Σουέ, ο Αρναφάρ, ο Σουδά, ο Βαρίν, ο Ιμράν,

Α Παραλ. 7,37    καὶ Σοβὰλ καὶ Ὢδ καὶ Σεμμὰ καὶ Σαλισὰ καὶ Ἰεθρὰν καὶ Βεηρά.

Α Παραλ. 7,37         ο Σοβάλ, ο Ωδ, ο Σεμμά, ο Σαλισά, ο Ιεθράν και ο Βεηρά.

Α Παραλ. 7,38    καὶ υἱοὶ Ἰεθήρ· Ἰεφινὰ καὶ Φασφὰ καὶ Ἀρά.

Α Παραλ. 7,38         Οι υιοί του Ιεθήρ ήσαν ο Ιεφινά, ο Φασφά και ο Αρά.

Α Παραλ. 7,39    καὶ υἱοὶ Ὡλά· Ὀρέχ, Ἀνιὴλ καὶ Ῥασιά.

Α Παραλ. 7,39         Οι υιοί του Ωλά ήσαν ο Ορέχ, ο Ανιήλ και ο Ρασιά.

Α Παραλ. 7,40    πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἀσήρ, πάντες ἄρχοντες πατριῶν ἐκλεκτοὶ ἰσχυροὶ δυνάμει, ἄρχοντες ἡγούμενοι· ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς παράταξιν τοῦ πολεμεῖν, ἀριθμὸς αὐτῶν ἄνδρες εἰκοσιὲξ χιλιάδες.

Α Παραλ. 7,40         Ολοι αυτοί ήσαν απόγονοι του Ασήρ, όλοι αρχηγοί πατριαρχικών οικογενειών, εκλεκτοί και γενναίοι άνδρες, άρχοντες και ηγούμενοι. Ο αριθμός εκείνων, που ηδύναντο να λάβουν μέρος εις πολεμικάς επιχειρήσεις, ανήρχετο εις εικοσιέξ χιλιάδας άνδρας.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 8

 

Α Παραλ. 8,1      Καὶ Βενιαμὶν ἐγέννησε Βαλὲ πρωτότοκον αὐτοῦ καὶ Ἀσβὴλ τὸν δεύτερον, Ἀαρὰ τὸν τρίτον,

Α Παραλ. 8,1            Ο Βενιαμίν απέκτησε πρωτότοκον υιόν τον Βαλέ, δευτερότοκον τον Ασβήλ, τρίτον τον Ααρά,

Α Παραλ. 8,2      Νωὰ τὸν τέταρτον καὶ Ῥαφὴ τὸν πέμπτον.

Α Παραλ. 8,2           τέταρτον τον Νωα, πέμπτον τον Ραφή.

Α Παραλ. 8,3      καὶ ἦσαν υἱοὶ τῷ Βαλέ· Ἀδὶρ καὶ Γηρὰ καὶ Ἀβιοὺδ

Α Παραλ. 8,3           Οι δε υιοί του Βαλέ ήσαν οι εξής· Ο Αδίρ, ο Γηρά, ο Αβιούδ,

Α Παραλ. 8,4      καὶ Ἀβισουὲ καὶ Νοαμὰ καὶ Ἀχιὰ

Α Παραλ. 8,4           ο Αβισουέ, ο Νοαμά, ο Αχιά,

Α Παραλ. 8,5      καὶ Γηρὰ καὶ Σεφουφὰμ καὶ Οὐράμ.

Α Παραλ. 8,5           ο Γηρά, ο Σεφουφάμ και ο Ουράμ.

Α Παραλ. 8,6      οὗτοι υἱοὶ Ἀώδ· οὗτοί εἰσιν ἄρχοντες πατριῶν τοῖς κατοικοῦσι Γαβεέ, καὶ μετῴκισαν αὐτοὺς εἰς Μαναχαθί·

Α Παραλ. 8,6           Αυτοί δε ήσαν οι υιοί του Αώδ, οι οποίοι και ήσαν άρχοντες πατριαρχικών οίκων, κατοικούσαν δε την Γαβεέ, όπου και τους μετέφεραν εις Μαναχαθί.

Α Παραλ. 8,7      καὶ Νοομὰ καὶ Ἀχιὰ καὶ Γηρά· οὗτος Ἰεγλαὰμ καὶ ἐγέννησε τὸν Ἀζὰ καὶ τὸν Ἰαχιχώ.

Α Παραλ. 8,7           Ο Νοομά, ο Αχιά και ο Γηρά. Αυτός ο Ιεγλαάμ εγέννησε τον Αζά και τον Ιαχιχώ.

Α Παραλ. 8,8      καὶ Σααρὶν ἐγέννησεν ἐν τῷ πεδίῳ Μωὰβ μετὰ τὸ ἀποστεῖλαι αὐτὸν Ὡσὶν καὶ τὴν Βααδὰ γυναῖκα αὐτοῦ.

Α Παραλ. 8,8           Ο Σααρίν απέκτησεν υιούς εις την πεδιάδα της χώρας Μωάβ, αφού διεζεύχθη τας συζύγους του Ωσίν και την Βααδά.

Α Παραλ. 8,9      καὶ ἐγέννησεν ἐκ τῆς Ἀδὰ γυναικὸς αὐτοῦ τὸν Ἰωβὰβ καὶ τὸν Σεβιὰ καὶ τὸν Μισὰ καὶ τὸν Μελχὰμ

Α Παραλ. 8,9           Απέκτησε δε αυτός από την γυναίκα του την Αδά τον Ιωβάβ, τον Σελά, τον Μισά, τον Μελχάμ,

Α Παραλ. 8,10    καὶ τὸν Ἰαὼς καὶ τὸν Σαβιὰ καὶ τὸν Μαρμά· οὗτοι ἄρχοντες τῶν πατριῶν.

Α Παραλ. 8,10         τον Ιαώς, τον Σαβιά και τον Μαρμά. Αυτοί ήσαν αρχηγοί πατριαρχικών οικονενειών.

Α Παραλ. 8,11    καὶ ἐκ τῆς Ὡσὶν ἐγέννησε τὸν Ἀβιτὼλ καὶ τὸν Ἀλφαάλ.

Α Παραλ. 8,11          Από δε την Ωσίν απέκτησε τον Αβιτώλ και τον Αλφαάλ.

Α Παραλ. 8,12    καὶ υἱοὶ Ἀλφαάλ· Ὠβήδ, Μισαάλ, Σεμμήρ· οὗτος ᾠκοδόμησε τὴν Ὠνὼ καὶ τὴν Λὼδ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς·

Α Παραλ. 8,12         Του Αλφαάλ δε οι υιοί ήσαν ο Ωβήδ, ο Μισαάλ, ο Σεμμήρ. Ο Σεμμήρ ανοικοδόμησε την Ωνώ και την Λωδ και τας κωμοπόλεις αυτής·

Α Παραλ. 8,13    καὶ Βεριὰ καὶ Σαμά. οὗτοι ἄρχοντες πατριῶν τοῖς κατοικοῦσιν Αἰλάμ, καὶ οὗτοι ἐξεδίωξαν τοὺς κατοικοῦντας Γέθ.

Α Παραλ. 8,13         και ο Βεριά και ο Σαμά, οι οποίοι ήσαν αρχηγοί πατριαρχικών οίκων, κατοικούσαν δε εις την Αιλάμ· αυτοί εξεδίωξαν τους κατοίκους της πόλεως Γέθ.

Α Παραλ. 8,14    καὶ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σωσὴκ καὶ Ἀριμὼθ

Α Παραλ. 8,14         Οι αδελφοί αυτού ήσαν ο Σωσήκ, ο Αριμώθ,

Α Παραλ. 8,15    καὶ Ζαβαδία, καὶ Ὠρὴδ καὶ Ἔδερ

Α Παραλ. 8,15         ο Ζαβαδία, ο Ωρήδ, ο Εδερ,

Α Παραλ. 8,16    καὶ Μιχαὴλ καὶ Ἰεσφὰ καὶ Ἰωδά, υἱοὶ Βεριά.

Α Παραλ. 8,16         ο Μιχαήλ, ο Ιεσφά, ο Ιωδά. Ησαν αυτοί υιοί του Βεριά.

Α Παραλ. 8,17    καὶ Ζαβαδία καὶ Μοσολλὰμ καὶ Ἀζακὶ καὶ Ἀβὰρ

Α Παραλ. 8,17         Υιοί του Ελφαάλ ήσαν ο Ζαβαδία, ο Μοσολλάμ, ο Αζακί, ο Αβάρ,

Α Παραλ. 8,18    καὶ Ἰσαμαρὶ καὶ Ἰεζλίας καὶ Ἰωβάβ, υἱοὶ Ἐλφαάλ.

Α Παραλ. 8,18         ο Ισαμαρί, ο Ιεζλίας και ο Ιωβάβ.

Α Παραλ. 8,19    καὶ Ἰακὶμ καὶ Ζαχρὶ καὶ Ζαβδὶ

Α Παραλ. 8,19         Υιοί δε του Σαμαΐθ ήσαν ο Ιακίμ, ο Ζαχρί, ο Ζαβδί,

Α Παραλ. 8,20    καὶ Ἐλιωναΐ καὶ Σαλαθὶ καὶ Ἐλιηλὶ

Α Παραλ. 8,20        ο Ελιωναΐ ο Σαλαθί, ο Ελιηλί,

Α Παραλ. 8,21    καὶ Ἀδαΐα καὶ Βαραΐα καὶ Σαμαράθ, υἱοὶ Σαμαΐθ.

Α Παραλ. 8,21         ο Αδαΐα, ο Βαραΐα και ο Σαμαράθ.

Α Παραλ. 8,22    καὶ Ἰεσφὰν καὶ Ὠβὴδ καὶ Ἐλεὴλ

Α Παραλ. 8,22        Ο Ιεσφάν, ο Ωβήδ, ο Ελεήλ,

Α Παραλ. 8,23    καὶ Ἀβδιὼν καὶ Ζεχρὶ καὶ Ἀνὰν

Α Παραλ. 8,23         ο Αβδών, ο Ζεχρί, ο Ανάν,

Α Παραλ. 8,24    καὶ Ἀνανία καὶ Ἀμβρὶ καὶ Αἰλὰμ καὶ Ἀναθὼθ

Α Παραλ. 8,24        ο Ανανίας, ο Αμβρί, ο Αιλάμ, ο Αναθώθ,

Α Παραλ. 8,25    καὶ Ἰαθὶν καὶ Ἰεφαδίας καὶ Φανουήλ, υἱοὶ Σωσήκ,

Α Παραλ. 8,25         ο Ιαθίν, ο Ιεφαδίας και ο Φανουήλ ήσαν υιοί του Σωσήκ.

Α Παραλ. 8,26    καὶ Σαμσαρὶ καὶ Σααρίας καὶ Γοθολία

Α Παραλ. 8,26        Υιοί δε του Ιεροάμ ήσαν ο Σαμσαρί, ο Σααρίας, ο Γοθολία,

Α Παραλ. 8,27    καὶ Ἰαρασία καὶ Ἐριὰ καὶ Ζεχρί, υἱοὶ Ἱεροάμ.

Α Παραλ. 8,27         ο Ιαρασία, ο Εριά και ο Ζεχρί.

Α Παραλ. 8,28    οὗτοι ἄρχοντες πατριῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν ἄρχοντες· οὗτοι κατῴκησαν ἐν Ἱερουσαλήμ·

Α Παραλ. 8,28        Ολοι αυτοί ήσαν αρχηγοί πατριαρχικών οίκων, άρχοντες κατά τας γενεαλογίας αυτών. Αυτοί είχαν κατοικήσει εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 8,29    καὶ ἐν Γαβαὼν κατῴκησε πατὴρ Γαβαών, καὶ ὄνομα γυναικὶ αὐτοῦ Μααχά.

Α Παραλ. 8,29        Εις την Γαβαών είχε κατοικήσει ο πατήρ Γαβαών. Το όνομα της γυναικός του ήτο Μααχά.

Α Παραλ. 8,30    καὶ ὁ υἱὸς αὐτῆς ὁ πρωτότοκος Ἀβαδὼν καὶ Σοὺρ καὶ Κὶς καὶ Βαὰλ καὶ Νὴρ καὶ Ναδὰβ

Α Παραλ. 8,30         Ο πρωτότοκος υιός της ωνομάζετο Αβαδών και οι άλλοι ήσαν ο Σούρ, ο Κις, ο Βαάλ, ο Νηρ, ο Ναδάβ,

Α Παραλ. 8,31    καὶ Γεδοὺρ καὶ ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ Ζακχοὺρ καὶ Μακελώθ·

Α Παραλ. 8,31         ο Γεδούρ, ο αδελφός αυτού, ο Ζακχούρ και ο Μακελώθ.

Α Παραλ. 8,32    καὶ Μακελὼθ ἐγέννησε τὸν Σαμαά· καὶ γὰρ οὗτοι κατέναντι τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν κατῴκησαν ἐν Ἱερουσαλὴμ μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 8,32         Ο Μακελώθ εγέννησεν υιόν τον Σαμαά. Αυτοί μαζή με άλλους αδελφούς των εγκατεστάθησαν απέναντι εις την Ιερουσαλήμ πλησίον των αδελφών των

Α Παραλ. 8,33    καὶ Νὴρ ἐγέννησε τὸν Κίς, καὶ Κὶς ἐγέννησε τὸν Σαούλ, καὶ Σαοὺλ ἐγέννησε τὸν Ἰωνάθαν καὶ τὸν Μελχισουὲ καὶ τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ τὸν Ἀσαβάλ.

Α Παραλ. 8,33         Ο Νηρ απέκτησε τον Κις, ο Κις απέκτησε τον Σαούλ, ο Σαούλ απέκτησε τον Ιωνάθαν, τον Μελχισουέ, τον Αμιναδάβ, τον Αβασάλ.

Α Παραλ. 8,34    καὶ υἱὸς Ἰωνάθαν Μεριβαάλ. καὶ ὁ Μεριβαὰλ ἐγέννησε τὸν Μιχά.

Α Παραλ. 8,34         Υιός του Ιωνάθαν ήτο ο Μεριβαάλ, ο δε Μεριβαάλ εγέννησε τον Μιχά.

Α Παραλ. 8,35    καὶ υἱοὶ Μιχά· Φίθων καὶ Μελὰχ καὶ Θαρὰχ καὶ Ἀχάζ.

Α Παραλ. 8,35         Οι υιοί του Μιχά ήσαν ο Φιθων, ο Μελάχ, ο Θαράχ, ο Αχάζ.

Α Παραλ. 8,36    καὶ Ἀχὰζ ἐγέννησε τὸν Ἰαδά, καὶ Ἰαδὰ ἐγέννησε τὸν Σαλαιμὰθ καὶ τὸν Ἀσμὼθ καὶ τὸν Ζαμβρί, καὶ Ζαμβρὶ ἐγέννησε τὸν Μαισά,

Α Παραλ. 8,36         Και ο Αχάζ απέκτησεν υιόν τον Ιαδά, ο Ιαδά απέκτησεν υιόν τον Σαλαιμάθ, τον Ασμώθ και τον Ζαμβρί. Ο Ζαμβρί απέκτησεν υιόν τον Μαισά.

Α Παραλ. 8,37    καὶ Μαισὰ ἐγέννησε τὸν Βαανά· Ῥαφαΐα υἱὸς αὐτοῦ, Ἐλασὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἐσὴλ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 8,37         Ο Μαισά απέκτησεν υιόν τον Βαανά, ο Βαανά απέκτησεν υιόν τον Ραφαΐα, ο Ραφαΐα τον Ελασά, ο Ελασά απέκτησεν υιόν τον Εσήλ.

Α Παραλ. 8,38    καὶ τῷ Ἐσὴλ ἓξ υἱοί, καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· Ἐζρικὰμ πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ Ἰσμαὴλ καὶ Σαραΐα καὶ Ἀβδία καὶ Ἀνὰν καὶ Ἀσά· πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἐσήλ.

Α Παραλ. 8,38         Ο Εσήλ είχεν εξ υιούς. Τα ονόματά των είναι αυτά· Πρωτότοκος είναι ο Εζρικάμ, κατόπιν ο Ισμαήλ, ο Σαραΐα, ο Αβδία, ο Ανάν και ο Ασά. Ολοι αυτοί είναι παιδιά του Εσήλ.

Α Παραλ. 8,39    καὶ υἱοὶ Ἀσήλ ἀδελφοῦ αὐτοῦ· Αἰλὰμ πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ Ἰὰς ὁ δεύτερος καὶ Ἐλιφαλὲτ ὁ τρίτος.

Α Παραλ. 8,39         Οι υιοί του Ασήλ, του αδελφού αυτού, είναι· Πρωτότοκός του ο Αιλάμ, ο δεύτερος ο Ιάς, τρίτος ο Ελιφαλέτ.

Α Παραλ. 8,40    καὶ ἦσαν υἱοὶ Αἰλὰμ ἰσχυροὶ ἄνδρες δυνάμει, τείνοντες τόξον καὶ πληθύνοντες υἱοὺς καὶ υἱοὺς τῶν υἱῶν, ἑκατὸν πεντήκοντα. πάντες οὗτοι ἐξ υἱῶν Βενιαμίν.

Α Παραλ. 8,40        Οι υιοί του Αιλάμ ήσαν άνδρες γενναίοι, οι οποίοι εχειρίζοντο με επιδεξιότητα το τόξον, είχον δε αποκτήσει πολλούς υιούς και εγγόνους, εν όλω εκατόν πεντήκοντα. Ολοι αυτοί ανήκον εις την φυλήν του Βενιαμίν.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 9

 

Α Παραλ. 9,1      Καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ὁ συλλοχισμὸς αὐτῶν, καὶ οὗτοι καταγεγραμμένοι ἐν βιβλίῳ τῶν βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα μετὰ τῶν ἀποικισθέντων εἰς Βαβυλῶνα ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν,

Α Παραλ. 9,1            Ολοι αυτοί οι Ισραηλίται είχαν καταγραφή κατά γενεαλογίας και ήσαν γραμμένοι στο βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ και του Ιούδα, μαζή με όσους είχαν μεταφερθή αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα εξ αιτίας των παρανομιών των.

Α Παραλ. 9,2      καὶ οἱ κατοικοῦντες πρότερον ἐν ταῖς κατασχέσεσιν αὐτῶν ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰσραήλ, οἱ ἱερεῖς, οἱ Λευῖται καὶ οἱ δεδομένοι.

Α Παραλ. 9,2           Οι πρώτοι κάτοικοι, οι οποίοι εγκατεστάθησαν εις τας παραχωρηθείσας προς αυτούς πόλεις μεταξύ του ισραηλιτικού λαού, ήσαν οι ιερείς, οι Λευίται και οι άλλοι υπηρέται του ναού.

Α Παραλ. 9,3      καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατῴκησαν ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰούδα καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Βενιαμὶν καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ·

Α Παραλ. 9,3           Εις την Ιερουσαλήμ κατώκησαν εκ της φυλής του Ιούδα, εκ της φυλής του Βενιαμίν, από τας φυλάς Εφραίμ και Μανασσή οι εξής·

Α Παραλ. 9,4      Γνωθὶ καὶ υἱὸς Ἀμμιούδ, υἱοῦ Ἀμρί, υἱοῦ υἱῶν Φαρὲς υἱοῦ Ἰούδα.

Α Παραλ. 9,4           Ο Γνωθί υιός του Αμμιούδ, υιού του Αμρί, ο οποίος ήτο υιός των απογόνων του Φαρές, ο δε Φαρές ήτο υιός του Ιούδα.

Α Παραλ. 9,5      καὶ ἐκ τῶν Σηλωνί· Ἀσαΐα πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 9,5           Από τους υιούς του Σηλωνί κατώκησαν ο πρωτότοκος υιός του ο Ασαΐα και τα παιδιά αυτού.

Α Παραλ. 9,6      ἐκ τῶν υἱῶν Ζαρά· Ἰεὴλ καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν, ἑξακόσιοι καὶ ἐνενήκοντα.

Α Παραλ. 9,6           Από τους υιούς του Ζαρά κατώκησαν ο Ιεήλ και οι απόγονοι αυτού, εν όλω εξακόσιοι ενενήκοντα.

Α Παραλ. 9,7      καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Βενιαμίν· Σαλὼ υἱὸς Μοσολλὰμ υἱοῦ Ὠδουΐα υἱοῦ Ἀσινοῦ

Α Παραλ. 9,7           Από τους υιούς του Βενιαμίν κατώκησαν ο Σαλώ, ο υιός του Μοσολλάμ, ο οποίος ήτο υιός του Ωδουΐα, υιού του Ασινού.

Α Παραλ. 9,8      καὶ Ἰεμναὰ υἱὸς Ἱεροβοὰμ καὶ Ἠλώ· οὗτοι υἱοὶ Ὀζὶ υἱοῦ Μαχίρ· καὶ Μασσαλὴμ υἱὸς Σαφατία υἱοῦ Ῥαγουὴλ υἱοῦ Ἰεμναΐ

Α Παραλ. 9,8           Ο Ιεμναά, ο υιός του Ιεροβοάμ, και ο Ηλώ· αυτοί είναι οι υιοί του Οζί, υιού του Μαχίρ, υιού του Μασσαλήμ, υιού του Σαφατία, ο οποίος ήτο υιός του Ραγουήλ, υιού του Ιεμναΐ.

Α Παραλ. 9,9      καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν, ἐννακόσιοι πεντηκονταέξ, πάντες οἱ ἄνδρες ἄρχοντες πατριῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 9,9           Μαζή των εγκατεστάθησαν και οι αδελφοί αυτών κατά τας οικογενείας των, εν όλω εννεακόσιοι πεντήκοντα εξ. Ολοι αυτοί οι άνδρες ήσαν αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών.

Α Παραλ. 9,10    καὶ ἀπὸ τῶν ἱερέων· Ἰωδαὲ καὶ Ἰωαρὶμ καὶ Ἰαχὶν

Α Παραλ. 9,10         Από δε τους ιερείς κατώκησαν ο Ιωδαέ, ο Ιωαρίμ, ο Ισχίν,

Α Παραλ. 9,11    καὶ Ἀζαρία υἱὸς Χελκία υἱοῦ Μοσολλὰμ υἱοῦ Σαδὼκ υἱοῦ Μαραϊὼθ υἱοῦ Ἀχιτὼβ ἡγούμενος οἴκου τοῦ Θεοῦ

Α Παραλ. 9,11          ο Αζαρία υιός του Χελκία, υιού του Μοσσολλάμ, υιού του Σαδώκ, υιού του Μαραϊώθ, υιού του Αχιτώβ, ο οποίος ήτο άρχων στον ναόν του Θεού.

Α Παραλ. 9,12    καὶ Ἀδαΐα υἱὸς Ἰραὰμ υἱοῦ Φασχὼρ υἱοῦ Μελχία καὶ Μαασαία υἱὸς Ἀδιὴλ υἱοῦ Ἐζιρὰ υἱοῦ Μοσολλὰμ υἱοῦ Μασελμὼθ υἱοῦ Ἐμμὴρ

Α Παραλ. 9,12         Και ο Αδαα ο υιός του Ιραάμ, υιού του Φασχώρ, υιού του Μελχία και ο Μαασαία υιός του Αδιήλ, υιού του Εζιρά, υιού του Μοσολλάμ, υιού του Μασελμώθ, υιού του Εμμήρ.

Α Παραλ. 9,13    καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν ἄρχοντες οἴκων πατριῶν αὐτῶν χίλιοι καὶ ἑπτακόσιοι καὶ ἑξήκοντα, ἰσχυροὶ δυνάμει εἰς ἐργασίαν λειτουργίας οἴκου τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 9,13         Οι αδελφοί αυτών ήσαν αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών, ανήρχοντο εις χιλίους επτακοσίους εξήκοντα, ήσαν ικανοί και δυνατοί άνδρες δια τας εργασίας εις εξυπηρέτησιν του ναού του Θεού.

Α Παραλ. 9,14    καὶ ἐκ τῶν Λευιτῶν· Σαμαΐα υἱὸς Ἀσὼβ υἱοῦ Ἐζρικὰμ υἱοῦ Ἀσαβία ἐκ τῶν υἱῶν Μεραρί,

Α Παραλ. 9,14         Από τους Λευίτας ήσαν· ο Σαμαΐα υιός του Ασώβ, υιού του Εζρικάμ, υιού του Ασαβία από τους απογόνους του Μεραρί,

Α Παραλ. 9,15    καὶ Βακβακὰρ καὶ Ἀρὴς καὶ Γαλαὰλ καὶ Ματθανίας υἱὸς Μιχὰ υἱοῦ Ζεχρὶ υἱοῦ Ἀσὰφ

Α Παραλ. 9,15         ο Βακβακάρ, ο Αρής, ο Γαλαάλ και ο Ματθανίας υιός του Μιχά υιού του Ζεχρί απογόνου του Ασάφ.

Α Παραλ. 9,16    καὶ Ἀβδία υἱὸς Σαμία υἱοῦ Γαλαὰλ υἱοῦ Ἰδιθοῦν καὶ Βαραχία υἱὸς Ὀσσὰ υἱοῦ Ἑλκανά, ὁ κατοικῶν ἐν ταῖς κώμαις Νετωφατί.

Α Παραλ. 9,16         Ο Αβδία υιός του Σαμία, υιού του Γαλαάλ, υιού του Ιδιθούν, ο Βαραχία υιός του Οσσά, υιού του Ελκανά, ο οποίος κατοικούσεν εις τας κωμοπόλεις Νετωφατί.

Α Παραλ. 9,17    οἱ πυλωροί· Σαλώμ, Ἀκούμ, Τελμὼν καὶ Αἰμὰν καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν, Σαλὼμ ὁ ἄρχων·

Α Παραλ. 9,17         Οι θυρωροί δε του ναού ήσαν ο Σαλώμ, ο Ακούμ, ο Τελμών, ο Αιμάν και οι αδελφοί αυτών. Ο Σαλώμ ήτο αρχηγός μεταξύ αυτών.

Α Παραλ. 9,18    καὶ ἕως ταύτης ἐν τῇ πύλῃ τοῦ βασιλέως κατ᾿ ἀνατολάς· αὗται αἱ πύλαι τῶν παρεμβολῶν υἱῶν Λευί.

Α Παραλ. 9,18         Αυτός ήτο αρχηγός της βασιλικής πύλης του ναού, η οποία έκειτο προς ανατολάς μέχρι της εποχής που εγράφοντο αυτά. Αυτοί ήσαν οι θυρωροί της κατασκηνώσεως των ανδρών της φυλής Λευι.

Α Παραλ. 9,19    καὶ Σαλὼμ υἱὸς Κωρὴ υἱοῦ Ἀβιασὰφ υἱοῦ Κορέ. καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἰς οἶκον πατρὸς αὐτοῦ, οἱ Κορῖται, ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς λειτουργίας φυλάσσοντες τὰς φυλακὰς τῆς σκηνῆς, καὶ πατέρες αὐτῶν ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς Κυρίου φυλάσσοντες τὴν εἴσοδον.

Α Παραλ. 9,19         Και ο Σαλώμ υιός του Κωρή, υιού του Αβιασάφ, υιοί του Κορέ, και οι αδελφοί του από την οικογένειαν του πατρός του οι Κορίται, είχον αναλάβει το έργον να φρουρούν τας θύρας της Σκηνής. Οι δε πατέρες αυτών είχον αναλάβει να φρουρούν την είσοδον του στρατοπέδου των Ισραηλιτών.

Α Παραλ. 9,20    καὶ Φινεὲς υἱὸς Ἐλεάζαρ ἡγούμενος ἦν ἐπ᾿ αὐτῶν ἔμπροσθεν Κυρίου, καὶ οὗτοι μετ᾿ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 9,20        Ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, ήτο αρχηγός αυτών ενώπιον του Κυρίου και αυτοί ήσαν υπό τας διαταγάς του.

Α Παραλ. 9,21    Ζαχαρίας υἱὸς Μασαλαμὶ πυλωρὸς τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.

Α Παραλ. 9,21         Ο Ζαχαρίας, ο υιός του Μασαλαμί, ήτο θυρωρός εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Α Παραλ. 9,22    πάντες οἱ ἐκλεκτοὶ ἐπὶ τῆς πύλης ἐν ταῖς πύλαις διακόσιοι καὶ δεκαδύο· οὗτοι ἐν ταῖς αὐλαῖς αὐτῶν, ὁ καταλοχισμὸς αὐτῶν· τούτους ἔστησε Δαυὶδ καὶ Σαμουὴλ ὁ βλέπων τῇ πίστει αὐτῶν.

Α Παραλ. 9,22        Ολοι αυτοί οι άνδρες, οι οποίοι είχαν εκλεγή ως θυρωροί εις τας διαφόρους πύλας, ανήρχοντο εις διακοσίους δώδεκα. Ησαν δε εγγεγραμμένοι κατά τας γενεαλογίας αυτών εις τας πόλεις των. Αυτούς δια την πίστιν και ευσυνειδησίαν των ώρισεν ο Δαυίδ και ο προφήτης Σαμουήλ εις τας υπηρεσίας αυτάς.

Α Παραλ. 9,23    καὶ οὗτοι καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἐπὶ τῶν πυλῶν ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἐν οἴκῳ τῆς σκηνῆς τοῦ φυλάσσειν.

Α Παραλ. 9,23         Αυτοί και τα τέκνα των ετοποθέτηθησαν ως φρουροί εις τας πύλας του ναού του Κυρίου, όπως ήσαν άλλοτε και επί της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Α Παραλ. 9,24    κατὰ τοὺς τέσσαρας ἀνέμους ἦσαν αἱ πύλαι, κατὰ ἀνατολάς, θάλασσαν, βοῤῥᾶν, νότον.

Α Παραλ. 9,24        Εις τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος ευρίσκοντο αι πύλαι, άρα και οι θυρωροί, δηλαδή προς ανατολάς, προς δυσμάς, προς βορράν και προς νότον.

Α Παραλ. 9,25    καὶ ἀδελφοὶ αὐτῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς αὐτῶν τοῦ εἰσπορεύεσθαι κατὰ ἑπτὰ ἡμέρας ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μετὰ τούτων.

Α Παραλ. 9,25         Οι αδελφοί αυτών, οι οποίοι έμεναν εις τα χωρία των, είχαν την υποχρέωσιν και το δικαίωμα να έρχονται από καιρού εις καιρόν επί επτά ημέρας πλησίον εκείνων.

Α Παραλ. 9,26    ὅτι ἐν πίστει εἰσὶ τέσσαρες δυνατοὶ τῶν πυλῶν. καὶ οἱ Λευῖται ἦσαν ἐπὶ τῶν παστοφορίων, καὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν οἴκου τοῦ Θεοῦ παρεμβάλλουσιν,

Α Παραλ. 9,26        Διότι τέσσαρες ήσαν οι αρχηγοί των θυρωρών, στους οποίους είχον εμπιστευθή την υπηρεσίαν αυτήν. Οι δε Λευίται είχον την επίβλεψιν των δωματίων του ναού και των θησαυροφυλακίων του ναού του Θεού. Δι' αυτό και έμεναν κοντά στον ναόν.

Α Παραλ. 9,27    ὅτι ἐπ᾿ αὐτοὺς ἡ φυλακή, καὶ οὗτοι ἐπὶ τῶν κλειδῶν τὸ πρωΐ πρωΐ ἀνοίγειν τὰς θύρας τοῦ ἱεροῦ.

Α Παραλ. 9,27         Διότι εις αυτούς είχεν ανατεθή αυτή η φύλαξις και εις αυτούς είχον δοθή τα κλειδιά, δια να ανοίγουν κάθε πρωϊ τας θύρας του ιερού.

Α Παραλ. 9,28    καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπὶ τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας, ὅτι ἐν ἀριθμῷ εἰσοίσουσι καὶ ἐν ἀριθμῷ ἐξοίσουσι.

Α Παραλ. 9,28        Μερικοί από αυτούς ήσαν επιτετραμμένοι δια την επίβλεψιν των ιερών σκευών της υπηρεσίας του ναού, τα οποία εισήγον και εξήγον, αφού προηγουμένως τα αριθμούσαν πάντοτε.

Α Παραλ. 9,29    καὶ ἐξ αὐτῶν καθεσταμένοι ἐπὶ τὰ σκεύη καὶ ἐπὶ πάντα σκεύη τὰ ἅγια καὶ ἐπὶ τῆς σεμιδάλεως, τοῦ οἴνου, τοῦ ἐλαίου, τοῦ λιβανωτοῦ καὶ τῶν ἀρωμάτων.

Α Παραλ. 9,29        Αλλοι από αυτούς είχαν αναλάβει την επίβλεψιν επί όλων των άλλων ιερών σκευών του θυσιαστηρίου, όπως επίσης και επί της σεμιγδάλεως, του οίνου, του λιβανωτού και των αρωμάτων.

Α Παραλ. 9,30    καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἱερέων ἦσαν μυρεψοὶ τοῦ μύρου καὶ εἰς τὰ ἀρώματα.

Α Παραλ. 9,30         Από τους υιούς των ιερέων υπήρχον τεχνίται ικανοί, οι οποίοι κατεσκεύαζαν μύρα και αρώματα.

Α Παραλ. 9,31    καὶ Ματταθίας ἐκ τῶν Λευιτῶν (οὗτος ὁ πρωτότοκος τῷ Σαλὼμ τῷ Κορίτῃ) ἐν τῇ πίστει ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς θυσίας τοῦ τηγάνου τοῦ μεγάλου ἱερέως.

Α Παραλ. 9,31         Ενας από τους Λευίτας, ο Ματταθίας (πρωτότοκος υιός του Σαλώμ του Κορίτου) είχεν ως καθήκον να φροντίζη δια τας θυσίας, τας οποίας ο μέγας αρχιερεύς προσέφερε δια του τηγάνου.

Α Παραλ. 9,32    καὶ Βαναΐας ὁ Κααθίτης ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἄρτων τῆς προθέσεως τοῦ ἑτοιμάσαι σάββατον κατὰ σάββατον.

Α Παραλ. 9,32         Ο Βαναΐας ο Κααθίτης, ένας από τους αδελφούς αυτών, είχεν επωμισθή την φροντίδα να ετοιμάζη τους άρτους της προθέσεως κατά παν Σαββατον.

Α Παραλ. 9,33    καὶ οὗτοι ψαλτῳδοὶ ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῶν Λευιτῶν, διατεταγμέναι ἐφημερίαι, ὅτι ἡμέρα καὶ νὺξ ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐν τοῖς ἔργοις.

Α Παραλ. 9,33         Αυτοί ήσαν, που έψαλλαν τη συνοδεία μουσικών οργάνων, οι αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών των Λευϊτών, οι τακτοποιημένοι κατά τάξεις, ώστε ημέραν και νύκτα να είναι εις τα έργα των.

Α Παραλ. 9,34    οὗτοι ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῶν Λευιτῶν κατὰ γενέσεις αὐτῶν ἄρχοντες· οὗτοι κατῴκησαν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 9,34         Αυτοί είναι οι αρχηγοί των πατριαρχικών οίκων των Λευϊτών, οι αρχηγοί κατά τας οικογενείας αυτών. Αυτοί είχαν κατοικήσει εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 9,35    καὶ ἐν Γαβαὼν κατῴκησε πατὴρ Γαβαὼν Ἰεήλ, καὶ ὄνομα γυναικὸς αὐτοῦ Μααχά.

Α Παραλ. 9,35         Εις την Γαβαών είχεν εγκατασταθή ο πατήρ Γαβαών, ο Ιεήλ. Η σύζυγός του ωνομάζετο Μααχά.

Α Παραλ. 9,36    καὶ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρωτότοκος Ἀβαδὼν καὶ Σοὺρ καὶ Κὶς καὶ Βαὰλ καὶ Νὴρ καὶ Ναδὰβ

Α Παραλ. 9,36         Πρωτότοκος υιός του ήτο ο Αβαδών, έπειτα δε ήσαν ο Σούρ, ο Κις, ο Βαάλ, ο Νηρ, ο Ναδάβ,

Α Παραλ. 9,37    καὶ Γεδοὺρ καὶ ἀδελφὸς καὶ Ζακχοὺρ καὶ Μακελώθ.

Α Παραλ. 9,37         ο Γεδούρ και ο αδελφός, ο Ζακχούρ και ο Μακελώθ.

Α Παραλ. 9,38    καὶ Μακελὼθ ἐγέννησε τὸν Σαμαά. καὶ οὗτοι ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν κατῴκησαν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 9,38         Ο Μακελώθ απέκτησεν υιόν τον Σαμαά. Αυτοί εγκατεστάθησαν εν μέσω των αδελφών των εις την Ιερουσαλήμ, εν μέσω των αδελφών των.

Α Παραλ. 9,39    καὶ Νὴρ ἐγέννησε τὸν Κίς, καὶ Κὶς ἐγέννησε τὸν Σαούλ, καὶ Σαοὺλ ἐγέννησε τὸν Ἰωνάθαν καὶ τὸν Μελχισουὲ καὶ τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ τὸν Ἀσαβάλ.

Α Παραλ. 9,39         Ο Νηρ απέκτησεν υιόν τον Κις, ο Κις απέκτησεν υιόν τον Σαούλ, ο Σαούλ απέκτησε τον Ιωνάθαν, τον Μελχισουέ, τον Αμιναδάβ και τον Ασαβάλ.

Α Παραλ. 9,40    καὶ υἱὸς Ἰωνάθαν Μεριβαάλ· καὶ Μεριβαὰλ ἐγέννησε τὸν Μιχά.

Α Παραλ. 9,40        Υιός του Ιωνάθαν ήτο Μεριβαάλ. ο Μεριβαάλ απέκτησεν υιόν τον Μιχά.

Α Παραλ. 9,41    καὶ υἱοὶ Μιχά· Φιθὼν καὶ Μαλὰχ καὶ Θαράχ.

Α Παραλ. 9,41         Υιοί δε του Μιχά ήσαν ο Φιθών, ο Μαλάχ και ο Θαράχ.

Α Παραλ. 9,42    καὶ Ἀχὰζ ἐγέννησε τὸν Ἰαδά, καὶ Ἰαδὰ ἐγέννησε τὸν Γαλεμὲθ καὶ τὸν Γαζμὼθ καὶ τὸν Ζαμβρί, καὶ Ζαμβρὶ ἐγέννησε τὸν Μασά,

Α Παραλ. 9,42        Ο Αχάζ απέκτησεν υιόν τον Ιαδά, ο Ιαδά απέκτησεν υιόν τον Γαλεμέθ, τον Γαζμώθ και τον Ζαμβρί. Ο Ζαμβρί απέκτησε τον Μασά.

Α Παραλ. 9,43    καὶ Μασὰ ἐγέννησε τὸν Βαανά, Ῥαφαΐα υἱὸς αὐτοῦ, Ἐλασὰ υἱὸς αὐτοῦ, Ἐσὴλ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 9,43         Ο Μασά απέκτησεν υιόν τον Βαανά, του Βαανά υιός ήτο ο Ραφαΐα, του Ραφαΐα υιός ήτο ο Ελασά και του Ελασά υιός ήτο ο Εσήλ.

Α Παραλ. 9,44    καὶ τῷ Ἐσὴλ ἓξ υἱοί, καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· Ἐζρικὰμ πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ Ἰσμαὴλ καὶ Σαραΐα καὶ Ἀβδία καὶ Ἀνὰν καὶ Ἀσά. οὗτοι υἱοὶ Ἐσήλ.

Α Παραλ. 9,44        Ο Εσήλ απέκτησεν εξ υιούς, οι οποίοι ωνομάζοντο· Ο πρωτότοκος του Εζρικάμ, έπειτα από αυτόν ο Ισμαήλ, ο Σαραΐα, ο Αβδία, ο Ανάν και ο Ασά. Αυτοί είναι οι υιοί του Εσήλ.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 10

 

Α Παραλ. 10,1    Καὶ ἀλλόφυλοι ἐπολέμησαν πρὸς τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων, καὶ ἔπεσον τραυματίαι ἐν ὄρει Γελβουέ.

Α Παραλ. 10,1          Οι Φιλισταίοι επολέμησαν εναντίον του ισραηλιτικού λαού. Οι δε Ισραηλίται ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από τους Φιλισταίους. Εις δε το όρος Γελβουέ έπεσαν πολλοί Ισραηλίται νεκροί.

Α Παραλ. 10,2    καὶ κατεδίωξαν οἱ ἀλλόφυλοι ὀπίσω Σαοὺλ καὶ ὀπίσω τῶν υἱῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπάταξαν ἀλλόφυλοι τὸν Ἰωνάθαν καὶ τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ τὸν Μελχισουὲ υἱοὺς Σαούλ.

Α Παραλ. 10,2         Οι Φιλισταίοι κατεδίωξαν τον φεύγοντα Σαούλ και τους υιούς του. Εφόνευσαν δε τον Ιωνάθαν, τον Αμιναδάβ, και τον Μελχισουέ, υιούς του Σαούλ.

Α Παραλ. 10,3    καὶ ἐβαρύνθη ὁ πόλεμος ἐπὶ Σαούλ, καὶ εὗρον αὐτὸν οἱ τοξόται ἐν τόξοις καὶ πόνοις, καὶ ἐπόνεσεν ἀπὸ τῶν τόξων.

Α Παραλ. 10,3         Ο δε πόλεμος έγινεν έτσι πάρα πολύ σκληρός και βαρύς εναντίον του Σαούλ. Οι εκ των Φιλισταίων, ικανοί στον χειρισμόν του τόξου, ευρήκαν τον Σαούλ και τον ετόξευσαν. Ο Σαούλ επληγώθη θανασίμως και ησθάνθη πόνον από τας πληγάς αυτάς.

Α Παραλ. 10,4    καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ αἴροντι τὰ σκεύη αὐτοῦ· σπάσαι τὴν ῥομφαίαν σου καὶ ἐκκέντησόν με ἐν αὐτῇ, μὴ ἔλθωσιν οἱ ἀπερίτμητοι οὗτοι καὶ ἐμπαίξωσί μοι. καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβεῖτο σφόδρα· καὶ ἔλαβε Σαοὺλ τὴν ῥομφαίαν καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτήν.

Α Παραλ. 10,4         Είπε δε τότε ο Σαούλ στον δούλον του, ο οποίος του μετέφερε τα όπλα· “ανάσυρε την ρομφαίαν σου και θανάτωσέ με με αυτήν, δια να μη έλθουν αυτοί οι απερίτμητοι και με εμπαίξουν και με εξευτελίσουν”. Ο βαστάζων όμως τα όπλα του Σαούλ δεν ηθέλησε να εκτελέση αυτήν την εντολήν, διότι εφοβείτο να φονεύση τον χριστόν Κυρίου. Ο Σαούλ επήρε τότε την ρομφαίαν, έπεσεν επάνω εις αυτήν και εθανατώθη.

Α Παραλ. 10,5    καὶ εἶδεν ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ὅτι ἀπέθανε Σαούλ, καὶ ἔπεσε καί γε αὐτὸς ἐπὶ τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἀπέθανε.

Α Παραλ. 10,5         Ο δούλος, που μετέφερε τα όπλα του κυρίου του, όταν είδεν ότι ο Σαούλ απέθανεν έπεσε και αυτός επάνω εις την ρομφαίαν και εθανατώθη.

Α Παραλ. 10,6    καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ τρεῖς υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ πᾶς ὁ οἶκος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀπέθανε.

Α Παραλ. 10,6         Ετσι απέθανεν ο Σαούλ και τα τρία του παιδιά κατά την ημέραν εκείνην. Τοτε δε εθανατώθη και όλη η οικογένεια του Σαούλ.

Α Παραλ. 10,7    καὶ εἶδε πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ ὁ ἐν τῷ αὐλῶνι ὅτι ἔφυγεν Ἰσραὴλ καὶ ὅτι ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ κατέλιπον τὰς πόλεις αὐτῶν καὶ ἔφυγον· καὶ ἦλθον οἱ ἀλλόφυλοι καὶ κατῴκησαν ἐν αὐταῖς.

Α Παραλ. 10,7         Ολοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την πεδιάδα, όταν είδαν ότι ο ισραηλιτικός στρατός ετράπη εις φυγήν και ότι ο Σαούλ με τους τρεις υιούς του εφονεύθησαν, εγκατέλειψαν τας πόλεις των και ετράπησαν εις φυγήν. Ηλθον κατόπιν οι Φιλισταίοι και εγκατεστάθησαν μέσα εις αυτάς.

Α Παραλ. 10,8    καὶ ἐγένετο τῇ ἑπομένῃ καὶ ἦλθον ἀλλόφυλοι τοῦ σκυλεύειν τοὺς τραυματίας καὶ εὗρον τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ πεπτωκότας ἐν τῷ ὄρει Γελβουέ.

Α Παραλ. 10,8         Την επομένην ημέραν της νίκης των ήλθαν οι Φιλισταίοι, δια να λαφυραγωγήσουν τους νεκρούς. Ευρήκαν δε τον Σαούλ και τους υιούς του νεκρούς στο όρος Γελβουέ.

Α Παραλ. 10,9    καὶ ἐξέδυσαν αὐτὸν καὶ ἔλαβον τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλαν εἰς γῆν ἀλλοφύλων κύκλῳ τοῦ εὐαγγελίσασθαι τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ τῷ λαῷ·

Α Παραλ. 10,9         Τον εγύμνωσαν από τα βασιλικά του ενδύματα, επήραν το κεφάλι του και τα όπλα του, και τα έστειλαν όλα αυτά, δια να τα περιφέρουν εις την χώραν των και να διακηρύξουν το χαρμόσυνον άγγελμα της νίκης των εις τα είδωλά των και στον λαόν των.

Α Παραλ. 10,10   καὶ ἔθηκαν τὰ σκεύη αὐτῶν ἐν οἴκῳ θεοῦ αὐτῶν καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἔθηκαν ἐν οἴκῳ Δαγών.

Α Παραλ. 10,10       Τα όπλα του Σαούλ και των υιών του τα έθεσαν οι Φιλισταίοι στον ναόν των, την δε κεφαλήν του Σαούλ στον ναόν του Θεού των Δαγών.

Α Παραλ. 10,11   καὶ ἤκουσαν πάντες οἱ κατοικοῦντες Γαλαὰδ ἅπαντα, ἃ ἐποίησαν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαοὺλ καὶ υἱῷ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 10,11        Ολοι οι κάτοικοι της Γαλαάδ ήκουσαν αυτά, που έγιναν εις βάρος του Σαούλ και των Ισραηλιτών.

Α Παραλ. 10,12   καὶ ἠγέρθησαν ἐκ Γαλαὰδ πᾶς ἀνὴρ δυνατὸς καὶ ἔλαβον τὸ σῶμα Σαοὺλ καὶ τὸ σῶμα τῶν υἱῶν αὐτοῦ καὶ ἤνεγκαν αὐτὰ εἰς Ἰαβὶς καὶ ἔθαψαν τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ὑπὸ τὴν δρῦν ἐν Ἰαβὶς καὶ ἐνήστευσαν ἑπτὰ ἡμέρας.

Α Παραλ. 10,12       Τοτε όλοι οι γενναίοι άνδρες της Γαλαάδ εσηκώθησαν επήγαν και επήραν το σώμα του Σαούλ και τα σώματα των υιών του, τα οποία και μετέφεραν εις την πόλιν των, την Ιαβίς. Τα οστά αυτών τα έθαψαν εις την Ιαβίς υπό την δρυν και εις ένδειξιν πένθους ενήστευσαν επί επτά ημέρας.

Α Παραλ. 10,13   καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτοῦ, αἷς ἠνόμησε τῷ Θεῷ κατὰ τὸν λόγον Κυρίου, διότι οὐκ ἐφύλαξεν· ὅτι ἐπηρώτησε Σαοὺλ ἐν τῶ ἐγγαστριμύθῳ τοῦ ζητῆσαι, καὶ ἀπεκρίνατο αὐτῷ Σαμουὴλ ὁ προφήτης·

Α Παραλ. 10,13        Κατ' αυτόν τον τρόπον απέθανεν ο Σαούλ εξ αιτίας των παρανομιών του, τας οποίας διέπραξεν ενώπιον του Θεού, διότι παρέβη τον λόγον του Κυρίου και δεν εφύλαξε τον Νομον του. Μια από τας παρανομίας του ήτο και το ότι επήγε να συμβουλευθή την μάγισσαν, δια να μάθη το μέλλον του, και επήρε απόκρισιν από τον προφήτην Σαμουήλ.

Α Παραλ. 10,14   καὶ οὐκ ἐζήτησε Κύριον, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεψε τὴν βασιλείαν τῷ Δαυὶδ υἱῷ Ἰεσσαί.

Α Παραλ. 10,14       Δεν συνεβουλεύθη τον Κυριον και ο Κυριος παρεχώρησε τον τραγικόν αυτόν θάνατον στον Σαούλ και έδωσε την βασιλείαν του Ισραηλιτικού λαού στον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 11

 

Α Παραλ. 11,1    Καὶ ἦλθε πᾶς Ἰσραὴλ πρὸς Δαυὶδ ἐν Χεβρὼν λέγοντες· ἰδοὺ ὀστᾶ σου καὶ σάρκες σου ἡμεῖς·

Α Παραλ. 11,1           Ηλθεν όλος ο ισραηλιτικός λαός στον Δαυίδ, εις την πόλιν Χεβρών, και του είπον· “ιδού, ημείς είμεθα οστά σου και σάρκες σου. Ανήκομεν εις την αυτήν φυλήν.

Α Παραλ. 11,2    καὶ ἐχθὲς καὶ τρίτην ὄντος Σαοὺλ βασιλέως, σὺ ἦσθα ὁ ἐξάγων καὶ εἰσάγων τὸν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ Κύριός σοι· σὺ ποιμανεῖς τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ, καὶ σὺ ἔσῃ εἰς ἡγούμενον ἐπὶ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 11,2          Και προηγουμένως, όταν βασιλεύς ήτο ο Σαούλ, συ κυρίως ήσο ο διοικών τον ισραηλιτικόν λαόν, ο δε Κυριος του ισραηλιτικού λαού, ο Θεός, εις σε είπεν ότι θα κυβερνήσης ως καλός ποιμήν τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν και συ θα είσαι ο αρχηγός του λαού αυτού”.

Α Παραλ. 11,3    καὶ ἦλθον πάντες πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ πρὸς τὸν βασιλέα εἰς Χεβρών, καὶ διέθετο αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ διαθήκην ἐν Χεβρὼν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἔχρισαν τὸν Δαυὶδ εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραὴλ κατὰ τὸν λόγον Κυρίου, διὰ χειρὸς Σαμουήλ.

Α Παραλ. 11,3          Ετσι ήλθον όλοι οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού προς τον βασιλέα εις την Χεβρών. Ο δε βασιλεύς Δαυίδ συνήψεν επίσημον συμφωνίαν με αυτούς ενώπιον του Κυρίου εις την πόλιν εκείνην, την Χεβρών. Οι επίσημοι του ισραηλιτικού λαού έχρισαν βασιλέα τον Δαυίδ, σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχε προαναγγείλει δια του προφήτου Σαμουήλ.

Α Παραλ. 11,4    Καὶ ἐπορεύθη ὁ βασιλεὺς καὶ ἄνδρες αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ (αὕτη Ἰεβούς), καὶ ἐκεῖ οἱ Ἰεβουσαῖοι οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν εἶπον τῷ Δαυίδ·

Α Παραλ. 11,4          Ο βασιλεύς Δαυίδ επορεύθη μαζή με τους άνδρας του εις την Ιερουσαλήμ ( Ιεβούς, όπως ωνομάζετο παλαιότερα). Οι κάτοικοι όμως της χώρας αυτής οι Ιεβουσαίοι του είπαν·

Α Παραλ. 11,5    οὐκ εἰσελεύσῃ ὧδε. καὶ προκατελάβετο τὴν περιοχὴν Σιὼν (αὕτη ἡ πόλις Δαυίδ).

Α Παραλ. 11,5          “Δεν θα εισέλθης εδώ”. Ο Δαυίδ όμως κατέλαβε τον οχυρόν τόπον, την Σιών (αύτη από εδώ και πέρα λέγεται πόλις Δαυίδ).

Α Παραλ. 11,6    καὶ εἶπε Δαυίδ· πᾶς τύπτων Ἰεβουσαῖον ἐν πρώτοις καὶ ἔσται εἰς ἄρχοντα καὶ εἰς στρατηγόν· καὶ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὴν ἐν πρώτοις Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐα καὶ ἐγένετο εἰς ἄρχοντα.

Α Παραλ. 11,6          Και είπεν ο Δαυίδ προς τους άνδρας του· “εκείνος ο οποίος πρώτος θα φονεύση ένα Ιεβουσαίον, θα γίνη αρχηγός και στρατηγός”. Πρώτος, ο οποίος ανέβη στον ωχυρωμένον αυτόν τόπον, ήτο ο Ιωάβ ο υιός της Σαρουΐας και εφόνευσεν ένα Ιεβουσαίον. Ετσι δε ανεκηρύχθη αρχηγός.

Α Παραλ. 11,7    καὶ ἐκάθισε Δαυὶδ ἐν τῇ περιοχῇ· διὰ τοῦτο ἐκάλεσεν αὐτὴν Πόλιν Δαυίδ·

Α Παραλ. 11,7          Ο Δαυίδ εγκατεστάθη εις την ωχυρωμένην εκείνην περιοχήν. Δια τούτο και ωνόμασεν αυτήν “Πολιν Δαυίδ”.

Α Παραλ. 11,8    καὶ ᾠκοδόμησε τὴν πόλιν κύκλῳ· καὶ ἐπολέμησε καὶ ἔλαβε τὴν πόλιν.

Α Παραλ. 11,8          Ο Δαυίδ αφού επολέμησε και κατέλαβε την πόλιν αυτήν, την ανοικοδόμησε και ωχύρωσε τα γύρω αυτής μέρη.

Α Παραλ. 11,9    καὶ ἐπορεύετο Δαυὶδ πορευόμενος καὶ μεγαλυνόμενος, καὶ Κύριος παντοκράτωρ μετ᾿ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 11,9          Ο Δαυίδ, όσον παρήρχετο ο χρόνος, εμεγάλωνεν εις δύναμιν, διότι Κυριος ο παντοκράτωρ ήτο μαζή του.

Α Παραλ. 11,10   Καὶ οὗτοι οἱ ἄρχοντες τῶν δυνατῶν, οἳ ἦσαν τῷ Δαυίδ, οἱ κατισχύοντες μετ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ μετὰ παντὸς Ἰσραὴλ τοῦ βασιλεῦσαι αὐτὸν κατὰ τὸν λόγον Κυρίου ἐπὶ Ἰσραήλ·

Α Παραλ. 11,10        Αυτοί δε είναι οι αρχηγοί των γενναίων ανδρών, που ήσαν εις την υπηρεσίαν του Δαυίδ και οι οποίοι τον εβοηθούσαν και τον ενίσχυαν μαζή με όλον τον ισραηλιτικόν λαόν εις την βασιλείαν του, ώστε να βασιλεύση στον λαόν σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχε δώσει στον ισραηλιτικόν λαόν.

Α Παραλ. 11,11   καὶ οὗτος ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνατῶν τοῦ Δαυίδ· Ἰεσεβάαλ υἱὸς Ἀχαμανὶ πρῶτος τῶν τριάκοντα· οὗτος ἐσπάσατο τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ ἅπαξ ἐπὶ τριακοσίους τραυματίας ἐν καιρῷ ἑνί.

Α Παραλ. 11,11         Αυτός δε είναι ο κατάλογος των ηρώων, που υπηρετούσαν τον Δαυίδ· ο Ιεσεβάαλ, υιός του Αχαμανί, ο αρχηγός των τριάκοντα. Αυτός ανέσυρε κάποτε την ρομφαίαν του και εις την περίστασιν εκείνην εφόνευσε τριακοσίους άνδρας.

Α Παραλ. 11,12   καὶ μετ᾿ αὐτὸν Ἐλεάζαρ υἱὸς Δωδαΐ ὁ Ἀχωχί· οὗτος ἦν ἐν τοῖς τρισὶ δυνατοῖς.

Α Παραλ. 11,12        Επειτα από αυτόν ήτο ο Ελεάζαρ, υιός του Δωδαΐ, ο οποίος κατήγετο από την Αχώχ. Αυτός ήτο ένας από τους τρεις γενναίους άνδρας.

Α Παραλ. 11,13   οὗτος ἦν μετὰ Δαυὶδ ἐν Φασοδομίν, καὶ οἱ ἀλλόφυλοι συνήχθησαν ἐκεῖ εἰς πόλεμον, καὶ ἦν μερὶς τοῦ ἀγροῦ πλήρης κριθῶν, καὶ ὁ λαὸς ἔφυγεν ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων·

Α Παραλ. 11,13        Αυτός ευρίσκετο μαζή με τον Δαυίδ εις την Φασοδομίν. Οι Φιλισταίοι είχαν συγκεντρωθή εκεί, δια να πολεμήσουν. Εκεί υπήρχεν ένα τμήμα αγρού σπαρμένο με κριθάρι. Ο λαός κατά τον πόλεμον αυτόν εφοβήθη και ετράπη εις φυγήν ενώπιον των Φιλισταίων.

Α Παραλ. 11,14   καὶ ἔστη ἐν μέσῳ τῆς μερίδος καὶ ἔσωσεν αὐτὴν καὶ ἐπάταξε τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ ἐποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην.

Α Παραλ. 11,14        Ο Ελεάζαρ όμως όρθιος και μόνος εν μέσω του αγρού αυτού έσωσεν αυτόν και εφόνευσε τους Φιλισταίους. Δι' αυτού δε ο Κυριος εχάρισε μεγάλην σωτηρίαν στον ισραηλιτικόν λαόν.

Α Παραλ. 11,15   καὶ κατέβησαν τρεῖς ἐκ τῶν τριάκοντα ἀρχόντων εἰς τὴν πέτραν πρὸς Δαυὶδ εἰς τὸ σπήλαιον Ὀδολλάμ, καὶ παρεμβολὴ τῶν ἀλλοφύλων ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.

Α Παραλ. 11,15        Τρεις από τους γενναίους αυτούς άρχοντας κατέβηκαν προς τον Δαυίδ, στον βράχον κοντά στο σπήλαιον Οδολλάμ. Εκεί ευρίσκετο το στρατόπεδον των Φιλισταίων εις την κοιλάδα των γιγάντων.

Α Παραλ. 11,16   καὶ Δαυὶδ τότε ἐν τῇ περιοχῇ, καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀλλοφύλων τότε ἐν Βηθλεέμ.

Α Παραλ. 11,16        Ο Δαυίδ ευρίσκετο τότε στον οχυρόν αυτόν τόπον, ενώ μία φρουρά των Φιλισταίων κατά την ιδίαν εποχήν ευρίσκετο εις την Βηθλεέμ.

Α Παραλ. 11,17   καὶ ἐπεθύμησε Δαυὶδ καὶ εἶπε· τίς ποτιεῖ με ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου Βηθλεὲμ τοῦ ἐν τῇ πύλῃ;

Α Παραλ. 11,17        Ο Δαυίδ ήσθάνθη μίαν ζωηράν επιθυμίαν και είπε· “ποιός τάχα θα μου φέρη να πιώ νερό από το πηγάδι, που ευρίσκεται εις την πύλην της Βηθλεέμ;”

Α Παραλ. 11,18   καὶ διέῤῥηξαν οἱ τρεῖς τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων καὶ ὑδρεύσαντο ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου τοῦ ἐν Βηθλεέμ, ὃς ἦν ἐν τῇ πύλῃ, καὶ ἔλαβον καὶ ἦλθον πρὸς Δαυίδ, καὶ οὐκ ἠθέλησε Δαυὶδ τοῦ πιεῖν αὐτὸ καὶ ἔσπεισεν αὐτὸ τῷ Κυρίῳ καὶ εἶπεν·

Α Παραλ. 11,18        Οι τρεις αυτοί γενναίοι άνδρες διέσχισαν το στρατόπεδον των Φιλισταίων, επήραν ύδωρ από το φρέαρ, που ευρίσκετο εις την πύλην της Βηθλεέμ, και το έφεραν προς τον Δαυίδ. Αλλά ο Δαυίδ δεν ηθέλησε κατά κανένα τρόπον να το πίη, το έχυσεν ως σπονδήν στον Κυριον και είπεν·

Α Παραλ. 11,19   ἵλεώς μου ὁ Θεὸς τοῦ ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο, εἰ αἷμα ἀνδρῶν τούτων πίομαι ἐν ψυχαῖς αὐτῶν; ὅτι ἐν ψυχαῖς αὐτῶν ἤνεγκαν αὐτό· καὶ οὐκ ἐβούλετο πιεῖν αὐτό. ταῦτα ἐποίησαν οἱ τρεῖς δυνατοί.

Α Παραλ. 11,19        “Ο Θεός να με ελεήση, ώστε να μη διαπράξω αυτό το πράγμα. Πως είναι δυνατόν να πίω νερό, εφ' όσον ηντλήθη από τους άνδρας αυτούς εκτεθέντας εις θανάσιμον κίνδυνον να χύσουν το αίμα των και να χάσουν την ζωήν των; Αυτοί το έφεραν με άμεσον τον κίνδυνον να χάσουν την ζωήν των”. Δεν ηθέλησε, λοιπόν, ο Δαυίδ να πίη το νερό αυτό. Αυτά δε έπραξαν οι τρεις γενναίοι εκείνοι άνδρες.

Α Παραλ. 11,20   καὶ Ἀβεσαὰ ἀδελφὸς Ἰωάβ, οὗτος ἦν ἄρχων τῶν τριῶν, οὗτος ἐσπάσατο τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ ἐπὶ τριακοσίους τραυματίας ἐν καιρῷ ἑνί, καὶ οὗτος ἦν ὀνομαστὸς ἐν τοῖς τρισίν,

Α Παραλ. 11,20       Ο Αβεσαά, ο αδελφός του Ιωάβ, ήτα αρχηγός των τριών γενναίων ανδρών. Αυτός είχεν ανασύρει την ρομφαίαν του και εφόνευσε τριακοσίους άνδρας κατά τον αυτόν καιρόν. Αυτός ήτο ο πλέον ονομαστός μεταξύ των τριών αυτών ηρώων.

Α Παραλ. 11,21   ἀπὸ τῶν τριῶν ὑπὲρ τοὺς δύο ἔνδοξος, καὶ ἦν αὐτοῖς εἰς ἄρχοντα καὶ ἕως τῶν τριῶν οὐκ ἤρχετο.

Α Παραλ. 11,21        Ητο περισσότερον ένδοξος από τους δύο άλλους, ήτο αρχηγός των, δεν ήτο όμως ίσος προς τους τρεις μαζή.

Α Παραλ. 11,22   καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ υἱὸς ἀνδρὸς δυνατοῦ, πολλὰ ἔργα αὐτοῦ ὑπὲρ Καβασαήλ· οὗτος ἐπάταξε τοὺς δύο ἀριὴλ Μωὰβ καὶ οὗτος κατέβη καὶ ἐπάταξε τὸν λέοντα ἐν τῷ λάκκῳ ἐν ἡμέρᾳ χιόνος·

Α Παραλ. 11,22       Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, ήτο και αυτός ανήρ γενναίος και κατώρθωσε πολλά αξιόλογα έργα εις υπεράσπισιν της πόλεως Καβασαήλ. Αυτός είχε φονεύσει δύο Μωαβίτας ισχυρούς. Αλλοτε είχε κατεβή και εφόνευσε ένα λέοντα, που ευρίσκετο εις λάκκον, κάποιον ημέραν, που είχε πέσει χιόνι.

Α Παραλ. 11,23   καὶ οὗτος ἐπάταξε τὸν ἄνδρα τὸν Αἰγύπτιον, ἄνδρα ὁρατὸν πεντάπηχυν, καὶ ἐν χειρὶ τοῦ Αἰγυπτίου δόρυ ὡς ἀντίον ὑφαινόντων, καὶ κατέβη ἐπ᾿ αὐτὸν Βαναίας ἐν ῥάβδῳ καὶ ἀφείλετο ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Αἰγυπτίου τὸ δόρυ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν ἐν τῷ δόρατι αὐτοῦ.

Α Παραλ. 11,23        Αυτός επίσης εφόνευσε ένα γιγαντόσωμον Αιγύπτιον, ύψους πέντε πήχεων. Αυτός ο Αιγύπτιος είχεν στο χέρι του ένα δόρυ, ωσάν το αντί των υφαντών. Ο Βαναίας επέπεσεν εναντίον του με την ράβδον του, ήρπασεν από τα χέρια του Αιγυπτίου το δόρυ και τον εφόνευσε με το ίδιο αυτό δόρυ.

Α Παραλ. 11,24   ταῦτα ἐποίησε Βαναίας υἱὸς Ἰωδαέ, καὶ τούτῳ ὄνομα ἐν τοῖς τρισὶ τοῖς δυνατοῖς·

Α Παραλ. 11,24       Αυτά τα κατορθώματα έκαμεν ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ. Αυτός έβγαλεν όνομα μεταξύ των τριών γενναίων.

Α Παραλ. 11,25   ὑπὲρ τοὺς τριάκοντα ἦν ἔνδοξος οὗτος καὶ πρὸς τοὺς τρεῖς οὐκ ἤρχετο· καὶ κατέστησεν αὐτὸν Δαυὶδ ἐπὶ τὴν πατριὰν αὐτοῦ.

Α Παραλ. 11,25        Εγινεν ενδοξότερος μεταξύ των τριάκοντα, αλλά δεν έφθασε τους τρεις. Αυτόν ο Δαυίδ τον κατέστησεν αρχηγόν της σωματοφυλακής του.

Α Παραλ. 11 ,26  καὶ δυνατοὶ τῶν δυνάμεων· Ἀσαὴλ ἀδελφὸς Ἰωάβ, Ἐλεανὰν υἱὸς Δωδωὲ ἐκ Βηθλεέμ,

Α Παραλ. 11,26       Οι γενναίοι άνδρες του στρατού του Δαυίδ ήσαν επίσης και οι εξής· ο Ασαήλ αδελφός του Ιωάβ, ο Ελεανάν υιός του Δωδωέ από την Βηθλεέμ.

Α Παραλ. 11,27   Σαμμὼθ ὁ Ἀρωρί, Χελλὴς ὁ Φελωνί,

Α Παραλ. 11,27        Ο Σαμμώθ, ο οποίος κατήγετο από την Αρώρ, ο Χελλής ο οποίος κατήγετο από την Φελών,

Α Παραλ. 11,28   Ὡρὰ υἱὸς Ἐκκὶς ὁ Θεκωί, Ἀβιέζερ ὁ Ἀναθωθί,

Α Παραλ. 11,28       Ο Ωρά ο υιός του Εκκίς που κατήγετο από την Θεκωί, ο Αβιέζερ που κατήγετο από την Αναθώθ,

Α Παραλ. 11,29   Σοβοχαὶ ὁ Ἀσωθί, Ἠλὶ ὁ Ἀχωνί,

Α Παραλ. 11,29       ο Σοβοχαί ο οποίος κατήγετο από την Ασώθ, ο Ηλί ο οποίος κατήγετο από την Αχών,

Α Παραλ. 11,30   Μοοραΐ ὁ Νετωφαθί, Χολὸδ υἱὸς Νοοζὰ ὁ Νετωφαθί,

Α Παραλ. 11,30        ο Μοοραί ο καταγόμενος από την Νετωφάθ, ο Χολόδ υιός του Νοοζά, που κατήγετο από την Νετωφάθ,

Α Παραλ. 11,31   Αἰρὶ υἱὸς Ῥεβιὲ ἐκ βουνοῦ Βενιαμίν, Βαναίας ὁ Φαραθωνί,

Α Παραλ. 11,31        ο Αιρί υιός του Ρεβιέ καταγόμενος από την Γαβαά, η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Βενιαμίν, ο Βαναίας ο οποίος κατήγετο από την Φαραθών,

Α Παραλ. 11,32   Οὐρὶ ἐκ Ναχαλὶ Γάας, Ἀβιὴλ ὁ Γαραβαιθί,

Α Παραλ. 11,32        ο Ουρί που κατήγετο από την Ναχάλ, ο Γαας, ο Αβιήλ ο καταγόμενος από την Γαραβαίθ,

Α Παραλ. 11,33   Ἀζμὼθ ὁ Βαρωμί, Ἐλιαβὰ ὁ Σαλαβωνί,

Α Παραλ. 11,33        ο Αζμώθ ο καταγόμενος από την Βαρώμ, ο Ελιαβά ο καταγόμενος από την Σαλαβών,

Α Παραλ. 11,34   υἱὸς Ἀσὰμ τοῦ Γιζωνίτου, Ἰωνάθαν υἱὸς Σωλὰ ὁ Ἀραρί,

Α Παραλ. 11,34        ο υιός του Ασάμ του Γιζωνίτου, ο Ιωνάθαν ο υιός του Σωλά ο καταγόμενος από την Αράρ,

Α Παραλ. 11,35   Ἀχὶμ υἱὸς Ἀχὰρ ὁ Ἀραρί, Ἐλφὰτ υἱὸς Θυροφὰρ

Α Παραλ. 11,35        ο Αχίμ ο υιός του Αχάρ ο καταγόμενος από την Αράρ, ο Ελφάτ ο υιός του Θυροφάρ,

Α Παραλ. 11,36   ὁ Μεχωραθρί, Ἀχία ὁ Φελλωνί,

Α Παραλ. 11,36        ο καταγόμενος από την Μεχωράθρ, ο Αχία ο καταγόμενος από την Φελλών,

Α Παραλ. 11,37   Ἠσερὲ ὁ Χαρμαδαΐ, Νααραὶ υἱὸς Ἀζοβαί,

Α Παραλ. 11,37        ο Ησερέ ο καταγόμενος από την Χαρμαδά, ο Νααραί ο υιός του Αζοβαί,

Α Παραλ. 11,38   Ἰωὴλ υἱὸς Νάθαν, Μεβαὰλ υἱὸς Ἀγαρί,

Α Παραλ. 11,38        ο Ιωήλ ο υιός του Ναθαν, ο Μεβαάλ ο υιός του Αγάρ,

Α Παραλ. 11,39   Σελὴ ὁ Ἀμμωνί, Ναχὼρ ὁ Βηρωθί, αἴρων σκεύη Ἰωὰβ υἱῷ Σαρουΐα,

Α Παραλ. 11,39        ο Σελή ο οποίος κατήγετο από την Αμμών, ο Ναχώρ ο καταγόμενος από την Βηρώθ, ο βαστάζων τα όπλα του Ιωάβ, υιού της Σαρουΐας,

Α Παραλ. 11,40   Ἰρὰ ὁ Ἰεθρί, Γαρὴβ ὁ Ἰεθρί,

Α Παραλ. 11,40       ο Ιρά ο καταγόμενος από την Ιεθρί, ο Γαρήβ ο καταγόμενος επίσης από την Ιεθρί,

Α Παραλ. 11,41   Οὐρία ὁ Χεττί, Ζαβὲτ υἱὸς Ἀχαϊά,

Α Παραλ. 11,41        ο Ουρίας ο Χετταίος, ο Ζαβέτ ο υιός του Αχαϊά,

Α Παραλ. 11,42   Ἀδινὰ υἱὸς Σαιζὰ τοῦ Ῥουβὴν ἄρχων, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ τριάκοντα.

Α Παραλ. 11,42       ο Αδινά ο υιός του Σαιζά, ο οποίος ήτο αρχηγός της φυλής του Ρουβήν, και τριάκοντα άλλοι μαζή με αυτόν.

Α Παραλ. 11,43   Ἀνὰν υἱὸς Μοωχά, καὶ Ἰωσαφὰτ ὁ Ματθανί,

Α Παραλ. 11,43        Ο Ανάν ο υιός του Μοωχά, ο Ιωσαφάτ ο καταγόμενος από την Ματθάν,

Α Παραλ. 11,44   Ὀζία ὁ Ἀσταρωθί, Σαμαθὰ καὶ Ἰειὴλ υἱοὶ Χωθὰμ τοῦ Ἀραρί,

Α Παραλ. 11,44       ο Οζία ο καταγόμενος από την Ασταρώθ, ο Σαμαθά και ο Ιειήλ, υιοί του Χωθάμ, του καταγομένου από την Αράρ,

Α Παραλ. 11,45   Ἰεδιὴλ υἱὸς Σαμερὶ καὶ Ἰωζαὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ Θωσαΐ,

Α Παραλ. 11,45        ο Ιεδιήλ υιός του Σαμερί και ο Ιωζαέ ο αδελφός αυτού, καταγόμενος από την Θωσά,

Α Παραλ. 11,46   Ἐλιὴλ ὁ Μαωΐ καὶ Ἰαριβί, καὶ Ἰωσία υἱὸς αὐτοῦ, Ἐλλαὰμ καὶ Ἰεθαμὰ ὁ Μωαβίτης,

Α Παραλ. 11,46       ο Ελιήλ ο καταγόμενος από την Μαω, ο Ιαριβί και ο Ιωσία ο υιός αυτού, ο Ελλαάμ και ο Ιεθαμά ο Μωαβίτης,

Α Παραλ. 11,47   Δαλιὴλ καὶ Ὠβὴδ καὶ Ἰεσσιὴλ ὁ Μεσωβία.

Α Παραλ. 11,47        ο Δαλιήλ, ο Ωβήδ και ο Ιεσσιήλ ο οποίος κατήγετο από την Μεσωβία.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 12

 

Α Παραλ. 12,1    Καὶ οὗτοι οἱ ἐλθόντες πρὸς Δαυὶδ εἰς Σικελάγ, ἔτι συνεχομένου ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ υἱοῦ Κίς, καὶ οὗτοι ἐν τοῖς δυνατοῖς βοηθοῦντες ἐν πολέμῳ

Α Παραλ. 12,1          Οι δε άνδρες, οι οποίοι είχον ελθει προς τον Δαυίδ εις την πόλιν Σικελάγ, όταν αυτός ήτο καταδιωκόμενος σκληρώς από τον Σαούλ, τον υιόν του Κις, και δεν είχεν ελευθερίαν κινήσεως, ήσαν άνδρες γενναίοι και είχαν ελθει να τον βοηθήσουν κατά τον πόλεμον.

Α Παραλ. 12,2    καὶ τόξῳ ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν καὶ σφενδονῆται ἐν λίθοις καὶ τόξοις· ἐκ τῶν ἀδελφῶν Σαοὺλ ἐκ Βενιαμίν·

Α Παραλ. 12,2         Είχαν την ικανότητα να χειρίζωνται το τόξον και με την δεξιάν και με την αριστεράν χείρα των, ήσαν περίφημοι επίσης στον χειρισμόν της σφενδόνης ρίπτοντες έτσι και λίθους και τόξα. Αυτοί ήσαν από τους συγγενείς του Σαούλ, καταγόμενοι από την φυλήν του Βενιαμίν.

Α Παραλ. 12,3    ὁ ἄρχων Ἀχιέζερ καὶ Ἰωὰς υἱὸς Ἀσμὰ τοῦ Γαβαθίτου καὶ Ἰωὴλ καὶ Ἰωφαλὴτ υἱοὶ Ἀσμὼθ καὶ Βερχία καὶ Ἰηοὺλ ὁ Ἀναθωθὶ

Α Παραλ. 12,3         Δηλαδή ο άρχων Αχιέζερ και ο Ιωάς υιός του Ασμά του καταγομένου από την Γαβάθ, ο Ιωήλ και ο Ιωφαλήτ υιοί του Ασμώθ, ο Βερχία και ο Ιηούλ ο καταγόμενος από την Αναθώθ,

Α Παραλ. 12,4    καὶ Σαμαΐας ὁ Γαβαωνίτης δυνατὸς ἐν τοῖς τριάκοντα καὶ ἐπὶ τῶν τριάκοντα

Α Παραλ. 12,4         ο Σαμαΐας ο καταγόμενος από την Γαβαών, ένας από τους τριάκοντα γενναίους άνδρας και αρχηγός αυτών των τριάκοντα.

Α Παραλ. 12,5    Ἱερεμία καὶ Ἰεζιὴλ καὶ Ἰωανὰν καὶ Ἰωζαβὰθ ὁ Γαδαραθιίμ,

Α Παραλ. 12,5         Ο Ιερεμία, ο Ιεζιήλ, ο Ιωανάν, ο Ιωζαβάθ, ο οποίος κατήγετο από τα Γαδαρα,

Α Παραλ. 12,6    Ἀζαΐ καὶ Ἰαριμοὺθ καὶ Βααλιὰ καὶ Σαμαραΐα καὶ Σαφατίας ὁ Χαραιφιήλ,

Α Παραλ. 12,6         ο Αζαΐ ο Ιαριμούθ, ο Βααλιά, ο Σαμαραΐα, ο Σαφατίας, ο Χαραιφιήλ,

Α Παραλ. 12,7    Ἡλκανὰ καὶ Ἰησουνὶ καὶ Ὀζριὴλ καὶ Ἰωζαρὰ καὶ Σοβοκὰμ καὶ οἱ Κορῖται

Α Παραλ. 12,7         ο Ηλκανά, ο Ιησουνί, ο Οζριήλ, ο Ιωζαρά, ο Σοδοκάμ και οι Κορίται,

Α Παραλ. 12,8    καὶ Ἰελία καὶ Ζαβαδία υἱοὶ Ἰραὰμ καὶ οἱ τοῦ Γεδώρ.

Α Παραλ. 12,8         ο Ιελία, ο Ζαβαδία, υιοί του Ιραάμ, και οι άνδρες οι καταγόμενοι από την Γεδώρ.

Α Παραλ. 12,9    καὶ ἀπὸ τοῦ Γαδδὶ ἐχωρίσθησαν πρὸς Δαυὶδ ἀπὸ τῆς ἐρήμου ἰσχυροὶ δυνατοὶ ἄνδρες παρατάξεως πολέμου αἴροντες θυρεοὺς καὶ δόρατα, καὶ πρόσωπον λέοντος τὰ πρόσωπα αὐτῶν, καὶ κοῦφοι ὡς δορκάδες ἐπὶ τῶν ὀρέων τῷ τάχει·

Α Παραλ. 12,9         Από την φυλήν του Γαδ απεχωρίσθησαν από τον Σαούλ και ήλθαν προς τον Δαυίδ, εις την έρημον, όπου αυτός ευρίσκετο, γενναίοι και δυνατοί άνδρες ικανοί εις πολεμικάς επιχειρήσεις, φέροντες ασπίδας και δόρατα. Τα πρόσωπα των ανδρών αυτών ήσαν άγρια και υπερήφανα ωσάν των λεόντων, το δε πόδια των ταχέα, όπως είναι τα πόδια της δορκάδος εις τα όρη.

Α Παραλ. 12,10   Ἀζὲρ ὁ ἄρχων, Ἀβδία ὁ δεύτερος, Ἐλιὰβ ὁ τρίτος,

Α Παραλ. 12,10       Αυτοί ήσαν ο Αζέρ ο άρχων, δεύτερος ο Αβδίας, τρίτος ο Ελιάβ,

Α Παραλ. 12,11   Μασμανὰ ὁ τέταρτος, Ἱερμιὰ ὁ πέμπτος,

Α Παραλ. 12,11        τέταρτος ο Μασμανά, πέμπτος ο Ιερμιά,

Α Παραλ. 12,12   Ἰεθὶ ὁ ἕκτος, Ἐλιὰβ ὁ ἕβδομος,

Α Παραλ. 12,12       έκτος ο Ιεθί, έβδομος ο Ελιάβ,

Α Παραλ. 12,13   Ἰωανὰν ὁ ὄγδοος, Ἐλιαζὲρ ὁ ἔνατος,

Α Παραλ. 12,13        όγδοος ο Ιωανάν, ένατος ο Ελιαζέρ

Α Παραλ. 12,14   Ἱερμιὰ ὁ δέκατος, Μελχαβαναὶ ὁ ἑνδέκατος.

Α Παραλ. 12,14       δέκατος ο Ιερμιά, ενδέκατος ο Μελχαβαναί.

Α Παραλ. 12,15   οὗτοι ἐκ τῶν υἱῶν Γὰδ ἄρχοντες τῆς στρατιᾶς, εἷς τοῖς ἑκατὸν μικρὸς καὶ μέγας τοῖς χιλίοις.

Α Παραλ. 12,15        Αυτοί όλοι, καταγόμενοι από την φυλήν του Γαδ, ήσαν γενναίοι άνδρες, άρχοντες στον στρατόν του Δαυίδ. Τοσον γενναίοι, ώστε ένας από αυτούς, ο μικρότερος, ισοδυναμούσε με εκατόν και ο μεγαλύτερος από αυτούς ήτο εις θέσιν να αντιμετωπίση χιλίους.

Α Παραλ. 12,16   οὗτοι οἱ διαβάντες τὸν Ἰορδάνην ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ, καὶ οὗτος πεπληρωκὼς ἐπὶ πᾶσαν κρηπῖδα αὐτοῦ, καὶ ἐξεδίωξαν πάντας τοὺς κατοικοῦντας αὐλῶνας ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν.

Α Παραλ. 12,16       Αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι είχον διαβή τον Ιορδάνην ποταμόν κατά τον πρώτον μήνα του έτους, όταν αυτός ήτο γεμάτος από νερά εις όλην αυτού την κοίτην, και εξεδίωξαν τους κατοίκους, που ευρίσκοντο εις τας κοιλάδας του ποταμού αυτού από ανατολών έως δυσμών.

Α Παραλ. 12,17   καὶ ἦλθον ἀπὸ τῶν υἱῶν Βενιαμὶν καὶ Ἰούδα εἰς βοήθειαν τοῦ Δαυίδ,

Α Παραλ. 12,17        Από δε την φυλήν του Βενιαμίν και από την φυλήν του Ιούδα ήλθαν εις βοήθειαν του Δαυίδ άλλοι άνδρες.

Α Παραλ. 12,18   καὶ Δαυὶδ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν αὐτῶν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ εἰς εἰρήνην ἥκατε πρός με, εἴη μοι καρδία καθ᾿ ἑαυτὴν ἐφ᾿ ὑμᾶς· καὶ εἰ τοῦ παραδοῦναί με τοῖς ἐχθροῖς μου οὐκ ἐν ἀληθείᾳ χειρός, ἴδοι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν καὶ ἐλέγξαιτο.

Α Παραλ. 12,18       Ο Δαυίδ εξήλθε να τους προυπαντήση και τους ηρώτησε· “εάν έχετε έλθει με ειρηνικόν σκοπόν προς εμέ, η καρδιά μου θα είναι μαζή σας. Εάν όμως έχετε έλθει, δια να με παραδώσετε δολίως εις τα χέρια των εχθρών μου, ας ίδη ο Θεός των πατέρων σας την δολιότητα σας και ας σας τιμωρήση”.

Α Παραλ. 12,19   καὶ πνεῦμα ἐνέδυσε τὸν Ἀμασαὶ ἄρχοντα τῶν τριάκοντα, καὶ εἶπε· πορεύου καὶ ὁ λαός σου Δαυὶδ υἱὸς Ἰεσσαί· εἰρήνη εἰρήνη σοι, καὶ εἰρήνη τοῖς βοηθοῖς σου, ὅτι ἐβοήθησέ σοι ὁ Θεὸς σου. καὶ προσεδέξατο αὐτοὺς Δαυὶδ καὶ κατέστησεν αὐτοὺς ἄρχοντας τῶν δυνάμεων.

Α Παραλ. 12,19       Πνεύμα του Θεού ενέπλησε τον Αμασαί, αρχηγόν των τριάκοντα γενναίων, ο οποίος και είπε· “Δαυίδ, υιέ του Ιεσσαί, βάδιζε ήσυχος τον δρόμον σου, συ και ο λαός σου. Ειρήνη υπάρχει εις σε και ειρήνη εις εκείνους, οι οποίοι έρχονται ως βοηθοί σου, διότι ο Θεός σέ εβοήθησε”. Ο Δαυίδ εδέχθη αυτούς και τους διώρισεν αρχηγούς των στρατιωτικών του δυνάμεων.

Α Παραλ. 12,20   καὶ ἀπὸ Μανασσῆ προσεχώρησαν πρὸς Δαυὶδ ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς ἀλλοφύλους ἐπὶ Σαοὺλ εἰς πόλεμον· καὶ οὐκ ἐβοήθησεν αὐτοῖς, ὅτι ἐν βουλῇ ἐγένετο παρὰ τῶν στρατηγῶν τῶν ἀλλοφύλων λεγόντων· ἐν ταῖς κεφαλαῖς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπιστρέψει πρὸς κύριον αὐτοῦ Σαούλ·

Α Παραλ. 12,20       Από την φυλήν του Μανασσή προσεχώρησαν άλλοι άνδρες προς τον Δαυίδ, όταν οι Φιλισταίοι είχον εκστρατεύσει εναντίον του Σαούλ. Ο δε Δαυίδ δεν εβοήθησε τους Φιλισταίους, διότι οι στρατηγοί των Φιλισταίων δεν του είχαν εμπιστοσύνην και είπαν· “υποπτευόμεθα, μήπως ο Δαυίδ με τας κεφαλάς των ανδρών μας λιποτακτήση προς τον κύριόν του τον Σαούλ”.

Α Παραλ. 12,21   ἐν τῷ πορευθῆναι τὸν Δαυὶδ εἰς Σικελὰγ προσεχώρησαν αὐτῷ ἀπὸ Μανασσῆ Ἐδνὰ καὶ Ἰωζαβὰθ καὶ Ῥωδιὴλ καὶ Μιχαὴλ καὶ Ἰωσαβαὶθ καὶ Ἐλιμοὺθ καὶ Σεμαθί, ἀρχηγοὶ χιλιάδων εἰσὶ τοῦ Μανασσῆ.

Α Παραλ. 12,21       Οταν ο Δαυίδ μετέβη εις την Σικελάγ, προσεχώρησαν εις την δύναμίν του αυτοί οι άνδρες οι καταγόμενοι από την φυλήν του Μανασσή· ο Εδνά, ο Ιωζαβάθ, ο Ρωδιήλ, ο Μιχαήλ, ο Ιωσαβαίθ, ο Ελιμούθ και ο Σεμαθί. Ολοι αυτοί ήσαν χιλίαρχοι από την φυλήν του Μανασσή.

Α Παραλ. 12,22   καὶ αὐτοὶ συνεμάχησαν τῷ Δαυὶδ ἐπὶ τὸν γεδδούρ, ὅτι δυνατοὶ ἰσχύος πάντες καὶ ἦσαν ἡγούμενοι ἐν τῇ στρατιᾷ ἐν τῇ δυνάμει·

Α Παραλ. 12,22       Αυτοί εβοήθησαν τον Δαυίδ εναντίον των επιδρομέων Γεδδούρ. Ησαν δε όλοι γενναίοι άνδρες και έγιναν στρατηγοί στον στρατόν του Δαυίδ.

Α Παραλ. 12,23   ὅτι ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ἤρχοντο πρὸς Δαυὶδ εἰς δύναμιν μεγάλην ὡς δύναμις τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 12,23       Ετσι δε ο στρατός του Δαυίδ ημέραν με την ημέραν ηύξανεν εις δύναμιν, ώστε έγινε μεγάλη στρατιωτική δύναμις, ωσάν δύναμις στρατού του Θεού.

Α Παραλ. 12,24   καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων τῆς στρατιᾶς, οἱ ἐλθόντες πρὸς Δαυὶδ εἰς Χεβρὼν τοῦ ἀποστρέψαι τὴν βασιλείαν Σαοὺλ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸν λόγον Κυρίου.

Α Παραλ. 12,24       Αυτά δε είναι τα ονόματα των αρχηγών του στρατού, οι οποίοι είχον έλθει προς τον Δαυίδ εις την Χεβρών, δια να μεταβιβάσουν την βασιλείαν του Σαούλ προς αυτόν, σύμφωνα με το παράγγελμα του Κυρίου·

Α Παραλ. 12,25   υἱοὶ Ἰούδα θυρεοφόροι καὶ δορατοφόροι ἓξ χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι δυνατοὶ παρατάξεως.

Α Παραλ. 12,25       Από την φυλήν του Ιούδα ήσαν εξ χιλιάδες οκτακόσιοι γενναίοι και ικανοί περί τον πόλεμον άνδρες, φέροντες ασπίδας και δόρατα.

Α Παραλ. 12,26   τῶν υἱῶν Συμεὼν δυνατοὶ ἰσχύος εἰς παράταξιν ἑπτὰ χιλιάδες καὶ ἑκατόν.

Α Παραλ. 12,26       Από την φυλήν του Συμεών ήσαν άνδρες γενναίοι και ικανοί στον πόλεμον επτά χιλιάδες εκατόν.

Α Παραλ. 12,27   τῶν υἱῶν Λευὶ τετρακισχίλιοι καὶ ἑξακόσιοι.

Α Παραλ. 12,27       Από την φυλήν του Λευί τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.

Α Παραλ. 12,28   καὶ Ἰωδαὲ ὁ ἡγούμενος τῷ Ἀαρὼν καὶ μετ᾿ αὐτοῦ τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι.

Α Παραλ. 12,28       Ο Ιωδαέ, ο αρχηγός εις την οικογένειαν του Ααρών, ήλθε και μαζή με αυτόν ήλθον τρεις χιλιάδες επτακόσιοι άνδρες.

Α Παραλ. 12,29   καὶ Σαδὼκ νέος δυνατὸς ἰσχύϊ καὶ τῆς πατρικῆς οἰκίας αὐτοῦ ἄρχοντες εἰκοσιδύο.

Α Παραλ. 12,29       Ηλθεν επίσης ο νεαρός Σαδώκ, γενναίος ανήρ, και από την πατρικήν του οικίαν είκοσι δύο αρχηγοί.

Α Παραλ. 12,30   καὶ τῶν υἱῶν Βενιαμὶν τῶν ἀδελφῶν Σαοὺλ τρεῖς χιλιάδες· καὶ ἔτι τὸ πλεῖστον αὐτῶν ἀπεσκόπει τὴν φυλακὴν οἴκου Σαούλ.

Α Παραλ. 12,30       Από την φυλήν Βενιαμίν, οι οποίοι ήσαν ομόφυλοι του Σαούλ, ήλθον τρεις χιλιάδες, διότι η μεγαλυτέρα μερίς της φυλής αυτής υπηρετούσε ακόμη ως φρουρά στον βασιλικόν οίκον του Σαούλ.

Α Παραλ. 12,31   καὶ ἀπὸ υἱῶν Ἐφραὶμ εἴκοσι χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι, δυνατοὶ ἰσχύϊ, ἄνδρες ὀνομαστοὶ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 12,31        Από την φυλήν Εφραίμ ήλθαν είκοσι χιλιάδες οκτακόσιοι δυνατοί άνδρες, οι οποίοι εξελέγησαν από τας πατριαρχικάς οικογενείας.

Α Παραλ. 12,32   καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ δεκαοκτὼ χιλιάδες, οἳ ὠνομάσθησαν ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυίδ.

Α Παραλ. 12,32       Και από την ημίσειαν φυλήν του Μανασσή ήλθαν δεκαοκτώ χιλιάδες οι οποίοι ονομαστί είχον ορισθή, δια να βοηθήσουν τον βασιλέα Δαυίδ εις την εγκατάστασίν του.

Α Παραλ. 12,33   καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσσάχαρ γινώσκοντες σύνεσιν εἰς τοὺς καιρούς, γινώσκοντες τί ποιήσαι Ἰσραὴλ εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτῶν, διακόσιοι, καὶ πάντες ἀδελφοὶ αὐτῶν μετ᾿ αὐτῶν.

Α Παραλ. 12,33       Από την φυλήν του Ισσάχαρ ήλθαν άνδρες, οι οποίοι είχαν την ικανότητα να γνωρίζουν τους καιρούς, όπως επίσης να γνωρίζουν τι έπρεπε να πράττη ο ισραηλιτικός λαός κατά τας διαφόρους αυτού περιστάσεις. Διακόσιοι αρχηγοί και όλοι οι συγγενείς των υπό τας διαταγάς αυτών.

Α Παραλ. 12,34   καὶ ἀπὸ Ζαβουλὼν ἐκπορευόμενοι εἰς παράταξιν πολέμου ἐν πᾶσι σκεύεσι πολεμικοῖς πεντήκοντα χιλιάδες βοηθῆσαι τῷ Δαυὶδ οὐ χεροκένως.

Α Παραλ. 12,34       Από την φυλήν Ζαβουλών ήλθον άνδρες συνηθισμένοι να εξέρχονται εις πολεμικάς επιχειρήσεις, ωπλισμένοι με όλα τα πολεμικά όπλα, εν όλω πεντήκοντα χιλιάδες, δια να βοηθήσουν τον Δαυίδ. Δεν ήλθαν δέ με αδειανά τα χέρια, αλλά φέροντες δώρα.

Α Παραλ. 12,35   καὶ ἀπὸ Νεφθαλὶ ἄρχοντες χίλιοι καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἐν θυρεοῖς καὶ δόρασι τριακονταεπτὰ χιλιάδες.

Α Παραλ. 12,35       Από την φυλήν του Νεφθαλί ήλθαν χίλιοι αρχηγοί και μαζή με αυτούς τριάκοντα επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι έφεραν ασπίδας μεγάλας και δόρατα.

Α Παραλ. 12,36   καὶ ἀπὸ τῶν Δανιτῶν παρατασσόμενοι εἰς πόλεμον εἰκοσιοκτὼ χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι.

Α Παραλ. 12,36       Από την φυλήν του Δαν ήλθαν άνδρες ικανοί στον πόλεμον εικοσιοκτώ χιλιάδες οκτακόσιοι.

Α Παραλ. 12,37   καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀσὴρ ἐκπορευόμενοι βοηθῆσαι εἰς πόλεμον τεσσαράκοντα χιλιάδες.

Α Παραλ. 12,37       Από την φυλήν Ασήρ ήλθαν να βοηθήσουν τον Δαυίδ τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες, ικανοί να εξέλθουν εις πόλεμον.

Α Παραλ. 12,38   καὶ ἐκ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀπὸ Ῥουβὴν καὶ Γαδδὶ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ ἐν πᾶσι σκεύεσι πολεμικοῖς ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες.

Α Παραλ. 12,38       Από τους Ισραηλίτας, οι οποίοι ήσαν πέραν από τον Ιορδάνην, από τας φυλάς δηλαδή του Ρουβήν, Γαδ και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή, ήλθαν εκατόν είκοσι χιλιάδες, ωπλισμένοι με όλα τα πολεμικά όπλα.

Α Παραλ. 12,39   πάντες οὗτοι ἄνδρες πολεμισταὶ παρατασσόμενοι παράταξιν ἐν ψυχῇ εἰρηνικῇ καὶ ἦλθον εἰς Χεβρὼν τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυὶδ ἐπὶ πάντα Ἰσραήλ· καὶ ὁ κατάλοιπος Ἰσραὴλ ψυχὴ μία τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυίδ.

Α Παραλ. 12,39       Ολοι αυτοί οι άνδρες ήσαν πολεμισταί ικανοί εις πολεμικάς επιχειρήσεις και ήλθον με χαράν ψυχής εις την Χεβρών, δια να εγκαταστήσουν τον Δαυίδ βασιλέα επί όλου του ισραηλιτικού λαού. Αλλά και ο υπόλοιπος ισραηλιτικός λαός είχε το ίδιο φρόνημα και την αυτήν διάθεσιν να ανακηρυχθή ο Δαυίδ βασιλεύς.

Α Παραλ. 12,40   καὶ ἦσαν ἐκεῖ ἡμέρας τρεῖς ἐσθίοντες καὶ πίνοντες, ὅτι ἡτοίμασαν οἰ ἀδελφοὶ αὐτῶν.

Α Παραλ. 12,40       Ολοι αυτοί ήσαν εκεί επί τρεις ημέρας τρώγοντες και πίνοντες, διότι οι αδελφοί των οι Ιουδαίοι ητοίμασαν δι' αυτούς πλουσίας τραπέζας.

Α Παραλ. 12,41   καὶ οἱ ὁμοροῦντες αὐτοῖς ἕως Ἰσσάχαρ καὶ Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλὶ ἔφερον αὐτοῖς ἐπὶ τῶν καμήλων καὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν ἡμιόνων καὶ ἐπὶ τῶν μόσχων βρώματα, ἄλευρα, παλάθας, σταφίδας, οἶνον καὶ ἔλαιον, μόσχους καὶ πρόβατα εἰς πλῆθος, ὅτι εὐφροσύνη ἐν Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 12,41       Αλλά και οι Ισραηλίται, οι γείτονες προς τους Ιουδαίους μέχρι της φυλής Ισσάχαρ, Ζαβουλών και Νεφθαλί, έφεραν δια την συγκέντρωσιν αυτήν επάνω εις καμήλους, εις όνους, εις ημιόνους και εις βόϊδια τρόφιμα, δηλαδή άλευρα, σύκα, σταφίδες, οίνον και έλαιον. Εφεραν δε και πολλά μοσχάρια και πολλά πρόβατα, διότι θα εγίνετο μεγάλη χαρμόσυνος εορτή στον ισραηλιτικόν λαόν.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 13

 

Α Παραλ. 13,1    Καὶ ἐβουλεύσατο Δαυὶδ μετὰ τῶν χιλιάρχων καὶ τῶν ἑκατοντάρχων, παντὶ ἡγουμένῳ,

Α Παραλ. 13,1          Ο Δαυίδ έκαμε σύσκεψιν με τους χιλιάρχους και τους εκατοντάρχους του στρατού του και με όλους τους άλλους άρχοντας.

Α Παραλ. 13,2    καὶ εἶπε Δαυὶδ τῇ πάσῃ ἐκκλησίᾳ Ἰσραήλ· εἰ ἐφ᾿ ὑμῖν ἀγαθὸν καὶ παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν εὐοδωθῇ, ἀποστείλωμεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς ὑπολελειμμένους ἐν πάσῃ γῇ Ἰσραήλ, καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται ἐν πόλεσι κατασχέσεως αὐτῶν, καὶ συναχθήσονται πρὸς ἡμᾶς,

Α Παραλ. 13,2         Εκάλεσε κατόπιν τους αντιπροσώπους όλου του ισραηλιτικού λαού και είπε προς αυτούς· “εάν και σστο ευρίσκετε καλόν, ευοδωθή δε και εκ μέρους του Κυρίου του Θεού ημών, πρέπει να αποστείλωμεν προς τους άλλους αδελφούς μας, που ευρίσκονται εις όλην την χώραν του Ισραήλ, μαζή με τους οποίους είναι οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι μένουν εις τας πόλεις, που έχουν δοθή δια κλήρου εις αυτούς, και να τους παραγγείλωμεν να συγκεντρωθούν πλησίον μας,

Α Παραλ. 13,3    καὶ μετενέγκωμεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πρὸς ἡμᾶς· ὅτι οὐκ ἐζήτησαν αὐτὴν ἀφ᾿ ἡμερῶν Σαούλ.

Α Παραλ. 13,3          δια να μεταφέρωμεν την κιβωτόν του Θεού μας κοντά μας εις την Ιερουσαλήμ. Διότι περί αυτής δεν έγινε καμμία φροντίς από της εποχής του Σαούλ”.

Α Παραλ. 13,4    καὶ εἶπε πᾶσα ἡ ἐκκλησία τοῦ ποιῆσαι οὕτως, ὅτι εὐθὴς ὁ λόγος ἐν ὀφθαλμοῖς παντὸς τοῦ λαοῦ.

Α Παραλ. 13,4         Ολη η συγκέντρωσις είπε, “να γίνη έτσι”, διότι εφάνη ενώπιον όλου του λαού καλή αυτή η πρότασις.

Α Παραλ. 13,5    καὶ ἐξεκκλησίασε Δαυὶδ τὸν πάντα Ἰσραὴλ ἀπὸ ὁρίων Αἰγύπτου καὶ ἕως εἰσόδου Ἡμὰθ τοῦ εἰσενέγκαι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ πόλεως Ἰαρίμ.

Α Παραλ. 13,5          Κατόπιν ο Δαυίδ συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν από τα σύνορα της Αιγύπτου έως τας εισόδους της Ημάθ, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Θεού εις την Ιερουσαλήμ από την πόλιν Ιαρίμ.

Α Παραλ. 13,6    καὶ ἀνήγαγεν αὐτὴν Δαυίδ, καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀνέβη εἰς πόλιν Δαυίδ, ἣ ἦν τοῦ Ἰούδα, τοῦ ἀναγαγεῖν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ Κυρίου καθημένου ἐπὶ Χερουβίμ, οὗ ἐπεκλήθη ὄνομα αὐτοῦ.

Α Παραλ. 13,6         Πράγματι ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ανέβησαν εις την πόλιν Δαυίδ, η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Ιούδα, δια να μεταφέρουν εκεί την Κιβωτόν Κυρίου του Θεού, του καθημένου επί των Χερουβίμ, Κιβωτόν η οποία ήτο αφιερωμένη στο Ονομα αυτού.

Α Παραλ. 13,7    καὶ ἐπέθηκαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ἅμαξαν καινὴν ἐξ οἴκου Ἀμαναδάβ, καὶ Ὀζὰ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἦγον τὴν ἅμαξαν.

Α Παραλ. 13,7          Παρέλαβον, λοιπόν, αυτήν από τον οίκον του Αμιναδάβ και ετοποθέτησαν την Κιβωτόν του Θεού εις άμαξαν καινουργή. Ο Οζά και οι αδελφοί του ωδηγούσαν αυτήν την άμαξαν.

Α Παραλ. 13,8    καὶ Δαυὶδ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ παίζοντες ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ ἐν ψαλτῳδοῖς καὶ ἐν κινύραις καὶ ἐν νάβλαις, ἐν τυμπάνοις, καὶ ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν σάλπιγξι.

Α Παραλ. 13,8         Ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ευφραινόμενος εχόρευεν εμπρός εις την Κιβωτόν με όλην των την δύναμιν, άδοντες και παίζοντες μουσικά όργανα, κινύρας, νάβλας, τύμπανα και σαλπίζοντες με σάλπιγγας.

Α Παραλ. 13,9    καὶ ἤλθοσαν ἕως τῆς ἅλωνος, καὶ ἐξέτεινεν Ὀζὰ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τοῦ κατασχεῖν τὴν κιβωτόν, ὅτι ἐξέκλινεν αὐτὴν ὁ μόσχος.

Α Παραλ. 13,9         Εφθασαν εις κάποιο αλώνι, οπότε ο Οζά άπλωσε το χέρι του να κρατήση την Κιβωτόν της Διαθήκης, διότι ο βους που έφερε την άμαξαν, παρεπάτησε και η Κιβωτός έγειρε με κίνδυνον να πέση.

Α Παραλ. 13,10   καὶ ἐθυμώθη Κύριος ὀργῇ ἐπὶ Ὀζὰ καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ἐκεῖ διὰ τὸ ἐκτεῖναι τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κιβωτόν, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 13,10        Ο Κυριος εθύμωσε με μεγάλην οργήν εναντίον του Οζά και εθανάτωσεν αυτόν εκεί, διότι αυτός άπλωσε το χέρι του και ήγγισε την Κιβωτόν. Ετσι απέθανεν ο Οζά στο μέρος αυτό απέναντι από την Κιβωτόν του Θεού.

Α Παραλ. 13,11   καὶ ἠθύμησε Δαυίδ, ὅτι διέκοψε Κύριος διακοπὴν ἐν Ὀζά, καὶ ἐκάλεσε τὸν τόπον ἐκεῖνον Διακοπὴ Ὀζὰ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Α Παραλ. 13,11        Ο Δαυίδ κατελήφθη από λύπην, διότι ο Κυριος με τέτοιο κτύπημα εθανάτωσε τον Οζά, εκάλεσε δε το όνομα του τόπου εκείνου “Διακοπή Οζά”, και έτσι ονομάζεται αυτός ο τόπος μέχρι της ημέρας αυτής.

Α Παραλ. 13,12   καὶ ἐφοβήθη Δαυὶδ τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγων· πῶς εἰσοίσω τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμαυτόν;

Α Παραλ. 13,12        Ο Δαυίδ εφοβήθη πολύ τον Θεόν κατά την ημέραν εκείνην και είπε· “Πως θα τολμήσω να μεταφέρω την Κιβωτόν του Θεού κοντά μου;”

Α Παραλ. 13,13   καὶ οὐκ ἀπέστρεψε Δαυὶδ τὴν κιβωτὸν πρὸς ἑαυτὸν εἰς πόλιν Δαυίδ, καὶ ἐξέκλινεν αὐτὴν εἰς οἶκον Ἀβεδδαρὰ τοῦ Γεθθαίου.

Α Παραλ. 13,13        Ο Δαυίδ εξ αιτίας αυτού του φόβου δεν μετέφερε την Κιβωτόν του Θεού πλησίον του εις την πόλιν Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Είπεν όμως και μετέφεραν αυτήν στον οίκον του Αβεδδαρά του Γεθθαίου.

Α Παραλ. 13,14   καὶ ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐν οἴκῳ Ἀβεδδαρὰ τρεῖς μῆνας· καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς Ἀβεδδαρὰ καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 13,14        Ετσι δε η Κιβωτός του Θεού παρέτεινε στον οίκον Αβεδδαρά επί τρεις μήνας. Ο δε Θεός ηυλόγησε πλουσίως τον Αβεδδαρά και όλα τα υπάρχοντά του.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 14

 

Α Παραλ. 14,1    Καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου ἀγγέλους πρὸς Δαυὶδ καὶ ξύλα κέδρινα καὶ οἰκοδόμους καὶ τέκτονας ξύλων τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτῷ οἶκον.

Α Παραλ. 14,1          Ο βασιλεύς της Τυρου, ο Χιράμ, έστειλε προς τον Δαυίδ ανθρώπους, οι οποίοι έφεραν προς αυτόν ξύλα κέδρινα, κτίστας και ξυλουργούς, δια να οικοδομήσουν τον βασιλικόν του οίκον.

Α Παραλ. 14,2    καὶ ἔγνω Δαυὶδ ὅτι ἡτοίμασεν αὐτὸν Κύριος εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ, ὅτι ηὐξήθη εἰς ὕψος ἡ βασιλεία αὐτοῦ διὰ τὸν λαὸν αὐτοῦ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 14,2         Ο Δαυίδ είχε πλέον κατανοήσει και πεισθή, ότι ο Κυριος ετακτοποίησε και εστερέωσε την βασιλείαν του επί του ισραηλιτικού λαού, διότι η βασιλεία του αυτή υψώθη και εμεγάλωσε προς χάριν του ισραηλιτικού λαού.

Α Παραλ. 14,3    Καὶ ἔλαβε Δαυὶδ ἔτι γυναῖκας ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐτέχθησαν Δαυὶδ ἔτι υἱοὶ καὶ θυγατέρες.

Α Παραλ. 14,3         Ο Δαυίδ επήρεν ακόμη και άλλας γυναίκας εις την Ιερουσαλήμ ως συζύγους του και δι' αυτών απέκτησε και άλλους υιούς και θυγατέρας.

Α Παραλ. 14,4    καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν τεχθέντων, οἳ ἦσαν αὐτῷ ἐν Ἱερουσαλήμ· Σαμαά, Σωβάβ, Νάθαν καὶ Σαλωμὼν

Α Παραλ. 14,4         Τα δε ονόματα των υιών αυτών, που απέκτησε και έμεναν κοντά του εις την Ιερουσαλήμ, ήσαν τα εξής· Ο Σαμαά, ο Σωβάβ, ο Ναθαν, ο Σολομών,

Α Παραλ. 14,5    καὶ Ἰβαὰρ καὶ Ἐλισαὲ καὶ Ἐλιφαλὲτ

Α Παραλ. 14,5         ο Ιβαάρ, ο Ελισαέ, ο Ελιφαλέτ,

Α Παραλ. 14,6    καὶ Ναγὲθ καὶ Ναφὰγ καὶ Ἰαφιὲ

Α Παραλ. 14,6         ο Ναγέθ, ο Ναφάγ, ο Ιαφιέ,

Α Παραλ. 14,7    καὶ Ἐλισαμαὲ καὶ Ἐλιαδὲ καὶ Ἐλιφαλέτ.

Α Παραλ. 14,7         ο Ελισαμαέ, ο Ελιαδέ και ο Ελιφαλέτ.

Α Παραλ. 14,8    Καὶ ἤκουσαν ἀλλόφυλοι ὅτι ἐχρίσθη Δαυὶδ βασιλεὺς ἐπὶ πάντα Ἰσραήλ, καὶ ἀνέβησαν πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ζητῆσαι τὸν Δαυίδ· καὶ ἤκουσε Δαυὶδ καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς.

Α Παραλ. 14,8         Οι Φιλισταίοι ήκουσαν ότι ο Δαυίδ εχρίσθη βασιλεύς επί όλου του ισραηλιτικού λαού και εξεστράτευσαν όλοι οι αλλόφυλοι, δια να αναζητήσουν και θανατώσουν τον Δαυίδ. Επληροφορήθη ο Δαυίδ το γεγονός και εξήλθε, δια να τους αντιμετωπίση.

Α Παραλ. 14,9    καὶ ἀλλόφυλοι ἦλθον καὶ συνέπεσον ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.

Α Παραλ. 14,9         Οι Φιλισταίοι ήλθον και εστρατοπέδευσαν εις την Κοιλάδα των Γιγάντων.

Α Παραλ. 14,10   καὶ ἐπηρώτησε Δαυὶδ διὰ τοῦ Θεοῦ λέγων· εἰ ἀναβῶ ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ δώσεις αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς μου; καὶ εἶπεν αὐτῷ Κύριος· ἀνάβηθι, καὶ δώσω αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς σου.

Α Παραλ. 14,10       Ο Δαυίδ ηρώτησε τον Θεόν λέγων· “εάν εκστρατεύσω εναντίον των Φιλισταίων, θα τους παραδώσης εις τα χέρια μου;” Ο δε Κυριος απήντησεν εις αυτόν· “κάμε την εκστρατείαν και εγώ θα παραδώσω αυτούς εις τα χέρια σου”.

Α Παραλ. 14,11   καὶ ἀνέβη εἰς Βαὰλ Φαρασὶν καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς ἐκεῖ Δαυίδ· καὶ εἶπε Δαυίδ· διέκοψεν ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθρούς μου ἐν χειρί μου ὡς διακοπὴν ὕδατος· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Διακοπὴ Φαρασίν.

Α Παραλ. 14,11        Ανέβη ο Δαυίδ μετά του στρατού εις την τοποθεσίαν Βαάλ Φαρασίν και εκεί αυτός εκτύπησε και κατέβαλε τους εχθρούς του. Ο Δαυίδ είπε τότε· “ο Θεός ανεχαίτισεν αυτούς, όπως το πρόχωμα αναχαιτίζη την ροήν του ύδατος” δια τούτο δε εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου “Διακοπή Φαρασίν”.

Α Παραλ. 14,12   καὶ ἐγκατέλιπον ἐκεῖ τοὺς θεοὺς αὐτῶν οἱ ἀλλόφυλοι, καὶ εἶπε Δαυὶδ κατακαῦσαι αὐτοὺς ἐν πυρί.

Α Παραλ. 14,12       Οι Φιλισταίοι φεύγοντες αφήκαν στο πεδίον της μάχης τα αγάλματα των θεών των. Ο Δαυίδ διέταξε να παραδώσουν αυτά στο πυρ και να τα κατακαύσουν.

Α Παραλ. 14,13   καὶ προσέθεντο ἔτι ἀλλόφυλοι καὶ συνέπεσαν ἔτι ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.

Α Παραλ. 14,13        Και πάλιν όμως οι Φιλισταίοι ώρμησαν και κατέλαβαν την Κοιλάδα των Γιγάντων.

Α Παραλ. 14,14   καὶ ἠρώτησε Δαυὶδ ἔτι ἐν Θεῷ, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· οὐ πορεύσῃ ὀπίσω αὐτῶν, ἀποστρέφου ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ παρέσῃ αὐτοῖς πλησίον τῶν ἀπίων·

Α Παραλ. 14,14       Ο Δαυίδ ηρώτησε πάλιν τον Θεόν, αν πρέπει να πολεμήση εναντίον εκείνων και ο Θεός του είπε· “δεν θα εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των, αλλά να απομακρυνθής από αυτούς. Θα βαδίζης όμως πλησίον των ανάμεσα εις τας απιδέας, ώστε να τους παρακολουθής.

Α Παραλ. 14,15   καὶ ἔσται ἐν τῷ ἀκοῦσαί σε τὴν φωνὴν τοῦ συσσεισμοῦ τῶν ἄκρων τῶν ἀπίων, τότε εἰσελεύσῃ εἰς τὸν πόλεμον, ὅτι ἐξῆλθεν ὁ Θεὸς ἔμπροσθέν σου τοῦ πατάξαι τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων.

Α Παραλ. 14,15        Οταν δε ακούσης θόρυβον αναταραχής εις τας κορυφάς των απιδεών, τότε θα εισέλθης στον πόλεμον, διότι αυτό σημαίνει ότι έμπροσθέν σου προπορεύεται, ο Θεός, δια να κτυπήση το στρατόπεδον των αλλοφύλων.

Α Παραλ. 14,16   καὶ ἐποίησε καθὼς ἐνετείλατο αὐτῷ ὁ Θεός, καὶ ἐπάταξε τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων ἀπὸ Γαβαὼν ἕως Γαζηρά.

Α Παραλ. 14,16       Ο Δαυίδ έκαμεν όπως τον διέταξεν ο Θεός, εκτύπησε και κατεδίωξε τον στρατόν των Φιλισταίων από την Γαβαών μέχρι της πόλεως Γαζηρά.

Α Παραλ. 14,17   καὶ ἐγένετο ὄνομα Δαυὶδ ἐν πάσῃ τῇ γῇ, καὶ Κύριος ἔδωκε τὸν φόβον αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη.

Α Παραλ. 14,17        Ετσι δε το όνομα του Δαυίδ έγινε γνωστόν και ένδοξον εις όλην την χώραν. Ο δε Κυριος κατέστησεν αυτόν φοβερόν εις όλα τα έθνη.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 15

 

Α Παραλ. 15,1    Καὶ ἐποίησεν αὐτῷ οἰκίας ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἡτοίμασε τὸν τόπον τῇ κιβωτῷ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐποίησεν αὐτῇ σκηνήν.

Α Παραλ. 15,1          Ο Δαυίδ κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του οικίας εις την πόλιν Δαυίδ, την Σιών, προπαρασκεύασε δε τον τόπον δια την Κιβωτόν του Θεού και κατεσκεύασε δι' αυτήν Σκηνήν.

Α Παραλ. 15,2    τότε εἶπε Δαυίδ· οὐκ ἔστιν ἆραι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἢ τοὺς Λευίτας, ὅτι αὐτοὺς ἐξελέξατο Κύριος αἴρειν τὴν κιβωτὸν Κυρίου καὶ λειτουργεῖν αὐτῷ ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 15,2         Είπε τότε ο Δαυίδ· “δεν επιτρέπεται παρά του Θεού να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου άλλοι, ειμή μόνον οι Λευίται, διότι αυτούς έχει εκλέξει ο Κυριος να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου και να υπηρετούν αυτόν πάντοτε”.

Α Παραλ. 15,3    καὶ ἐξεκκλησίασε Δαυὶδ τον πάντα Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλὴμ τοῦ ἀνενέγκαι τὴν κιβωτὸν Κυρίου εἰς τὸν τόπον, ὃν ἡτοίμασεν αὐτῇ.

Α Παραλ. 15,3          Ο Δαυίδ συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν εις την Ιερουσαλήμ, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου στον τόπον, τον οποίον είχε προετοιμάσει δι' αυτήν.

Α Παραλ. 15,4    καὶ συνήγαγε Δαυὶδ τοὺς υἱοὺς Ἀαρὼν τοὺς Λευίτας.

Α Παραλ. 15,4         Συνεκέντρωσε τους απογόνους του Ααρών, ιερείς και Λευίτας.

Α Παραλ. 15,5    τῶν υἱῶν Καάθ· Οὐριὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν εἴκοσι.

Α Παραλ. 15,5          Από τους απογόνους του Καάθ εκάλεσε τον Ουριήλ, άρχοντα εις την πατριαρχικήν του οικογένειαν και τους συγγενείς αυτού εν όλω εκατόν είκοσι.

Α Παραλ. 15,6    τῶν υἱῶν Μεραρί· Ἀσαΐα ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, διακόσιοι εἴκοσι.

Α Παραλ. 15,6         Από τους υιούς Μεραρί εκάλεσε τον Ασαΐα, ο οποίος ήτο αρχηγός, και τους συγγενείς αυτού διακοσίους είκοσιν εν όλω.

Α Παραλ. 15,7    τῶν υἱῶν Γηρσάμ· Ἰωὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν τριάκοντα.

Α Παραλ. 15,7          Από τους απογόνους του Γηρσάμ εκάλεσε τον Ιωήλ, ο οποίος ήτο επίσης αρχηγός, και τους συγγενείς αυτού εν όλω εκατόν τριάκοντα.

Α Παραλ. 15,8    τῶν υἱῶν Ἐλισαφάν· Σεμεΐ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, διακόσιοι.

Α Παραλ. 15,8         Από τους υιούς Ελισαφάν εκάλεσε τον Σεμεΐ, τον αρχηγόν, και τους αδελφούς αυτού διακοσίους εν όλω.

Α Παραλ. 15,9    τῶν υἱῶν Χεβρών· Ἐλιὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὀγδοήκοντα.

Α Παραλ. 15,9         Από τους απογόνους του Χεβρών εκάλεσε τον Ελιήλ, τον αρχηγόν, και τους συγγενείς αυτού εν όλω ογδοήκοντα.

Α Παραλ. 15,10   τῶν υἱῶν Ὀζιήλ· Ἀμιναδὰβ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν δεκαδύο.

Α Παραλ. 15,10        Από τους υιούς Οζιήλ εκάλεσε τον Αμιναδάδ, τον αρχηγόν, και τους αδελφούς αυτού εκατόν δώδεκα εν όλω.

Α Παραλ. 15,11   καὶ ἐκάλεσε Δαυὶδ τὸν Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ, τοὺς ἱερεῖς, καὶ τοὺς Λευίτας, τὸν Οὐριήλ, Ἀσαΐαν καὶ Ἰωὴλ καὶ Σαμαίαν καὶ Ἐλιὴλ καὶ Ἀμιναδάβ,

Α Παραλ. 15,11        Ο Δαυίδ προσεκάλεσεν επίσης και τους αρχιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ, όπως επίσης και τους Λευίτας Ουριήλ, Ασαΐαν, Ιωήλ, Σαμαίαν, Ελιήλ, Αμιναδάβ,

Α Παραλ. 15,12   καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἄρχοντες πατριῶν τῶν Λευιτῶν, ἁγνίσθητε ὑμεῖς καὶ οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν καὶ ἀνοίσετε τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ, οὗ ἡτοίμασα αὐτῇ·

Α Παραλ. 15,12        και είπε προς αυτούς· “σεις είσθε οι αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών των Λευϊτών. Αγνισθήτε σεις και οι συγγενείς σας, διότι θα μεταφέρετε την Κιβωτόν του Θεού του Ισραήλ στον τόπον, τον οποίον εγώ έχω ετοιμάσει δι' αυτήν.

Α Παραλ. 15,13   ὅτι οὐκ ἐν τῷ πρότερον ὑμᾶς εἶναι διέκοψεν ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν ἡμῖν, ὅτι οὐκ ἐξεζητήσαμεν ἐν κρίματι.

Α Παραλ. 15,13        Γνωρίζετε δε ότι, επειδή σεις δεν μετεφέρατε κατά την προηγουμένην φοράν την Κιβωτόν, έστειλε τιμωρίαν ο Θεός εναντίον μας, διότι δεν εφροντίσαμεν δια την μεταφοράν της Κιβωτού σύμφωνα με τον νόμον του”.

Α Παραλ. 15,14   καὶ ἡγνίσθησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται τοῦ ἀνενέγκαι τὴν κιβωτὸν Θεοῦ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 15,14        Οι ιερείς και οι Λευίται εκαθαρίσθησαν, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Θεού του Ισραήλ.

Α Παραλ. 15,15   καὶ ἔλαβον οἱ υἱοὶ τῶν Λευιτῶν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνετείλατο Μωυσῆς ἐν λόγῳ Θεοῦ κατὰ τὴν γραφήν, ἐν ἀναφορεῦσιν ἐπ᾿ αὐτούς.

Α Παραλ. 15,15        Αυτοί οι Λευίται επήραν πράγματι την Κιβωτόν του Θεού, σύμφωνα με όσα είχε διατάξει ο Μωϋσής, όπως περιέχονται στον γραπτόν λόγον του Κυρίου, με αναφορείς επάνω στους ωμούς των.

Α Παραλ. 15,16   καὶ εἶπε Δαυὶδ τοῖς ἄρχουσι τῶν Λευιτῶν· στήσατε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν τοὺς ψαλτῳδοὺς ἐν ὀργάνοις, νάβλαις, κινύραις καὶ κυμβάλοις τοῦ φωνῆσαι εἰς ὕψος ἐν φωνῇ εὐφροσύνης.

Α Παραλ. 15,16        Ο Δαυίδ είπεν στους αρχηγούς των Λευιτών· “τακτοποιήσατε τους αδελφούς σας ψαλτωδούς, οι οποίοι θα ψάλλουν δυνατά ύμνους χαρμοσύνους, τη συνοδεία μουσικών οργάνων, με νάβλας, με κινυράς και με κύμβαλα”.

Α Παραλ. 15,17   καὶ ἔστησαν οἱ Λευῖται τὸν Αἰμὰν υἱὸν Ἰωήλ· ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ Ἀσὰφ υἱὸς Βαραχία. καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Μεραρὶ ἀδελφῶν αὐτοῦ Αἰθὰν υἱὸς Κισαίου.

Α Παραλ. 15,17        Οι Λευίται ώρισαν τον Αιμάν, τον υιόν του Ιωήλ, εκ δε των αδελφών του τον Ασάφ, τον υιόν του Βαραχία. Από δε τους απογόνους του Μεραρί εξεχώρισαν από τους αδελφούς του τον Αιθάν, τον υιόν του Κισαίου.

Α Παραλ. 15,18   καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ δεύτεροι Ζαχαρίας καὶ Ὀζιὴλ καὶ Σεμιραμὼθ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ἐλιωὴλ καὶ Ἐλιὰβ καὶ Βαναία καὶ Μαασαΐα καὶ Ματταθία καὶ Ἐλιφαλία καὶ Μακενία καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζίας, οἱ πυλωροί.

Α Παραλ. 15,18        Μαζή δέ με αυτούς ήσαν οι αδελφοί των της δευτέρας σειράς βοηθοί, δηλαδή ο Ζαχαρίας, ο Οζιήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ελιωήλ, ο Ελιάβ, ο Βαναία, ο Μαασαΐα, ο Ματταθία, ο Ελιφαλία, ο Μακενία, ο Αβδεδόμ, ο Ιεϊήλ και ο Οζίας, οι θυρωροί.

Α Παραλ. 15,19   καὶ οἱ ψαλτῳδοί, Αἰμάν, Ἀσὰφ καὶ Αἰθὰν ἐν κυμβάλοις χαλκοῖς τοῦ ἀκουσθῆναι ποιῆσαι·

Α Παραλ. 15,19        Οι ψαλτωδοί, ο Αιμάν, ο Ασάφ και ο Αιθάν, είχαν κύμβαλα χάλκινα, τα οποία τα εκτυπούσαν, ώστε να ακούωνται πολύ.

Α Παραλ. 15,20   Ζαχαρίας καὶ Ὀζιήλ, Σεμιραμώθ, Ἰεϊήλ, Ὠνί, Ἐλιάβ, Μασαίας, Βαναίας ἐν νάβλαις ἐπὶ ἀλαιμώθ.

Α Παραλ. 15,20       Ο δε Ζαχαρίας, ο Οζιήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ωνί, ο Ελιάβ, ο Μασαίας και ο Βαναίας, είχαν κιθάρας ενηρμονισμένας εις υψηλούς τόνους.

Α Παραλ. 15,21   καὶ Ματταθίας καὶ Ἐλιφαλίας καὶ Μακενίας καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζίας ἐν κινύραις ἀμασενὶθ τοῦ ἐνισχῦσαι.

Α Παραλ. 15,21        Ο Ματταθίας, ο Ελιφαλίας, ο Μακενίας, ο Αβδεδόμ, ο Ιεϊήλ και ο Οζίας είχαν άρπας ενηρμονισμένας εις χαμηλούς τόνους, δια να συνοδεύουν τα μουσικά μέλη.

Α Παραλ. 15,22   καὶ Χωνενία ἄρχων τῶν Λευιτῶν ἄρχων τῶν ᾠδῶν, ὅτι συνετὸς ἦν.

Α Παραλ. 15,22       Ο Χωνενία, ο αρχηγός των Λευϊτών, ήτο και αρχηγός αυτών των ψαλτών, επειδή ήτο άνθρωπος έμπειρος και ικανός.

Α Παραλ. 15,23   καὶ Βαραχία καὶ Ἐλκανὰ πυλωροὶ τῆς κιβωτοῦ.

Α Παραλ. 15,23       Ο Βαραχία και ο Ελκανά ήσαν οι φύλακες της Κιβωτού.

Α Παραλ. 15,24   καὶ Σοβνία καὶ Ἰωσαφὰτ καὶ Ναθαναὴλ καὶ Ἀμασαΐ καὶ Ζαχαρία καὶ Βαναΐ καὶ Ἐλιέζερ οἱ ἱερεῖς σαλπίζοντες ταῖς σάλπιγξιν ἔμπροσθεν τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ. καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεΐα πυλωροὶ τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 15,24       Ο Σοβνία, ο Ιωσαφάτ, ο Ναθαναήλ, ο Αμασαΐ, ο Ζαχαρίας, ο Βαναΐ και ο Ελιέζερ, οι ιερείς, αυτοί εσάλπιζαν με τας σάλπιγγας εμπρός από την Κιβωτόν του Θεού. Ο Αβδεδόμ και ο Ιεΐα ήσαν οι φύλακες της Κιβωτού του Θεού.

Α Παραλ. 15,25   καὶ ἦν Δαυὶδ καὶ οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ καὶ οἱ χιλίαρχοι οἱ πορευόμενοι τοῦ ἀναγαγεῖν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης ἐξ οἴκου Ἀβδεδὸμ ἐν εὐφροσύνῃ.

Α Παραλ. 15,25       Εις την χαρμόσυνον αυτήν πομπήν μετείχον επίσης ο Δαυίδ, οι πρεσβύτεροι του Ισραηλιτικού λαού και οι χιλίαρχοι του στρατού. Ολοι αυτοί επορεύοντο, δια να μεταφέρουν με μεγάλην χαράν την Κιβωτόν της Διαθήκης από τον οίκον του Αβδεδόμ.

Α Παραλ. 15,26   καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατισχῦσαι τὸν Θεὸν τοὺς Λευίτας αἴροντας τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου καὶ ἔθυσαν ἑπτὰ μόσχους καὶ ἑπτὰ κριούς.

Α Παραλ. 15,26       Οταν δε ο Θεός ενίσχυσε και ηξίωσε τους Λευίτας να πάρουν στους ώμους των την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, πριν ξεκινήσουν, προσέφεραν θυσίαν επτά μόσχους και επτά κριούς.

Α Παραλ. 15,27   καὶ Δαυὶδ περιεζωσμένος ἐν στολῇ βυσσίνῃ καὶ πάντες οἱ Λευῖται αἴροντες τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ καὶ Χωνενίας ὁ ἄρχων τῶν ᾠδῶν τῶν ᾀδόντων, καὶ ἐπὶ Δαυὶδ στολὴ βυσσίνη.

Α Παραλ. 15,27       Ο Δαυίδ κατά την πομπήν αυτήν εφορούσε στολήν λινήν. Ομοίαν προ την στολήν αυτήν του Δαυίδ είχαν και όλοι οι Λευίται οι μεταφέροντες την Κιβωτόν της Διαθήκης, όπως επίσης και οι ψάλται και ο Χωνενίας, ο οποίος ήτο αρχηγός των ψαλλόντων τους ύμνους.

Α Παραλ. 15,28   καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀνάγοντες τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἐν σημασίᾳ καὶ ἐν φωνῇ σωφὲρ καὶ ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κυμβάλοις, ἀναφωνοῦντες ἐν νάβλαις καὶ ἐν κινύραις.

Α Παραλ. 15,28       Ολος δε ο ισραηλιτικός λαός με αλαλαγμούς χαράς συμμετείχεν εις την πομπήν της μεταφοράς της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου, υπό τους ήχους των σαλπίγγων και των κυμβάλων, παίζοντες δυνατά άρπας και κιθάρας.

Α Παραλ. 15,29   καὶ ἐγένετο ἡ κιβωτὸς διαθήκης Κυρίου καὶ ἦλθεν ἕως πόλεως Δαυίδ, καὶ Μελχὸλ ἡ θυγάτηρ Σαοὺλ παρέκυψε διὰ τῆς θυρίδος καὶ εἶδε τὸν βασιλέα Δαυὶδ ὀρχούμενον καὶ παίζοντα, καὶ ἐξουδένωσεν αὐτὸν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῆς.

Α Παραλ. 15,29       Οταν δε η Κιβωτός της Διαθήκης έφθασεν εις την πόλιν του Δαυίδ, η σύζυγος του Δαυίδ η Μελχόλ, θυγάτηρ του Σαούλ έσκυψεν από το παράθυρόν της και είδε τον βασιλέα να χορεύη και να πηδά με χαράν, απεδοκίμασε αυτήν του την πράξιν εσωτερικώς και τον κατεφρόνησε.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 16

 

Α Παραλ. 16,1    Καὶ εἰσήνεγκαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπηρείσαντο αὐτὴν ἐν μέσῳ τῆς σκηνῆς, ἧς ἔπηξεν αὐτῇ Δαυίδ, καὶ προσήνεγκαν ὁλοκαυτώματα καὶ σωτηρίου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 16,1          Εφεραν, λοιπόν, εντός της πόλεως την Κιβωτόν του Θεού και την ετοποθέτησαν μέσα εις την Σκηνήν, την οποίαν είχε κατασκευάσει δι' αυτήν ο Δαυίδ. Οι δε Ισραηλίται προσέφεραν θυσίας ολοκαυτωμάτων και θυσίας ειρηνικάς ενώπιον του Θεού.

Α Παραλ. 16,2    καὶ συνετέλεσε Δαυὶδ ἀναφέρων ὁλοκαυτώματα καὶ σωτηρίου καὶ εὐλόγησε τὸν λαὸν ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Α Παραλ. 16,2         Ο Δαυίδ, αφού ετελείωσε και αυτός την προσφοράν ολοκαυτωμάτων και των ειρηνικών θυσιών, ηυλόγησε τον λαόν εν ονόματι του Κυρίου.

Α Παραλ. 16,3    καὶ διεμέρισε παντὶ ἀνδρὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνδρὸς καὶ ἕως γυναικός, τῷ ἀνδρὶ ἄρτον ἕνα ἀρτοκοπικὸν καὶ ἀμορίτην.

Α Παραλ. 16,3         Επειτα δε εμοίρασεν εις όλους τους Ισραηλίτας, εις άνδρας και γυναίκας, στον καθένα από αυτούς, ένα άρτον αρτοποιείου και ένα γλύκισμα από σταφίδας.

Α Παραλ. 16,4    καὶ ἔταξε κατὰ πρόσωπον τῆς κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου ἐκ τῶν Λευιτῶν λειτουργοῦντας ἀναφωνοῦντας καὶ ἐξομολογεῖσθαι καὶ αἰνεῖν Κύριον τὸν Θεὸν Ἰσραήλ·

Α Παραλ. 16,4         Εταξε δε ο Δαυίδ ενώπιον της Διαθήκης του Θεού μερικούς άνδρας από τους Λευίτας, δια να υπηρετούν εις την Σκηνήν ψάλλοντες, αινούντες και δοξολογούντες Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.

Α Παραλ. 16,5    Ἀσὰφ ὁ ἡγούμενος, καὶ δευτερεύων αὐτῷ Ζαχαρίας, Ἰεϊήλ, Σεμιραμώθ, Ἰεϊήλ, Ματταθίας, Ἐλιὰβ καὶ Βαναίας, καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ ἐν ὀργάνοις, νάβλαις, κινύραις, καὶ Ἀσὰφ ἐν κυμβάλοις ἀναφωνῶν.

Α Παραλ. 16,5         Αυτοί δε ήσαν ο Ασάφ ο αρχηγός, ο Ζαχαρίας κατόπιν από αυτόν, έπειτα δε ο Ιεϊήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ματταθίας, ο Ελιάβ, ο Βαναΐας, ο Αβδεδόμ και ο Ιεϊήλ, οι οποίοι έπαιζαν μουσικά όργανα, άρπας και κιθάρας, ενώ ο Ασάφ έπληττε τα κύμβαλα να αντηχούν ζωηρώς.

Α Παραλ. 16,6    καὶ Βαναίας καὶ Ὀζιὴλ οἱ ἱερεῖς ἐν ταῖς σάλπιγξι διαπαντὸς ἐναντίον τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ.

Α Παραλ. 16,6         Ο Βαναίας και ο Οζιήλ, οι ιερείς, είχον ως έργον των να σαλπίζουν με τας σάλπιγγας πάντοτε ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης του Θεού.

Α Παραλ. 16,7    Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη τότε ἔταξε Δαυὶδ ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰνεῖν τὸν Κύριον ἐν χειρὶ Ἀσὰφ καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,7         Ο Δαυίδ κατά την ημέραν εκείνην, παρέδωσε δια πρώτην φοράν εις τα χέρια του Ασάφ και των αδελφών αυτού ωδήν, δια να υμνήσουν τον Κυριον.

Α Παραλ. 16,8    ῼΔΗ. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ἐπικαλεῖσθε αὐτὸν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, γνωρίσατε ἐν λαοῖς τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,8         Η ΩΔΗ είναι αυτή· “Δοξολογήσατε τον Κυριον, επικαλεσθήτε το όνομα αυτού, καταστήσατε γνωστά στους λαούς τα μεγάλα και θαυμαστά αυτού έργα.

Α Παραλ. 16,9    ᾄσατε αὐτῷ καὶ ὑμνήσατε αὐτῷ, διηγήσασθε πᾶσι τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε Κύριος.

Α Παραλ. 16,9         Ψαλατε και υμνήσατε αυτόν. Διηγηθήτε εις όλους τα θαυμάσια αυτού, τα οποία ο Κυριος έκαμε.

Α Παραλ. 16,10   αἰνεῖτε ἐν ὀνόματι ἁγίῳ αὐτοῦ, εὐφρανθήσεται καρδία ζητοῦσα τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,10       Υμνείτε το άγιον Ονομά του, ας ευφρανθή κάθε καρδιά, η οποία ζητεί με πίστιν την ευλογίαν του Θεού.

Α Παραλ. 16,11   ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἰσχύσατε, ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός.

Α Παραλ. 16,11        Ζητήσατε τον Κυριον και αποκτήσατε δι' αυτού δύναμιν, ζητήσατε συνεχώς και ακαταπαύστως το πρόσωπον αυτού.

Α Παραλ. 16,12   μνημονεύετε τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε, τέρατα καὶ κρίματα τοῦ στόματος αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,12       Να ενθυμήσθε πάντοτε όλα τα θαυμαστά αυτού έργα, τα οποία έκαμε, τα μεγάλα θαύματα και τας υψηλάς νομοθεσίας και εντολάς, αι οποίαι εξήλθον από το στόμα του.

Α Παραλ. 16,13   σπέρμα Ἰσραὴλ παῖδες αὐτοῦ, υἱοὶ Ἰακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,13        Σεις, οι απόγονοι του Ισραήλ, δούλοι του Θεού, παιδιά του Ιακώβ, εκλεκτοί του Θεού.

Α Παραλ. 16,14   αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,14       Αυτός ο Κυριος είναι ο Θεός μας. Αι κρίσεις και αι αποφάσστου εκτείνονται εις όλην την γην.

Α Παραλ. 16,15   μνημονεύων εἰς αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ, λόγον αὐτοῦ, ὃν ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς,

Α Παραλ. 16,15        Να ενθυμήσθε πάντοτε την Διαθήκην του, τον λόγον του, τον οποίον είπε και ο οποίος θα παραμείνη εις γενεάς γενεών·

Α Παραλ. 16,16   ὃν διέθετο τῷ Ἁβραὰμ καὶ τὸν ὅρκον αὐτοῦ τῷ Ἰσαάκ·

Α Παραλ. 16,16       τον λόγον, τον οποίον, ως διαθήκην, συνήψε προς τον Αβραάμ και τον όρκον, τον οποίον έδωσεν στον Ισαάκ.

Α Παραλ. 16,17   ἔστησεν αὐτὸν τῷ Ἰακὼβ εἰς πρόσταγμα, τῷ Ἰσραὴλ διαθήκην αἰώνιον

Α Παραλ. 16,17        Ενθυμηθήτε την εντολήν, την οποίαν έδωσεν στον Ιακώβ, την αιωνίαν διαθήκην την οποίαν συνήψε με τον Ισραήλ

Α Παραλ. 16,18   λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναὰν σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν.

Α Παραλ. 16,18       λέγων· “εις σε θα δώσω την χώραν Χαναάν ως μερίδιον της κληρονομίας σας”.

Α Παραλ. 16,19   ἐν τῷ γενέσθαι αὐτοὺς ὀλιγοστοὺς ἀριθμῷ ὡς ἐσμικρύνθησαν καὶ παρῴκησαν ἐν αὐτῇ.

Α Παραλ. 16,19       Και είπεν αυτά, όταν οι εκλεκτοί του ήσαν ολίγοι κατά τον αριθμόν και ασήμαντοι και οι οποίοι ως πάροικοι και ως ξένοι κατοικούσαν εις την χώραν αυτήν.

Α Παραλ. 16,20   καὶ ἐπορεύθησαν ἀπὸ ἔθνους εἰς ἔθνος καὶ ἀπὸ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον.

Α Παραλ. 16,20       Μετέβησαν από έθνους εις έθνος και από την μίαν βασιλείαν εις άλλους λαούς.

Α Παραλ. 16,21   οὐκ ἀφῆκεν ἄνδρα τοῦ δυναστεῦσαι αὐτοὺς καὶ ἤλεγξε περὶ αὐτῶν βασιλεῖς·

Α Παραλ. 16,21       Ο Θεός δεν αφήκε κανένα να τους καταδυναστεύση, ετιμώρησε δε προς χάριν αυτών βασιλείς, οι οποίοι ηθέλησαν το κακόν των.

Α Παραλ. 16,22   μὴ ἅψησθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε.

Α Παραλ. 16,22       “Μη εγγίζετε τους αγίους μου και μη κάνετε τίποτε το κακόν στους προφήτας μου”.

Α Παραλ. 16,23   ᾄσατε τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ, ἀναγγείλατε ἐξ ἡμέρας εἰς ἡμέραν σωτηρίαν αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,23       Ψαλατε προς τον Κυριον όλοι οι κάτοικοι της γης. Αναγγείλατε από ημέρας εις ημέραν την σωτηρίαν, την οποίαν αυτός προσφέρει.

Α Παραλ. 16,24   ἐξηγεῖσθε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,24       Διηγηθήτε και παραστήσατε εις όλα τα έθνη την δόξαν αυτού, εις όλους τους λαούς τα θαυμαστά αυτού έργα.

Α Παραλ. 16,25   ὅτι μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς θεούς.

Α Παραλ. 16,25       Διότι ο Κυριος είναι μέγας και άξιος να υμνολογήται με όλην μας την δύναμιν. Είναι φοβερός εναντίον όλων των ψευδών θεών.

Α Παραλ. 16,26   ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἴδωλα, καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν οὐρανοὺς ἐποίησε.

Α Παραλ. 16,26       Διότι όλοι οι θεοί των εθνών είναι άψυχα και ψευδή είδωλα, ο δε Θεός ημών είναι ο δημιουργός των ουρανών.

Α Παραλ. 16,27   δόξα καὶ ἔπαινος κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, ἰσχὺς καὶ καύχημα ἐν τόπῳ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,27       Δοξα και έπαινος πάντοτε υπάρχει ενώπιόν του. Δυναμις και καύχημα στον τόπον του, στον ιερόν δηλαδή ναόν του.

Α Παραλ. 16,28   δότε τῷ Κυρίῳ αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, δότε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ ἰσχύν·

Α Παραλ. 16,28       Αποδώσατε στον Κυριον όλαι αι πατριαρχικαί οικογένειαι των εθνών, αποδώσατε στον Κυριον δόξαν, αναγνωρίσατε την παντοδυναμίαν αυτού.

Α Παραλ. 16,29   δότε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματος αὐτοῦ, λάβετε δῶρα καὶ ἐνέγκατε κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ προσκυνήσατε Κυρίῳ ἐν αὐλαῖς ἁγίαις αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,29       Δώστε δόξαν στον Κυριον, στο όνομα το υπερύμνητον αυτού. Παρετε δώρα και φέρετέ τα ενώπιόν του και προσκυνήσατε τον Κυριον εις τας αγίας αυλάς της Σκηνής του Μαρτυρίου του.

Α Παραλ. 16,30   φοβηθήτω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ, κατορθωθήτω ἡ γῆ καὶ μὴ σαλευθήτω·

Α Παραλ. 16,30       Ας συγκλονισθή από φόβον ολόκληρος η οικουμένη ενώπιόν του. Δια της θείας παντοδυναμίας του ας διορθωθή η γη, ώστε να μη κληνισθή στον αιώνα.

Α Παραλ. 16,31   εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, καὶ εἰπάτωσαν ἐν τοῖς ἔθνεσι· Κύριος βασιλεύων.

Α Παραλ. 16,31        Ο ουρανός ας ευφρανθή και η γη ας αγαλλιασθή. Διαλαλήσατε δε μεταξύ όλων των εθνών· Ο Κυριος είναι ο μόνος βασιλεύς !

Α Παραλ. 16,32   βομβήσει ἡ θάλασσα σὺν τῷ πληρώματι καὶ ξύλον ἀγροῦ καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ·

Α Παραλ. 16,32       Θα βοήση η θάλασσα μαζή με όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν. Θα ευφρανθούν τα δένδρα των πεδιάδων και όλα όσα υπάρχουν εις αυτάς.

Α Παραλ. 16,33   τότε εὐφρανθήσεται τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ὅτι ἦλθε κρῖναι τὴν γῆν.

Α Παραλ. 16,33       Τοτε θα ευφρανθούν τα δένδρα του δάσους ενώπιον του Κυρίου, διότι αυτός ήλθε να κρίνη την γην.

Α Παραλ. 16,34   ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθόν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,34       Δοξολογήσατε τον Κυριον, διότι τούτο είναι αγαθόν. Δοξολογήσατε αυτόν, διότι το έλεός του είναι αιώνιον.

Α Παραλ. 16,35   καὶ εἴπατε· σῶσον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας ἡμῶν, καὶ ἄθροισον ἡμᾶς, καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ αἰνεῖν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου καὶ καυχᾶσθαι ἐν ταῖς αἰνέσεσί σου.

Α Παραλ. 16,35       Είπατε· “Σώσον ημάς, συ ο οποίος είσαι Θεός σωτήρ μας. Βγάλε μας από τα έθνη, όπου είχαμεν διασπαρή, συγκέντρωσέ μας, δια να δοξολογούμεν το άγιόν σου όνομα και να καυχώμεθα με τας δοξολογίας, που θα σου αναπέμπωμεν.

Α Παραλ. 16,36   εὐλογημένος Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος· καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· ἀμήν. καὶ ᾔνεσαν τῷ Κυρίῳ.

Α Παραλ. 16,36       Ας είναι δοξασμένος Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού εις όλους τους αιώνας των αιώνων !” Και όλος ο λαός απήντησεν· “Αμήν”. Ετσι εδοξολόγησαν κατά την ημέραν εκείνην τον Κυριον.

Α Παραλ. 16,37   Καὶ κατέλιπον ἐκεῖ ἔναντι τῆς κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου τὸν Ἀσὰφ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοῦ λειτουργεῖν ἐναντίον τῆς κιβωτοῦ διαπαντὸς τὸ τῆς ἡμέρας εἰς ἡμέραν.

Α Παραλ. 16,37       Αφήκαν έπειτα ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου, τον Ασάφ και τους αδελφούς του, δια να υπηρετούν συνεχώς ενώπιον της Κιβωτού και να εκτελούν τα δι' έκαστην ημέραν καθωρισμένα έργα.

Α Παραλ. 16,38   καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑξήκοντα καὶ ὀκτώ, καὶ Ἀβδεδὸμ υἱὸς Ἰδιθοὺν καὶ Ὀσσὰ εἰς πυλωρούς.

Α Παραλ. 16,38       Τον Αβδεδόμ, υιόν του Ιδιθούν, και τους αδελφούς αυτού εξήκοντά οκτώ εν όλω και τον Οσσά, τους θυρωρούς.

Α Παραλ. 16,39   καὶ τὸν Σαδὼκ τὸν ἱερέα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς ἱερεῖς ἐναντίον τῆς σκηνῆς Κυρίου ἐν Βαμὰ τῇ ἐν Γαβαὼν

Α Παραλ. 16,39       Τον Σαδώκ εγκατέστησεν ο Δαυίδ ως αρχιερέα, τους δε αδελφούς του ως ιερείς ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου, η οποία ευρίσκετο εις την τοποθεσίαν Βαμά, πλησίον της πόλεως Γαβαών.

Α Παραλ. 16,40   τοῦ ἀναφέρειν ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων διαπαντὸς τὸ πρωΐ καὶ τὸ ἑσπέρας καὶ κατὰ πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν νόμῳ Κυρίου ὅσα ἐνετείλατο ἐφ᾿ υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν χειρὶ Μωυσῆ τοῦ θεράποντος τοῦ Θεοῦ·

Α Παραλ. 16,40       Εργον αυτών ήτο να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στον Κυριον επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, πάντοτε, πρωΐαν και εσπέραν, σύμφωνα με εκείνα τα οποία ήσαν γραμμένα στον Νομον του Κυρίου, σύμφωνα με τας εντολάς, τας οποίας ο Θεός δια του δούλου αυτού του Μωϋσέως είχε δώσει προς τους υιούς του Ισραήλ.

Α Παραλ. 16,41   καὶ μετ᾿ αὐτοῦ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθοὺν καὶ οἱ λοιποὶ ἐκλεγέντες ἐπ᾿ ὀνόματος τοῦ αἰνεῖν τὸν Κύριον, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

Α Παραλ. 16,41       Μαζή με τον αρχιερέα υπηρετούσαν ο Αιμάν και ο Ιδιθούν και όσοι άλλοι ονομαστί είχον εκλεγή, οι οποίοι ωρίσθησαν να δοξολογούν τον Κυριον, διότι το έλεος αυτού είναι αιώνιον·

Α Παραλ. 16,42   καὶ μετ᾿ αὐτῶν σάλπιγγες καὶ κύμβαλα τοῦ ἀναφωνεῖν καὶ ὄργανα τῶν ᾠδῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ υἱοὶ Ἰδιθοὺν εἰς τὴν πύλην.

Α Παραλ. 16,42       να τον δοξολογούν με σάλπιγγας και κύμβαλα, τα οποία θα αντηχούσαν ζωηρώς και με όργανα. Οι δε υιοί του Ιδιθούν είχαν διορισθη ως θυρωροί εις την πύλην.

Α Παραλ. 16,43   καὶ ἐπορεύθη πᾶς ὁ λαὸς ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψε Δαυὶδ τοῦ εὐλογῆσαι τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Α Παραλ. 16,43       Επειτα από αυτήν την εορτήν όλος ο λαός διελύθη και επορεύθη ο καθένας στον οίκον του. Και ο Δαυίδ επέστρεψε, δια να ευλογήση τον οίκον αυτού.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 17

 

Α Παραλ. 17,1    Καὶ ἐγένετο ὡς κατῴκησε Δαυὶδ ἐν οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Νάθαν τὸν προφήτην· ἰδοὺ ἐγὼ κατοικῶ ἐν οἴκῳ κεδρίνῳ, καὶ ἡ κιβωτὸς διαθήκης Κυρίου ὑποκάτω δέῤῥεων.

Α Παραλ. 17,1          Οταν ο Δαυίδ εγκατεστάθη στον οίκον του, είπε προς τον Ναθαν τον προφήτην· “ιδού, εγώ κατοικώ εις πολυτελή οίκον από ξύλα κέδρου καμωμένον, ενώ η Κιβωτός του Κυρίου στεγάζεται κάτω από τα δέρματα της Σκηνής του Μαρτυρίου”.

Α Παραλ. 17,2    καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς Δαυίδ· πᾶν τὸ ἐν τῇ ψυχῇ σου ποίει, ὅτι Θεὸς μετὰ σοῦ.

Α Παραλ. 17,2         Ο Ναθαν απήντησε προς αυτόν· “κάθε τι που η ψυχή σου ποθεί, κάμε το, διότι ο Θεός είναι μαζή σου”.

Α Παραλ. 17,3    καὶ ἐγένετο ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Νάθαν·

Α Παραλ. 17,3          Κατά την νύκτα όμως εκείνην ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ναθαν και του είπε·

Α Παραλ. 17,4    πορεύου καὶ εἰπὸν πρὸς Δαυὶδ τὸν δοῦλόν μου· οὕτως εἶπε Κύριος· οὐ σὺ οἰκοδομήσεις μοι οἶκον τοῦ κατοικῆσαί με ἐν αὐτῷ·

Α Παραλ. 17,4         “πήγαινε και ειπέ στον δούλον μου, τον Δαυίδ· Αυτά λέγει ο Κυριος· δεν θα οικοδομήσης συ τον ναόν μου, δια να κατοικήσω εγώ εις αυτόν,

Α Παραλ. 17,5    ὅτι οὐ κατῴκησα ἐν οἴκῳ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἀνήγαγον τὸν Ἰσραήλ, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἤμην ἐν σκηνῇ καὶ ἐν καλύμματι

Α Παραλ. 17,5          διότι δεν κατώκησα εις κτισμένον ναόν από την ημέραν, κατά την οποίαν έβγαλα ελευθέρους τους Ισραηλίτας από την Αίγυπτον έως την ημέραν αυτήν, αλλά έμεινα πάντοτε εις την σκηνήν, υπό τα καλύμματα,

Α Παραλ. 17,6    ἐν πᾶσιν, οἷς διῆλθον ἐν παντὶ Ἰσραήλ· εἰ λαλῶν ἐλάλησα πρὸς μίαν φυλὴν τοῦ Ἰσραήλ, οἷς ἐνετειλάμην τοῦ ποιμαίνειν τὸν λαόν μου λέγων, ὅτι οὐκ ᾠκοδομήσατέ μοι οἶκον κέδρινον.

Α Παραλ. 17,6         όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας συνεπορευόμην με τον ισραηλιτικόν λαόν. Αλλωστε ποτέ δεν είπα εις καμιιίαν φυλήν του ισραηλιτικού λαού, την οποίαν εξέλεγα ως αρχηγόν του λαού μου· διατί δεν μου οικοδομήσατε ναόν κέδρινον;

Α Παραλ. 17,7    καὶ νῦν οὕτως ἐρεῖς τῷ δούλῳ μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐγὼ ἔλαβόν σε ἐκ τῆς μάνδρας ἐξόπισθεν τῶν ποιμνίων τοῦ εἶναι εἰς ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ·

Α Παραλ. 17,7          Και τώρα έτσι θα είπης προς τον δούλον μου, τον Δαυίδ· αυτά λέγει Κυριος ο παντοκράτωρ· Εγώ σε επήρα από την μάνδραν των προβάτων σου, πίσω από τα πρόβατά σου, και σε ανέδειξα βασιλέα στον λαόν μου τον ισραηλιτικόν.

Α Παραλ. 17,8    καὶ ἤμην μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύθης, καὶ ἐξωλόθρευσα πάντας τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐποίησά σοι ὄνομα κατὰ τὸ ὄνομα τῶν μεγάλων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς.

Α Παραλ. 17,8         Ημην πάντοτε μαζή σου εις όλους τους δρόμους, στους οποίους επορεύθης και εξολόθρευσα όλους τους εχθρούς σου από εμπρός σου και έκαμα το όνομά σου ένδοξον, όπως ένα από τα μεγάλα ονόματα των μεγάλων ανδρών της οικουμένης.

Α Παραλ. 17,9    καὶ θήσομαι τόπον τῷ λαῷ μου Ἰσραὴλ καὶ καταφυτεύσω αὐτόν, καὶ κατασκηνώσει καθ᾿ ἑαυτὸν καὶ οὐ μεριμνήσει ἔτι, καὶ οὐ προσθήσει υἱὸς ἀδικίας τοῦ ταπεινῶσαι αὐτὸν καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς

Α Παραλ. 17,9         Θα ορίσω εγώ τόπον δια τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν και θα εγκαταστήσω αυτόν εκεί και θα κατοικήση μόνος και ελεύθερος και δεν θα βασανίζεται από μερίμνας, ούτε και θα τολμήση κανείς άδικος άνθρωπος να τον εξευτελίση και τον τυραννήση, όπως έγινεν άλλοτε κατά τας ημέρας των Κριτών·

Α Παραλ. 17,10   καὶ ἀφ᾿ ἡμερῶν, ὦν ἔταξα κριτὰς ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ, καὶ ἐταπείνωσα πάντας τοὺς ἐχθρούς σου, καὶ αὐξήσω σε, καὶ οἶκον οἰκοδομήσει σοι Κύριος.

Α Παραλ. 17,10        τότε, που εγώ ώρισα Κριτάς στον ισραηλιτικόν του λαόν. Εταπείνωσα δε και όλους τους ιδικούς σου εχθρούς. Εγώ θα σε αυξήσω και θα σε δοξάσω και εγώ ο Κυριος θα οικοδομήσω προς χάριν σου κάποιον άλλον οίκον.

Α Παραλ. 17,11   καὶ ἔσται ὅταν πληρωθῶσιν ἡμέραι σου καὶ κοιμηθήσῃ μετὰ τῶν πατέρων σου, καὶ ἀναστήσω τὸ σπέρμα σου μετὰ σέ, ὃς ἔσται ἐκ τῆς κοιλίας σου, καὶ ἑτοιμάσω τὴν βασιλείαν αὐτοῦ·

Α Παραλ. 17,11        Οταν δε συμπληρωθούν πλέον αι ημέραι της ζωής σου, θα κοιμηθής, όπως και οι πατέρες σου. Εγώ δε θα αναδείξω έπειτα από σε ένα απόγονόν σου, ο οποίος θα προέρχεται από σέ. Θα ετοιμάσω δι' αυτόν στερεάν και ακλόνητον την βασιλείαν του.

Α Παραλ. 17,12   αὐτὸς οἰκοδομήσει μοι οἶκον, καὶ ἀνορθώσω τὸν θρόνον αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 17,12        Αυτός θα οικοδομήση προς τιμήν μου τον ναόν και εγώ θα ανορθώσω τον θρόνον αυτού ακατάλυτον στους αιώνας των αιώνων.

Α Παραλ. 17,13   ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν· καὶ τὸ ἔλεός μου οὐκ ἀποστήσω ἀπ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀπέστησα ἀπὸ τῶν ὄντων ἔμπροσθέν σου.

Α Παραλ. 17,13        Εγώ θα είμαι προς αυτόν πατήρ και αυτός θα είναι δι' εμέ υιός. Δεν θα απομακρύνω από αυτόν το έλεός μου, όπως το απεμάκρυνα από μερικούς άλλους, οι οποίοι υπήρξαν ενωρίτερον από σέ.

Α Παραλ. 17,14   καὶ πιστώσω αὐτὸν ἐν οἴκῳ μου καὶ ἐν βασιλείᾳ αὐτοῦ ἕως αἰῶνος, καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ἔσται ἀνωρθωμένος ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 17,14        Θα αναδείξω αυτόν αξιόπιστον και στερεόν πάντοτε στον οίκόν μου· η βασιλεία του θα μένη αιωνία και ο θρόνος του θα είναι ανωρθωμένος και ένδοξος στους αιώνας των αιώνων”.

Α Παραλ. 17,15   κατὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους καὶ κατὰ πᾶσαν τὴν ὅρασιν ταύτην, οὕτως ἐλάλησε Νάθαν πρὸς Δαυίδ.

Α Παραλ. 17,15        Ο Ναθαν είπεν όλους αυτούς τους λόγους, όλην αυτήν την προφητικήν όρασιν, που είδε· έτσι ωμίλησε προς τον Δαυίδ ο Ναθαν.

Α Παραλ. 17,16   καὶ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ καὶ ἐκάθισεν ἀπέναντι Κυρίου καὶ εἶπε· τίς εἰμι ἐγὼ Κύριε ὁ Θεός, καὶ τίς ὁ οἶκός μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως αἰῶνος;

Α Παραλ. 17,16        Ο βασιλεύς Δαυίδ ήλθεν, εκάθησε με ευλάβειαν απέναντι της Σκηνής του Μαρτυρίου και προσευχήθη προς τον Κυριον λέγων· “Ποιός είμαι εγώ, Κυριε και Θεέ μου, και ποιά είναι η οικογένειά μου, ώστε συ να με αγαπήσης με τέτοιαν παντοτεινήν αγάπην;

Α Παραλ. 17,17   καὶ ἐσμικρύνθη ταῦτα ἐνώπιόν σου, ὁ Θεός, καὶ ἐλάλησας ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ παιδός σου ἐκ μακρῶν καὶ ἐπεῖδές με ὡς ὅρασις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὕψωσάς με, Κύριε ὁ Θεός.

Α Παραλ. 17,17        Και ως εάν όλα αυτά είναι μικρά ενώπιον της αγάπης σου, Κυριε και Θεέ μου, ωμίλησες και έπραξες αγαθά εις την οικογένειαν του δούλου σου από μακρού χρόνου και επέβλεψες προς εμέ, ως εάν είμαι κανένας μέγας ανήρ και με ανέδειξες, Κυριε και Θεέ μου.

Α Παραλ. 17,18   τί προσθήσει ἔτι Δαυὶδ πρός σε τοῦ δοξάσαι; καὶ σὺ τὸν δοῦλόν σου οἶδας.

Α Παραλ. 17,18        Τι ήμπορω εγώ ο Δαυίδ να προσθέσω εις την ιδικήν σου δόξαν; Συ γνωρίζεις πόσον μικρός είμαι εγώ ο δούλος σου.

Α Παραλ. 17,19   καὶ κατὰ τὴν καρδίαν σου ἐποίησας τὴν πᾶσαν μεγαλωσύνην.

Α Παραλ. 17,19        Αλλά δια την αγαθότητα της καρδίας σου έδειξες όλην αυτήν την καλωσύνην σου προς εμέ.

Α Παραλ. 17,20   Κύριε, οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι, καὶ οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν σοῦ κατὰ πάντα, ὅσα ἠκούσαμεν ἐν ὠσὶν ἡμῶν.

Α Παραλ. 17,20       Κυριε, δεν υπάρχει άλλος Θεός όμοιός σου, δεν υπάρχει κανείς άλλος Θεός πλην από σέ, όπως μαρτυρούν όλα τα θαυμαστά σου έργα, όσα ηκούσαμεν με τα ίδια μας τα αυτιά.

Α Παραλ. 17,21   καὶ οὐκ ἔστιν ὡς ὁ λαός σου Ἰσραὴλ ἔθνος ἔτι ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ὡδήγησεν αὐτὸν ὁ Θεὸς τοῦ λυτρώσασθαι λαὸν ἑαυτῷ, τοῦ θέσθαι ἑαυτῷ ὄνομα μέγα καὶ ἐπιφανές, τοῦ ἐκβαλεῖν ἀπὸ προσώπου λαοῦ σου, οὓς ἐλυτρώσω ἐξ Αἰγύπτου, ἔθνη.

Α Παραλ. 17,21        Και δεν υπάρχει άλλος λαός ούτε άλλο έθνος επί της γης, όπως ο λαός σου ο ισραηλιτικός, τον οποίον συ έβγαλες από την Αίγυπτον, τον έσωσες από την δουλείαν, ώστε να τον κάμης λαόν ιδικόν σου. Εδωσες εις αυτόν όνομα μέγα και περιφανές. Εδιωξες τα ειδωλολατρικά έθνη εμπρός από τον λαόν σου, τον οποίον συ ελεύθερον έβγαλες από την Αίγυπτον.

Α Παραλ. 17,22   καὶ ἔδωκας τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ σεαυτῷ λαὸν ἕως αἰῶνος, καὶ σύ, Κύριε, ἐγενήθης αὐτοῖς εἰς Θεόν.

Α Παραλ. 17,22       Εκαμες τον ισραηλιτικόν λαόν ιδικόν σου λαόν στους αιώνας των αιώνων. Και συ έγινες εις αυτούς τους Ισραηλίτας ο πραγματικός Θεός και προστάτης.

Α Παραλ. 17,23   καὶ νῦν, Κύριε, ὁ λόγος σου, ὃν ἐλάλησας πρὸς τὸν παῖδά σου καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ, πιστωθήτω ἕως αἰῶνος. καὶ ποίησον καθὼς ἐλάλησας,

Α Παραλ. 17,23       Και τώρα, Κυριε, ο λόγος σου, τον οποίον είπες προς εμέ τον δούλον σου σχετικώς με την οικογένειάν μου, ας αποδειχθή αληθινός στους αιώνας των αιώνων. Καμε, όπως είπες.

Α Παραλ. 17,24   καὶ πιστωθήτω καὶ μεγαλυνθήτω τὸ ὄνομά σου ἕως αἰῶνος λεγόντων· Κύριε Κύριε, παντοκράτωρ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ ὁ οἶκος Δαυὶδ παιδός σου ἀνωρθωμένος ἐναντίον σου.

Α Παραλ. 17,24       Ας στερεωθή λοιπόν, και ας δοξασθή το όνομά σου στους αιώνας, δια να λέγη ο καθένας· Κυριε Κυριε, συ είσαι ο παντοκράτωρ Θεός του Ισραήλ, δε οικογένεια του δούλου σου, του Δαυίδ, θα μένη ορθία πάντοτε ενώπιόν σου.

Α Παραλ. 17,25   ὅτι σὺ Κύριος ὁ Θεός μου ἤνοιξας τὸ οὖς τοῦ παιδός σου τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτῷ οἶκον· διὰ τοῦτο εὗρεν ὁ παῖς σου τοῦ προσεύξασθαι κατὰ πρόσωπόν σου.

Α Παραλ. 17,25       Διότι συ, ο Κυριος και ο Θεός μου, ήνοιξας τα αυτιά εμού του δούλου σου, δια να ανοικοδομήσω τον ναόν σου. Δια τούτο ο δούλός σου ευρήκε το θάρρος να παρουσιασθή ενώπιόν σου και να σε παρακαλέση.

Α Παραλ. 17,26   καὶ νῦν, Κύριε, σὺ εἶ αὐτὸς Θεὸς καὶ ἐλάλησας ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου τὰ ἀγαθὰ ταῦτα·

Α Παραλ. 17,26       Και τώρα, Κυριε, συ είσαι ο αυτός και ο αναλλοίωτος Θεός, ο οποίος είπες εις εμέ τον δούλον σου τα αγαθά αυτά.

Α Παραλ. 17,27   καὶ νῦν ἦρξαι τοῦ εὐλογῆσαι τὸν οἶκον τοῦ παιδός σου τοῦ εἶναι εἰς τὸν αἰῶνα ἐναντίον σου· ὅτι σύ, Κύριε, εὐλόγησας, καὶ εὐλόγησον εἰς τὸν αἰῶνα.

Α Παραλ. 17,27       Συ έχεις κάμει αρχήν να ευλογής τον οίκον εμού του δούλου σου, δια να μένη αυτός αιώνιος ενώπιόν σου. Και θα μείνη αιώνιος, διότι συ, Κυριε, τον ηυλόγησες. Ευλόγησον τον οίκόν μου εις αιώνας αιώνων”.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 18

 

Α Παραλ. 18,1    Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐτροπώσατο αὐτοὺς καὶ ἔλαβε τὴν Γὲθ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων.

Α Παραλ. 18,1          Μετά ταύτα ο Δαυίδ εκτύπησε τους Φιλισταίους, κατετρόπωσεν αυτούς και επήρε την πόλιν Γεθ και τας γύρω από αυτήν κώμας από τα χέρια των αλλοφύλων.

Α Παραλ. 18,2    καὶ ἐπάταξε τὴν Μωάβ, καὶ ἦσαν Μωὰβ παῖδες τῷ Δαυὶδ φέροντες δῶρα.

Α Παραλ. 18,2         Επειτα ο Δαυίδ εκτύπησε την χώραν των Μωαβιτών και υπέταξεν αυτήν, οι δε Μωαβίται έγιναν δούλοι, φόρου υποτελείς, στον Δαυίδ.

Α Παραλ. 18,3    καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ τὸν Ἀδρααζὰρ βασιλέα Σουβὰ Ἡμάθ, πορευομένου αὐτοῦ ἐπιστῆσαι χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ ποταμὸν Εὐφράτην.

Α Παραλ. 18,3         Ακολούθως ο Δαυίδ επολέμησε τον Αδρααζάρ τον βασιλέα Σουβά εις Ημάθ, καθ' ον χρόνον μετέβαινε, δια να εγκαταστήση την εξουσίαν του μέχρι και του ποταμού Ευφράτου.

Α Παραλ. 18,4    καὶ προκατελάβετο Δαυὶδ αὐτῶν χίλια ἅρματα καὶ ἑπτὰ χιλιάδας ἵππων καὶ εἴκοσι χιλιάδας ἀνδρῶν πεζῶν· καὶ παρέλυσε Δαυὶδ πάντα τὰ ἅρματα καὶ ὑπελίπετο ἐξ αὐτῶν ἑκατὸν ἅρματα.

Α Παραλ. 18,4         Ο Δαυίδ εκυρίευσε κατά την μάχην χίλια άρματα, επτά χιλιάδας ίππους και είκοσι χιλιάδας πεζούς. Ηχρήστευσε δε ο Δαυίδ όλα τα άρματα και αφήκε δια τον εαυτόν του εκατόν μόνον.

Α Παραλ. 18,5    καὶ ἦλθε Σύρος ἐκ Δαμασκοῦ βοηθῆσαι Ἀδρααζὰρ βασιλεῖ Σουβά, καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ ἐν τῷ Σύρῳ εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδας ἀνδρῶν.

Α Παραλ. 18,5         Οι Συροι από την Δαμασκόν ήλθαν να βοηθήσουν τον Αδρααζάρ βασιλέα Σουβά. Ο Δαυίδ επετέθη εναντίον των Συρων και κατενίκησεν είκοσι δύο χιλιάδας άνδρας από αυτούς.

Α Παραλ. 18,6    καὶ ἔθετο Δαυὶδ φρουρὰν ἐν Συρίᾳ τῇ κατὰ Δαμασκόν, καὶ ἦσαν τῷ Δαυὶδ εἰς παῖδας φέροντας δῶρα, καὶ ἔσωζε Κύριος Δαυὶδ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύετο.

Α Παραλ. 18,6         Ο Δαυίδ ετοποθέτησεν ιδικήν του φρουράν στο συριακόν έθνος της Δαμασκού, οι δε Συροι έγιναν δούλοι, φόρου υποτελείς, στον Δαυίδ. Ο δε Κυριος εβοηθούσε και περιφρουρούσε τον Δαυίδ εις όλα τα έργα του και όπου αυτός επορεύετο.

Α Παραλ. 18,7    καὶ ἔλαβε Δαυὶδ τοὺς κλοιοὺς τοὺς χρυσοῦς, οἳ ἦσαν ἐπὶ τοὺς παῖδας Ἀδρααζάρ, καὶ ἤνεγκεν αὐτοὺς εἰς Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 18,7         Επήρεν ο Δαυίδ τα χρυσά περιλαίμια, τα οποία έφεραν οι στρατιώται του Αδρααζάρ, και τα μετέφερεν εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 18,8    καὶ ἐκ τῆς μεταβηχὰς καὶ ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν πόλεων τῶν Ἀδρααζὰρ ἔλαβε Δαυὶδ χαλκὸν πολὺν σφόδρα· ἐξ αὐτοῦ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν καὶ τοὺς στύλους καὶ τὰ σκεύη τὰ χαλκᾶ.

Α Παραλ. 18,8         Από δε την πόλιν Μεταβηχάς και από άλλας ευημερούσας πόλστου Αδρααζάρ, επήρεν ο Δαυίδ τεραστίας ποσότητας χαλκού. Από αυτόν τον χαλκόν κατεσκεύασεν αργότερα ο Σολομών την θάλασσαν την χαλκίνην, τους στύλους και τα χάλκινα σκεύη του ιερού ναού.

Α Παραλ. 18,9    καὶ ἤκουσε Θωὰ βασιλεὺς Ἡμὰθ ὅτι ἐπάταξε Δαυὶδ τὴν πᾶσαν δύναμιν Ἀδρααζὰρ βασιλέως Σουβά,

Α Παραλ. 18,9         Ο βασιλεύς της Ημάθ, ο Θωα, επληροφορήθη, ότι ο Δαυίδ κατενίκησεν όλην την δύναμιν του 'Αδρααζαρ βασιλέως Σουβά.

Α Παραλ. 18,10   καὶ ἀπέστειλε τὸν Ἀδουρὰμ υἱὸν αὐτοῦ πρὸς τὸν βασιλέα Δαυὶδ τοῦ ἐρωτῆσαι αὐτὸν τὰ εἰς εἰρήνην καὶ τοῦ εὐλογῆσαι αὐτὸν ὑπὲρ οὗ ἐπολέμησε τὸν Ἀδρααζὰρ καὶ ἐπάταξεν αὐτόν, ὅτι ἀνὴρ πολέμιος Θωὰ ἦν τῷ Ἀδρααζάρ.

Α Παραλ. 18,10       Απέστειλε, λοιπόν, τον υιόν του τον Αδουράμ προς τον βασιλέα Δαυίδ, δια να του ζητήση να έχουν ειρηνικάς σχέσεις μεταξύ των και να τον συγχαρή δια τον πόλεμον και την νίκην, την οποίαν κατώρθωσεν εναντίον του Αδρααζάρ. Τούτο δέ, διότι ο Αδρααζάρ ήτο εχθρός του Θωα.

Α Παραλ. 18,11   καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ, καὶ ταῦτα ἡγίασεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ τῷ Κυρίῳ μετὰ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου, οὗ ἔλαβεν ἐκ πάντων τῶν ἐθνῶν, ἐξ Ἰδουμαίας καὶ Μωὰβ καὶ ἐξ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ ἐκ τῶν ἀλλοφύλων καὶ ἐξ Ἀμαλήκ.

Α Παραλ. 18,11        Ολα τα χρυσά, τα αργυρά και τα χάλκινα σκεύη τα αφιέρωσεν ο Δαυίδ στον Κυριον μαζή με το αργύριον και το χρυσίον, το οποίον εκυρίευσεν από όλα τα έθνη, από τους Ιδουμαίους, τους Μωαβίτας, τους Αμμωνίτας, τους Φιλισταίους και τους Αμαληκίτας.

Α Παραλ. 18,12   καὶ Ἀβεσσὰ υἱὸς Σαρουΐας ἐπάταξε τὴν Ἰδουμαίαν ἐν κοιλάδι τῶν ἁλῶν, ὀκτωκαίδεκα χιλιάδας.

Α Παραλ. 18,12       Ο Αβεσσά, υιός της Σαρουΐας επετέθη και ενίκησε τους Ιδουμαίους εις την κοιλάδα της Νεκράς Θαλάσσης, εν όλω δεκαοκτώ χιλιάδας.

Α Παραλ. 18,13   καὶ ἔθετο ἐν τῇ κοιλάδι φρουράς· καὶ ἦσαν πάντες οἱ Ἰδουμαῖοι παῖδες Δαυίδ. καὶ ἔσωζε Κύριος τὸν Δαυὶδ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύετο.

Α Παραλ. 18,13        Εις αυτήν την κοιλάδα έθεσε φρουράς Ισραηλιτών. Ολοι δε οι Ιδουμαίοι έγιναν δούλοι στον Δαυίδ. Ο δε Κυριος εβοηθούσε και περιέσωζε τον Δαυίδ εις όλα τα έργα του και όπου αυτός επορεύετο.

Α Παραλ. 18,14   καὶ ἐβασίλευσε Δαυὶδ ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ καὶ ἦν ποιῶν κρίμα καὶ δικαιοσύνην τῷ παντὶ λαῷ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 18,14       Ο Δαυίδ έγινε βασιλεύς επί όλου του ισραηλιτικού λαού. Παντοτε δε έκρινε δικαίως και απένειμε δικαιοσύνην εις όλον τον λαόν του.

Α Παραλ. 18,15   καὶ Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐας ἐπὶ τῆς στρατιᾶς καὶ Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀχιλοὺδ ὑπομνηματογράφος

Α Παραλ. 18,15        Ο Ιωάβ, ο υιός της Σαρουΐας, ήτο αρχιστράτηγος του στρατού του. Ο Ιωσαφάτ, ο υιός του Αχιλούδ, ήτο ο αρχειοφύλαξ.

Α Παραλ. 18,16   καὶ Σαδὼκ υἱὸς Ἀχιτὼβ καὶ Ἀχιμέλεχ υἱὸς Ἀβιάθαρ ἱερεῖς καὶ Σουσὰ γραμματεὺς

Α Παραλ. 18,16       Ο Σαδώκ, ο υιός του Αχιτώβ, και ο Αχιμέλεχ ο υιός του Αβιάθαρ, ήσαν αρχιερείς, ο δε Σουσά γραμματεύς.

Α Παραλ. 18,17   καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ ἐπὶ τοῦ Χερεθθὶ καὶ ἐπὶ τοῦ Φελεθθὶ καὶ υἱοὶ Δαυὶδ οἱ πρῶτοι διάδοχοι τοῦ βασιλέως.

Α Παραλ. 18,17        Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, ήτο αρχηγός των σωματοφυλάκων του Δαυίδ των Χερεθθί και Φελεθθί, οι δε υιοί του Δαυίδ ήσαν οι ανώτεροι μεταξύ των αρχόντων εις την υπηρεσίαν του βασιλέως.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 19

 

Α Παραλ. 19,1    Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα ἀπέθανε Ναὰς βασιλεὺς υἱῶν Ἀμμών, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀνὰν υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 19,1          Επειτα από αυτά απέθανεν ο Ναάς, ο βασιλεύς των Αμμωνιτών, και αντ' αυτού ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ο υιός του, ο Ανάν.

Α Παραλ. 19,2    καὶ εἶπε Δαυίδ· ποιήσω ἔλεος μετὰ Ἀνὰν υἱοῦ Ναάς, ὡς ἐποίησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ μετ᾿ ἐμοῦ ἔλεος· καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους Δαυὶδ τοῦ παρακαλέσαι αὐτὸν περὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἦλθον παῖδες Δαυὶδ εἰς γῆν υἱῶν Ἀμμὼν πρὸς Ἀνὰν τοῦ παρακαλέσαι αὐτόν.

Α Παραλ. 19,2         Είπε τότε ο Δαυίδ· “ας δείξω καλωσύνην προς τον Ανάν, τον υιόν του Ναάς, όπως έδειξε καλωσύνην και ο πατήρ του προς εμέ”. Εστειλε, λοιπόν, ο Δαυίδ αγγελιαφόρους να παρηγορήσουν αυτόν δια τον θάνατον του πατρός του. Οι άνδρες του Δαυίδ ήλθον εις την χώραν των Αμμωνιτών, παρουσιάσθησαν ενώπιον του Ανάν, δια να τον παρηγορήσουν.

Α Παραλ. 19,3    καὶ εἶπον ἄρχοντες υἱῶν Ἀμμὼν πρὸς Ἀνάν· μὴ δοξάζων Δαυὶδ τὸν πατέρα σου ἐναντίον σου ἀπέστειλέ σοι παρακαλοῦντας; οὐχὶ ὅπως ἐξερευνήσωσι τὴν πόλιν καὶ τοῦ κατασκοπῆσαι τὴν γῆν ἦλθον παῖδες αὐτοῦ πρός σε;

Α Παραλ. 19,3         Αλλά οι άρχοντες των Αμμωνιτών είπαν προς τον Ανάν· “μήπως, τυχόν, και φαντάζεσαι ότι ο Δαυίδ, δια να τιμήση την μνήμην του πατρός σου, έστειλε προς σε τους άνδρας του να σε παρηγορήσουν; Οχι ! Τους έστειλε, δια να εξερευνήσουν την πόλιν και να κατασκοπεύσουν την χώραν μας. Δι' αυτό ήλθαν οι άνδρες του προς σέ”.

Α Παραλ. 19,4    καὶ ἔλαβεν Ἀνὰν τοὺς παῖδας Δαυὶδ καὶ ἐξύρησεν αὐτοὺς καὶ ἀφεῖλε τῶν μανδυῶν αὐτῶν τὸ ἥμισυ ἕως τῆς ἀναβολῆς καὶ ἀπέστειλεν αὐτούς.

Α Παραλ. 19,4         Ο Ανάν παρασυρθείς από τας εισηγήσεις αυτάς, συνέλαβε τους απεσταλμένους του Δαυίδ, τους εξύρισε, έκοψε από τους μανδύας αυτών το ήμισυ από την μέσην και κάτω και έτσι γελοιοποιημένους τους απέπεμψε.

Α Παραλ. 19,5    καὶ ἦλθον ἀπαγγεῖλαι τῷ Δαυὶδ περὶ τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀπέστειλεν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ἠτιμωμένοι σφόδρα. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· καθίσατε ἐν Ἱεριχὼ ἕως τοῦ ἀνατεῖλαι τοὺς πώγωνας ὑμῶν καὶ ἀνακάμψατε.

Α Παραλ. 19,5         Καποιοι άνθρωποι ήλθαν προς τον Δαυίδ και του ανήγγειλαν, όσα συνέβησαν στους απεσταλμένους του. Ο Δαυίδ έστειλεν ανθρώπους του προς συνάντησιν εκείνων, επειδή εκείνοι είχαν καταληφθή από μεγάλην εντροπήν δια τον εξευτελισμόν, τον οποίον υπέστησαν. Ο βασιλεύς, λοιπόν, τους παρήγγειλε· “παραμείνατε εις την Ιεριχώ, έως ότου αυξηθούν τα γένεια σας, και κατόπιν επιστρέψατε εδώ”.

Α Παραλ. 19,6    καὶ εἶδον οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν ὅτι ᾐσχύνθη λαὸς Δαυίδ, καὶ ἀπέστειλεν Ἀνὰν καὶ υἱοὶ Ἀμμὼν χίλια τάλαντα ἀργυρίου τοῦ μισθώσασθαι ἑαυτοῖς ἐκ Συρίας Μεσοποταμίας καὶ ἐκ Συρίας Μοοχὰ καὶ παρὰ Σωβὰ ἅρματα καὶ ἱππεῖς.

Α Παραλ. 19,6         Οι Αμμωνίται είδαν ότι ο λαός του Δαυίδ προσεβλήθη με την πράξιν των εκείνην και, επειδή εφοβήθησαν πόλεμον, έστειλεν ο Ανάν και οι Αμμωνίται χίλια τάλαντα αργυρίου, δια να καταρτίσουν μισθοφορικόν στρατόν εκ πολεμικών αρμάτων και ιππέων δια τον εαυτόν των από την Συρίαν της Μεσοποταμίας, από την Συρίαν Μοοχά και από το βασίλειον Σωβά.

Α Παραλ. 19,7    καὶ ἐμισθώσαντο ἑαυτοῖς δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδας ἁρμάτων καὶ τὸν βασιλέα Μοοχὰ καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἦλθον καὶ παρενέβαλον κατέναντι Μαιδαβά, καὶ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν συνήχθησαν ἐκ τῶν πόλεων αὐτῶν καὶ ἦλθον εἰς τὸ πολεμῆσαι.

Α Παραλ. 19,7         Συνεκρότησαν πράγματι μισθοφορικόν στρατόν και τριάκοντα δύο χιλιάδας πολεμικά άρματα· επήραν εις την υπηρεσίαν των τον βασιλέα της Μοοχά και τον λαόν του. Ολοι αυτοί ήλθαν και εστρατοπέδευσαν απέναντι της Μαιδαβά. Εκεί δε συνεκεντρώθησαν και οι Αμμωνίται από τας πόλεις των, οι οποίοι ήλθαν, δια να πολεμήσουν εναντίον του Δαυίδ.

Α Παραλ. 19,8    καὶ ἤκουσε Δαυὶδ καὶ ἀπέστειλε τὸν Ἰωὰβ καὶ πᾶσαν τὴν στρατιὰν τῶν δυνατῶν.

Α Παραλ. 19,8         Ο Δαυίδ επληροφορήθη τα γεγονότα αυτά και έστειλε τον αρχιστράτηγον Ιωάβ και όλον τον εκλεκτόν αυτού στρατόν.

Α Παραλ. 19,9    καὶ ἐξῆλθον οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ παρατάσσονται εἰς πόλεμον παρὰ τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως, καὶ οἱ βασιλεῖς οἱ ἐλθόντες παρενέβαλον καθ᾿ ἑαυτοὺς ἐν τῷ πεδίῳ.

Α Παραλ. 19,9         Οι Αμμωνίται εβγήκαν και παρετάχθησαν εις πόλεμον πλησίον της πύλης της πόλεώς των. Οι δε σύμμαχοί των, που είχον έλθει να τους βοηθήσουν, εστρατοπέδευσαν μόνοι των εις την πεδιάδα.

Α Παραλ. 19,10   καὶ εἶδεν Ἰωὰβ ὅτι γεγόνασιν ἀντιπρόσωποι τοῦ πολεμεῖν πρὸς αὐτὸν κατὰ πρόσωπον καὶ ἐξόπισθεν, καὶ ἐξελέξατο ἐκ παντὸς νεανίου ἐξ Ἰσραήλ, καὶ παρετάξαντο ἐναντίον τοῦ Σύρου·

Α Παραλ. 19,10       Ο Ιωάβ, όταν είδεν ότι οι εχθροί παρετάχθησαν να πολεμήσουν αυτόν κατά μέτωπον και εκ των όπισθεν, εδιάλεξε από όλον τον ισραηλιτικόν στρατόν τους ανδρείους νέους, μαζή με τους οποίους παρετάχθη εναντίον των συριακών στρατευμάτων.

Α Παραλ. 19,11   καὶ τὸ κατάλοιπον τοῦ λαοῦ ἔδωκεν ἐν χειρὶ Ἀβεσσὰ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ παρετάξαντο ἐξεναντίας υἱῶν Ἀμμών.

Α Παραλ. 19,11        Τον δε υπόλοιπον στρατόν έθεσεν υπό την διοίκησιν του αδελφού του, του Αβεσσά, ο οποίος και παρετάχθη απέναντι των Αμμωνιτών.

Α Παραλ. 19,12   καὶ εἶπεν· ἐὰν κρατήσῃ ὑπὲρ ἐμὲ ὁ Σύρος, καὶ ἔσῃ μοι εἰς σωτηρίαν, καὶ ἐὰν οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν κρατήσωσιν ὑπὲρ σέ, καὶ σώσω σε·

Α Παραλ. 19,12       Είπε δε ο Ιωάβ προς τον Αβεσσά· “εάν οι Συροι υπερισχύσουν εναντίον μου, θα έλθης συ εις βοήθειάν μου δια να με σώσης ! Εάν δε οι Αμμωνίται υπερισχύσουν εναντίον σου, εγώ θα σε σώσω.

Α Παραλ. 19,13   ἀνδρίζου καὶ ἐνισχύσωμεν περὶ τοῦ λαοῦ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν πόλεων τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ Κύριος τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ ποιήσει.

Α Παραλ. 19,13        Να φανής ανδρείος και ας πολεμήσωμεν με γενναιότητα υπέρ του λαού μας και υπέρ των πόλεων του Θεού μας. Ο δε Κυριος είθε να πράξη ο,τι κρίνει καλόν ενώπιόν του.

Α Παραλ. 19,14   καὶ παρετάξατο Ἰωὰβ καὶ ὁ λαὸς ὁ μετ᾿ αὐτοῦ κατέναντι Σύρων εἰς πόλεμον, καὶ ἔφυγον ἀπ᾿ αὐτῶν.

Α Παραλ. 19,14       Ο Ιωάβ Και ο στρατός, τον οποίον αυτός εξέλεξε, παρετάχθησαν απέναντι των Συρων και επολέμησαν εναντίον των. Οι Συροι κατενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν.

Α Παραλ. 19,15   καὶ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν εἶδον ὅτι ἔφυγον οἱ Σύροι, καὶ ἔφυγον καὶ αὐτοὶ ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσὰ καὶ ἀπὸ προσώπου Ἰωὰβ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν. καὶ ἦλθεν Ἰωὰβ εἰς Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 19,15        Οι Αμμωνίται, όταν είδαν ότι οι Συροι είχαν τροπή εις φυγήν, επανικοβλήθησαν και αυτοί, ετράπησαν εις φυγήν μακράν από τον Αβεσσά, μακράν από τον Ιωάβ, τον αδελφόν αυτού, και εισήλθον εις την πόλιν των. Ο δε Ιωάβ επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 19,16   καὶ εἶδεν ὁ Σύρος ὅτι ἐτροπώσατο αὐτὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους, καὶ ἐξήγαγον τὸν Σύρον ἐκ τοῦ πέραν τοῦ ποταμοῦ, καὶ Σωφὰ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Ἀδρααζὰρ ἔμπροσθεν αὐτῶν.

Α Παραλ. 19,16       Οταν οι Συροι είδαν ότι κατετροπώθησαν από τους Ισραηλίτας, έστειλαν αγγελιαφόρους και έφεραν πλησίον των τους άλλους Συρους, που κατοικούσαν πέραν από τον Ευφράτην ποταμόν. Ο Σωφά δε ο αρχιστράτηγος του στρατού του Αδρααζάρ ήτο αρχηγός εκείνων.

Α Παραλ. 19,17   καὶ ἀπηγγέλη τῷ Δαυίδ, καὶ συνήγαγε τὸν πάντα Ἰσραὴλ καὶ διέβη τὸν Ἰορδάνην καὶ ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ παρετάξατο ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ παρατάσσεται Σύρος ἐξεναντίας Δαυὶδ εἰς πόλεμον καὶ ἐπολέμησαν αὐτόν,

Α Παραλ. 19,17        Ανηγγέλθη στον Δαυίδ το γεγονός αυτό και αυτός συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν στρατόν, επέρασε τον Ιορδάνην, ήλθε πλησίον των Συρων και αντιπαρετάχθη εις πόλεμον εναντίον των. Απέναντι από τον Δαυίδ είχαν παραταχθή οι Συροι προς πόλεμον, οι οποίοι και επετέθησαν εναντίον του.

Α Παραλ. 19,18   καὶ ἔφυγε Σύρος ἀπὸ προσώπου Ἰσραήλ, καὶ ἀπέκτεινε Δαυὶδ ἀπὸ τοῦ Σύρου ἑπτὰ χιλιάδας ἁρμάτων καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζῶν καὶ τὸν Σωφὰ ἀρχιστράτηγον δυνάμεως ἀπέκτεινε.

Α Παραλ. 19,18       Κατά την μάχην οι Συροι ηττήθησαν και πανικόβλητοι ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από τον ισραηλιτικόν στρατόν. Ο στρατός του Δαυίδ εφόνευσε κατά την μάχην εκείνην επτά χιλιάδας Συρους από τους επιβαίνοντας εις τα πολεμικά άρματα και τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζούς. Εφόνευσε δε και αυτόν τον αρχιστράτηγον, τον Σωφά.

Α Παραλ. 19,19   καὶ εἶδον παῖδες Ἀδρααζὰρ ὅτι ἐπταίκασιν ἀπὸ προσώπου Ἰσραήλ, καὶ διέθεντο μετὰ Δαυὶδ καὶ ἐδούλευσαν αὐτῷ· καὶ οὐκ ἠθέλησε Σύρος τοῦ βοηθῆσαι τοῖς υἱοῖς Ἀμμὼν ἔτι.

Α Παραλ. 19,19       Οι άνδρες του Αδρααζάρ, όταν είδον ότι είχον κατατροπωθή από τους Ισραηλίτας, έκαμαν συνθήκην με τον Δαυίδ και έγιναν δούλοι του. Εκτοτε οι Συροι δεν ηθέλησαν κατ' ουδένα τρόπον να έλθουν εις βοήθειαν των Αμμωνιτών.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 20

 

Α Παραλ. 20,1    Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπιόντι ἔτει ἐν τῇ ἐξόδῳ τῶν βασιλέων καὶ ἤγαγεν Ἰωὰβ πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς στρατιᾶς, καὶ ἔφθειραν τὴν χώραν υἱῶν Ἀμμών· καὶ ἦλθε καὶ περιεκάθισε τὴν Ῥαββά· καὶ Δαυὶδ ἐκάθισεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐπάταξεν Ἰωὰβ τὴν Ῥαββὰ καὶ κατέσκαψεν αὐτήν.

Α Παραλ. 20,1         Κατά το επόμενον έτος, όταν οι βασιλείς εξέρχωνται εις πόλεμον, ο Ιωάβ ωδήγησεν όλον τον στρατόν του Ισραήλ και κατέστρεψε την χώραν των Αμμωνιτών. Ηλθε δε έπειτα και επολιόρκησε την Ραββά. Ο δε Δαυίδ παρέμεινεν εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωάβ εκτύπησε και κατέλαβε την Ραββά και την κατέστρεψε.

Α Παραλ. 20,2    καὶ ἔλαβε Δαυὶδ τὸν στέφανον Μολχὸμ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ εὑρέθη ὁ σταθμὸς αὐτοῦ τάλαντον χρυσίου, καὶ ἐν αὐτῷ λίθος τίμιος, καὶ ἦν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Δαυίδ· καὶ σκῦλα τῆς πόλεως ἐξήνεγκε πολλὰ σφόδρα.

Α Παραλ. 20,2        Ο Δαυίδ επήρε τον στέφανον από την κεφαλήν του Μολχόμ του βασιλέως των Αμμωνιτών. Εζυγίσθη δε αυτός ο στέφανος και ευρέθη ότι είχε βάρος ενός χρυσού ταλάντου. Επάνω στον στέφανον αυτόν υπήρχον πολύτιμοι λίθοι. Ο Δαυίδ έθεσεν αυτόν επί της ιδικής του κεφαλής. Από δε την πόλιν έβγαλεν αυτός πάρα πολλά λάφυρα.

Α Παραλ. 20,3    καὶ τὸν λαὸν τὸν ἐν αὐτῇ ἐξήγαγε καὶ διέπρισε πρίοσι καὶ ἐν σκεπάρνοις σιδηροῖς καὶ ἐν διασχίζουσι· καὶ οὕτως ἐποίησε Δαυὶδ τοῖς πᾶσιν υἱοῖς Ἀμμών. καὶ ἀνέστρεψε Δαυὶδ καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 20,3         Ολους δε τους Αμμωνίτας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την πόλιν, διέταξεν ο Δαυίδ και τους έβγαλαν από την πόλιν και τους εξετέλεσαν όλους με πριόνια, με σιδηρά σκεπάρνια και με άλλα κοπτερά εργαλεία· το ίδιο έκαμε ο Δαυίδ και εις όλους τους Αμμωνίτας. Επειτα από αυτά ο Δαυίδ και όλος ο στρατός του επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 20,4    καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος ἐν Γαζὲρ μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. τότε ἐπάταξε Σοβοχαὶ ὁ Οὐσαθὶ τὸν Σαφοὺ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν γιγάντων, καὶ ἐταπείνωσεν αὐτόν.

Α Παραλ. 20,4        Κατόπιν από αυτά έγινε πόλεμος εις την πόλιν Γαζέρ εναντίον των Φιλισταίων. Κατά τον πόλεμον αυτόν ο Σοβοχαί, ο υιός του Ουσαθί, εφόνευσε τον Σαφού, ένα από τους απογόνους των γιγάντων και έτσι τον εξηυτέλισε.

Α Παραλ. 20,5    καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. καὶ ἐπάταξεν Ἐλλανὰν υἱὸς Ἰαΐρ τὸν Λαχμὶ ἀδελφὸν Γολιὰθ τοῦ Γεθθαίου, καὶ ξύλον δόρατος αὐτοῦ ὡς ἀντίον ὑφαινόντων.

Α Παραλ. 20,5         Εγινε πάλιν πόλεμος εναντίον των Φιλισταίων. Κατά τον πόλεμον αυτόν ο Ελλανάν, ο υιός του Ιαΐρ, εφόνευσε τον Λαχμί τον αδελφόν του Γολιάθ, που κατήγετο από την Γέθ. Το ξύλον του δόρατος αυτού ήτο τόσον μεγάλο, όσον το αντί των υφαντών.

Α Παραλ. 20,6    καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος ἐν Γέθ, καὶ ἦν ἀνὴρ ὑπερμεγέθης, καὶ δάκτυλοι αὐτοῦ ἓξ καὶ ἕξ, εἰκοσιτέσσαρες, καὶ οὗτος ἦν ἀπόγονος γιγάντων.

Α Παραλ. 20,6        Εγινε πάλιν πόλεμος εις την Γέθ. Εκεί υπήρχεν ένας Φιλισταίος, ανήρ υπερμεγέθης. Τα δάκτυλά του ήσαν εξ στο κάθε χέρι του και στο κάθε πόδι του. Είχεν εν όλω εικοσιτέσσερα δάκτυλα και αυτός ήτο απόγονος των γιγάντων.

Α Παραλ. 20,7    καὶ ὠνείδισε τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Ἰωνάθαν υἱὸς Σαμαὰ ἀδελφοῦ Δαυίδ.

Α Παραλ. 20,7         Αυτός εχλεύαζε τον ισραηλιτικόν λαόν, αλλά ο Ιωνάθαν, ο υιός του Σαμαά αδελφού του Δαυίδ, εφόνευσε τον γίγαντα αυτόν.

Α Παραλ. 20,8    οὗτοι ἐγένοντο Ῥαφὰ ἐν Γέθ· πάντες ἦσαν τέσσαρες γίγαντες, καὶ ἔπεσον ἐν χειρὶ Δαυὶδ καὶ ἐν χειρὶ παίδων αὐτοῦ.

Α Παραλ. 20,8        Οι φονευθέντες αυτοί είχαν γεννηθή από γίγαντας εις την Γέθ. Ολοι δε τότε οι γίγαντες ήσαν τέσσαρες. Αυτοί εξωντώθησαν από το χέρι του Δαυίδ και από τα χέρια των ανδρών του.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 21

 

Α Παραλ. 21,1    Καὶ ἔστη διάβολος ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἐπέσεισε τὸν Δαυὶδ τοῦ ἀριθμῆσαι τὸν Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 21,1          Ο διάβολος όμως εισεχώρησεν στον ισραηλιτικόν λαόν και παρεκίνησε τον Δαυίδ να κάμη αρίθμησιν του λαού.

Α Παραλ. 21,2    καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ πρὸς Ἰωὰβ καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας τῆς δυνάμεως· πορεύθητε, ἀριθμήσατε τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ Βηρσαβεὲ καὶ ἕως Δὰν καὶ ἐνέγκατε πρός με, καὶ γνώσομαι τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν.

Α Παραλ. 21,2         Είπε τότε ο βασιλεύς Δαυίδ προς τον αρχιστράτηγον, τον Ιωάβ, και προς τους άλλους αρχηγούς του στρατού· “πηγαίνετε και κάμετε αρίθμησιν του ισραηλιτικού λαού, από της Βηρσαβεέ μέχρι της Δαν. Φέρετέ μου το αποτέλεσμα της καταγραφής αυτής, δια να μάθω τον αριθμόν όλων των Ισραηλιτών”.

Α Παραλ. 21,3    καὶ εἶπεν Ἰωάβ· προσθείη Κύριος ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ, ὡς αὐτοὶ ἑκατονταπλασίως, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως βλέποντες· πάντες τῷ κυρίῳ μου παῖδες· ἱνατί ζητεῖ κύριός μου τοῦτο; ἵνα μὴ γένηται εἰς ἁμαρτίαν τῷ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 21,3         Ο Ιωάβ είπε προς τον βασιλέα· “είθε Κυριος ο Θεός να αυξήση τον ισραηλιτικόν λαόν, να τον κάμη εκατονταπλάσιον από ο,τι είναι σήμερα. Τα δε μάτια του βασιλέως μας είθε να ίδουν αυτήν την αύξησιν. Ολοι ημείς είμεθα δούλοι στον κύριόν μου και θα τον υπακούσωμεν. Αλλά διατί ο κύριός μου ζητεί αυτήν την αρίθμησιν; Εγώ φρονώ ότι δεν πρέπει να γίνη, δια να μη αποβή εις αμαρτίαν και τιμωρίαν του ισραηλιτικού λαού”.

Α Παραλ. 21,4    τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ βασιλέως ἴσχυσεν ἐπὶ Ἰωάβ, καὶ ἐξῆλθεν Ἰωὰβ καὶ διῆλθεν ἐν παντὶ Ἰσραὴλ καὶ ἦλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ.

Α Παραλ. 21,4         Ο λόγος όμως του βασιλέως υπερίσχυσεν υπέρ την πρότασιν του Ιωάβ. Ο δε Ιωάβ υπακούων εξήλθεν από το βασιλικόν ανάκτορον, επέρασεν από όλον τον ισραηλιτικόν λαόν, τον ηρίθμησε και επέστρεψε κατόπιν εις την Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 21,5    καὶ ἔδωκεν Ἰωὰβ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ λαοῦ τῷ Δαυίδ, καὶ ἦν πᾶς Ἰσραὴλ χίλιαι χιλιάδες καὶ ἑκατὸν χιλιάδες ἀνδρῶν ἐσπασμένων μάχαιραν καὶ υἱοὶ Ἰούδα τετρακόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν ἐσπασμένων μάχαιραν.

Α Παραλ. 21,5         Ο Ιωάβ παρέδωκε τον αριθμόν της καταγραφής στον Δαυίδ. Ευρέθη ότι όλοι οι Ισραηλίται άνδρες ήσαν ένα εκατομμύριον εκατόν χιλιάδες, ικανοί να χειρίζωνται την μάχαιραν. Από δε την φυλήν του Ιούδα ήσαν τετρακόσιοι εβδομήκοντα χιλιάδες άνδρες, επίσης ικανοί να χειρίζωνται την μάχαιραν.

Α Παραλ. 21,6    καὶ τὸν Λευὶ καὶ τὸν Βενιαμὶν οὐκ ἠρίθμησεν ἐν μέσῳ αὐτῶν, ὅτι κατίσχυσε λόγος τοῦ βασιλέως τὸν Ἰωάβ.

Α Παραλ. 21,6         Τους Λευίτας όμως και τους άνδρας της φυλής Βενιαμίν δεν κατέγραψε μεταξύ των άλλων φυλών ο Ιωάβ, διότι ο βασιλεύς του είχε δώσει σχετικήν διαταγήν.

Α Παραλ. 21,7    καὶ πονηρὸν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ πράγματος τούτου, καὶ ἐπάταξε τὸν Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 21,7         Η αρίθμησις όμως αυτή εφάνη ως πράξις κακή ενώπιον του Θεού, ο οποίος και δια τούτο εκτύπησε τον ισραηλιτικόν λαόν.

Α Παραλ. 21,8    καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τὸν Θεόν· ἡμάρτηκα σφόδρα, ὅτι ἐποίησα τὸ πρᾶγμα τοῦτο· καὶ νῦν περίελε δὴ τὴν κακίαν παιδός σου, ὅτι ἐματαιώθην σφόδρα.

Α Παραλ. 21,8         Ο Δαυίδ είπε τότε προς τον Θεόν· “ημάρτησα πάρα πολύ, διότι έκαμα την πράξιν αυτήν. Και τώρα σε παρακαλώ απάλειψε και σβήσε αυτήν την κακίαν του δούλου σου, διότι ενήργησα κατά ένα πολύ ανόητον και ματαιόδοξον τρόπον”.

Α Παραλ. 21,9    καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Γὰδ τὸν ὁρῶντα λέγων·

Α Παραλ. 21,9         Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Γαδ τον προφήτην, και του είπε·

Α Παραλ. 21,10   πορεύου καὶ λάλησον πρὸς Δαυὶδ λέγων· οὕτω λέγει Κύριος· τρία αἱρῶ ἐγὼ ἐπὶ σέ, ἔκλεξαι σεαυτῷ ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ποιήσω σοι.

Α Παραλ. 21,10       “πήγαινε στον Δαυίδ και είπε προς αυτόν· Αυτά λέγει ο Κυριος· τρεις τιμωρίας εγώ κρατώ εις τα χέρια μου εναντίον σου. Εκλεξε δια τον εαυτόν σου μίαν από αυτάς και εγώ αυτήν θα στείλω”.

Α Παραλ. 21,11   καὶ ἦλθε Γὰδ πρὸς Δαυὶδ καὶ εἶπεν αὐτῷ· οὕτως λέγει Κύριος· ἔκλεξαι σεαυτῷ

Α Παραλ. 21,11        Ο Γαδ ήλθε προς τον Δαυίδ και του είπε· “αυτά λέγει ο Κυριος. Διάλεξε δια τον εαυτόν σου

Α Παραλ. 21,12   ἢ τρία ἔτη λιμοῦ, ἢ τρεῖς μῆνας φεύγειν σε ἐκ προσώπου ἐχθρῶν σου καὶ μάχαιραν ἐχθρῶν σου τοῦ ἐξολοθρεῦσαι, ἢ τρεῖς ἡμέρας ῥομφαίαν Κυρίου καὶ θάνατον ἐν τῇ γῇ καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐξολοθρεύων ἐν πάσῃ κληρονομίᾳ Ἰσραήλ· καὶ νῦν ἰδὲ τί ἀποκριθῶ τῷ ἀποστείλαντί με λόγον.

Α Παραλ. 21,12       η τρία έτη πείνας η τρεις μήνες φυγήν προ των εχθρών σου, οι οποίοι με τας μαχαίρας των θα εξολοθρεύουν τον λαόν, η τρεις ημέρας θα ίδης την ρομφαίαν του Κυρίου επί του λαού, θανατικό εις την χώραν σου, διότι άγγελος Κυρίου θα εξολοθρεύη ανθρώπους από τον λαόν του Ισραήλ. Και τώρα σκέψου και είπέ μου, ποίαν απάντησιν θα δώσω στον Θεόν, ο οποίος με έστειλεν”.

Α Παραλ. 21,13   καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Γάδ· στενά μοι καὶ τὰ τρία σφόδρα· ἐμπεσοῦμαι δὴ εἰς χεῖρας Κυρίου, ὅτι πολλοὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ σφόδρα, καὶ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων οὐ μὴ ἐμπέσω.

Α Παραλ. 21,13        Ο Δαυίδ απήντησε προς τον Γαδ· “μεγάλη και κατάπικρος η στενοχωρία μου και δια τα τρία αυτά. Προτιμώ όμως να παραδοθώ εις τα χέρια του Κυρίου μου, διότι το έλεός του είναι μέγα και να μη πέσω εις τα χέρια των ανθρώπων”.

Α Παραλ. 21,14   καὶ ἔδωκε Κύριος θάνατον ἐν Ἰσραήλ, καὶ ἔπεσον ἐξ Ἰσραὴλ ἑβδομήκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν.

Α Παραλ. 21,14       Ετσι ο Κυριος έστειλε θάνατον εναντίον των Ισραηλιτών και απεθαναν από τον λαόν του Ισραήλ εβδομήκοντα χιλιάδες άνδρες.

Α Παραλ. 21,15   καὶ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς ἄγγελον εἰς Ἱερουσαλὴμ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτήν. καὶ ὡς ἐξωλόθρευσεν, εἶδε Κύριος καὶ μετεμελήθη ἐπὶ τῇ κακίᾳ καὶ εἶπε τῷ ἀγγέλῳ τῷ ἐξολοθρεύοντι· ἱκανούσθω σοι, ἄνες τὴν χεῖρά σου· καὶ ὁ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐν τῷ ἅλῳ Ὀρνὰ τοῦ Ἰεβουσαίου.

Α Παραλ. 21,15        Εν συνεχεία ο Θεός έστειλε τον ελοθρευτήν άγγελον εις την Ιερουσαλήμ, δια να εξολοθρεύση και αυτήν. Οταν δε ο άγγελος εσκόρπισεν εναντίον της τον όλεθρον, ο Κυριος ελυπήθη και μετεμελήθη δια την καταστροφήν αυτήν και είπεν στον εξολοθρευτήν άγγελον· “φθάνει έως εδώ. Απόσυρε τώρα το χέρι σου”. Κατά την στιγμήν εκείνην ο άγγελος του Κυρίου ευρίσκετο στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου.

Α Παραλ. 21,16   καὶ ἐπῇρε Δαυὶδ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ εἶδε τὸν ἄγγελον Κυρίου ἑστῶτα ἀνὰ μέσον τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἡ ῥομφαία αὐτοῦ ἐσπασμένη ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ ἐκτεταμένη ἐπὶ Ἱερουσαλήμ· καὶ ἔπεσε Δαυὶδ καὶ οἱ πρεσβύτεροι περιβεβλημένοι ἐν σάκκοις ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν.

Α Παραλ. 21,16       Ο Δαυίδ εσήκωσε τα μάτια του και είδε τον εξολοθρευτήν άγγελον, να ίσταται μεταξύ ουρανού και γης. Η ρομφαία του ήτο ανεσπασμένη εις τα χέρια του και απλωμένη εναντίον της Ιερουσαλήμ. Τοτε ο Δαυίδ και οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού, φορούντες τα σάκκινα ενδύματα της μετανοίας των, έπεσαν κάτω με το πρόσωπον αυτών εις την γην.

Α Παραλ. 21,17   καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τὸν Θεόν· οὐκ ἐγὼ εἶπα τοῦ ἀριθμῆσαι ἐν τῷ λαῷ; καὶ ἐγώ εἰμι ὁ ἁμαρτών, κακοποιῶν ἐκακοποίησα, καὶ ταῦτα τὰ πρόβατα τί ἐποίησαν; Κύριε ὁ Θεός, γενηθήτω ἡ χείρ σου ἐν ἐμοὶ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου καὶ μὴ ἐν τῷ λαῷ σου εἰς ἀπώλειαν, Κύριε.

Α Παραλ. 21,17        Είπεν ο Δαυίδ προς τον Θεόν· “εγώ δεν είμαι εκείνος, που διέταξα να γίνη αυτή η αρίθμησις του λαού; Εγώ είμαι ο διαπράξας την αμαρτίαν αυτήν, ο παρασυρθείς εις την μεγάλην αυτήν κακίαν. Αυτά τα πρόβατα, οι άνδρες του Ισοαηλ, τι κακόν έκαμαν; Ω Κυριε και Θεέ μου, ας πέση η τιμωρός δεξιά σου εναντίον μου και εναντίον του πατρικού μου οίκου και όχι εις καταστροφήν εναντίον του λαού σου, Κυριε”.

Α Παραλ. 21,18   καὶ ἄγγελος Κυρίου εἶπε τῷ Γὰδ τοῦ εἰπεῖν πρὸς Δαυίδ, ἵνα ἀναβῇ τοῦ στῆσαι θυσιαστήριον Κυρίῳ ἐν ἅλῳ Ὀρνὰ τοῦ Ἰεβουσαίου.

Α Παραλ. 21,18       Ο άγγελος του Κυρίου είπε προς τον Γαδ, να διατάξη τον Δαυίδ να ανεβή στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου και εκεί να κατασκευάση θυσιαοτήριον δια τον Κυριον.

Α Παραλ. 21,19   καὶ ἀνέβη Δαυὶδ κατὰ τὸν λόγον Γάδ, ὃν ἐλάλησεν ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Α Παραλ. 21,19       Αμέσως ο Δαυίδ σύμφωνα με την εντολήν αυτήν του Γαδ, την οποίαν του είχε δώσει εν ονόματι του Κυρίου, ανέβη στο αλώνι του Ορνά.

Α Παραλ. 21,20   καὶ ἐπέστρεψεν Ὀρνὰ καὶ εἶδε τὸν βασιλέα καὶ τέσσαρας υἱοὺς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ μεθαχαβίν· καὶ Ὀρνὰ ἦν ἁλοῶν πυρούς.

Α Παραλ. 21,20       Ο Ορνά εγύρισε τα μάτια του και είδε τον βασιλέα να έρχεται. Τον είδαν και οι τέσσαρες υιοί του, που ήσαν μαζή του, και εκρύβησαν. Ο Ορνά κατά την ημέραν εκείνην αλώνιζε σιτάρι στο αλώνι του.

Α Παραλ. 21,21   καὶ ἦλθε Δαυὶδ πρὸς Ὀρνά, καὶ Ὀρνὰ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς ἅλω καὶ προσεκύνησε τῷ Δαυὶδ τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν.

Α Παραλ. 21,21       Ο Δαυίδ ήλθε προς τον Ορνά, ο Ορνά εξήλθεν από το αλώνι του, έσκυψε το πρόσωπόν του εις την γην και επροσκύνησε τον Δαυίδ.

Α Παραλ. 21,22   καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Ὀρνά· δός μοι τὸν τόπον σου τῆς ἅλω, καὶ οἰκοδομήσω ἐπ᾿ αὐτῷ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ· ἐν ἀργυρίῳ ἀξίῳ δός μοι αὐτόν, καὶ παύσεται ἡ πληγὴ ἐκ τοῦ λαοῦ.

Α Παραλ. 21,22       Είπεν ο Δαυίδ προς τον Ορνά· “δος μου τον τόπον αυτόν του αλωνιού σου, διότι εγώ θα οικοδομήσω επάνω εις αυτό θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου. Δος μου αυτόν τον τόπον και εγώ θα καταβάλω όσον αργύριον αξίζει. Ετσι δε θα καταπαύση το θανατικό του ισραηλιτικού λαού”.

Α Παραλ. 21,23   καὶ εἶπεν Ὀρνὰ πρὸς Δαυίδ· λαβὲ σεαυτῷ, καὶ ποιησάτω ὁ κύριός μου ὁ βασιλεὺς τὸ ἀγαθὸν ἐναντίον ἑαυτοῦ· ἰδὲ δέδωκα τοὺς μόσχους εἰς ὁλοκαύτωσιν καὶ τὸ ἄροτρον εἰς ξύλα καὶ τὸν σῖτον εἰς θυσίαν, τὰ πάντα δέδωκα.

Α Παραλ. 21,23       Ο Ορνά απήντησε προς τον Δαυίδ· “πάρε ιδικόν σου τον τόπον αυτόν, και ο κύριός μου ο βασιλεύς ας χρησιμοποιήση αυτόν, όπως αυτός νομίζει καλόν. Ιδού σου δίδω και τα βόϊδια μου, δια να τα προσφέρης θυσίαν ολοκαυτώματος. Το άροτρον ως ξύλα δια την πυράν του θυσιαστηρίου και τον σίτον του αλωνιού μου ως αναίμακτον θυσίαν προς τον Κυριον. Ολα σου τα δίδω δωρεάν”.

Α Παραλ. 21,24   καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ τῷ Ὀρνά· οὐχί, ὅτι ἀγοράζων ἀγοράσω ἐν ἀργυρίῳ ἀξίῳ, ὅτι οὐ μὴ λάβω ἅ ἐστί σοι Κυρίῳ τοῦ ἀνανέγκαι ὁλοκαύτωσιν δωρεὰν Κυρίῳ.

Α Παραλ. 21,24       Ο βασιλεύς Δαυίδ απήντησεν στον Ορνά· “δεν δέχομαι την δωρεάν. Επιμένω να αγοράσω τον τόπον αυτόν και θα καταβάλω την αξίαν του εις αργύριον. Δεν θα δεχθώ αυτά, που ανήκουν εις σέ, δια να τα προσφέρω δωρεάν ολοκαύτωμα προς τον Κυριον”.

Α Παραλ. 21,25   καὶ ἔδωκε Δαυὶδ τῷ Ὀρνὰ ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ σίκλους χρυσίου ὁλκῆς ἑξακοσίους.

Α Παραλ. 21,25       Ο Δαυίδ επέμενε και έδωσεν στον Ορνά δια τον τόπον αυτόν εξακοσίους χρυσούς σίκλους ζυγισμένους.

Α Παραλ. 21,26   καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Δαυὶδ θυσιαστήριον Κυρίῳ καὶ ἀνήνεγκεν ὁλοκαυτώματα καὶ σωτηρίου· καὶ ἐβόησε πρὸς Κύριον, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῷ ἐν πυρὶ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῆς ὁλοκαυτώσεως καὶ κατηνάλωσε τὴν ὁλοκαύτωσιν.

Α Παραλ. 21,26       Οικοδόμησεν εκεί ο Δαυίδ θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου και προσέφερε θυσίαν ολοκαυτωμάτων και θυσίας σωτηρίου, και εβόησε με θερμήν την πίστιν προς τον Κυριον. Ο δε Κυριος ήκουσε την προσευχήν αυτού και έστειλεν από τον ουρανόν πυρ επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και έκαυσε τα ολοκαυτώματα αυτά.

Α Παραλ. 21,27   καὶ εἶπε Κύριος πρὸς τὸν ἄγγελον, καὶ κατέθηκε τὴν ῥομφαίαν εἰς τὸν κολεὸν αὐτῆς.

Α Παραλ. 21,27       Διέταξε κατόπιν ο Κυριος τον εξοθρευτήν άγγελον και επανέθεσε την ρομφαίαν του εις την θήκην της.

Α Παραλ. 21,28   ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐν τῷ ἰδεῖν τὸν Δαυὶδ ὅτι ἐπήκουσεν αὐτῷ Κύριος ἐν ἅλῳ Ὀρνὰ τοῦ Ἰεβουσαίου, καὶ ἐθυσίασεν ἐκεῖ.

Α Παραλ. 21,28       Κατά τον καιρόν εκείνον, όταν ο Δαυίδ είδεν ότι ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν του στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου, προσέφερεν εκεί και άλλας θυσίας.

Α Παραλ. 21,29   καὶ σκηνὴ Κυρίου, ἣν ἐποίησε Μωυσῆς ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐν Βαμὰ ἐν Γαβαών·

Α Παραλ. 21,29       Κατά την εποχήν εκείνην η Σκηνή του Κυρίου, την οποίαν είχε κατασκευάσει ο Μωυσής εις την έρημον, όπως και το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, ευρίσκοντο εις ένα υψωμα της πόλεως Γαβαών.

Α Παραλ. 21,30   καὶ οὐκ ἐδύνατο Δαυὶδ τοῦ πορευθῆναι ἔμπροσθεν αὐτοῦ τοῦ ζητῆσαι τὸν Θεόν, ὅτι οὐ κατέσπευσεν ἀπὸ προσώπου τῆς ῥομφαίας ἀγγέλου Κυρίου.

Α Παραλ. 21,30       Ο Δαυίδ δεν ημπορούσε να μεταβή στο μέρος τούτο, όπου ευρίσκετο η Σκηνή, δια να ζητήση με θυσίας το έλεος του Κυρίου, διότι εφοβείτο την απειλητικήν ρομφαίαν του Θεού.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 22

 

Α Παραλ. 22,1    Καὶ εἶπε Δαυίδ· οὗτός ἐστιν ὁ οἶκος Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦτο τὸ θυσιαστήριον εἰς ὁλοκαύτωσιν τῷ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 22,1         Επειτα από τα γεγονότα αυτά ο Δαυίδ είπεν· “αυτός είναι ο τόπος στο αλώνι του Ορνά, όπου θα ανοικοδομηθή ο οίκος του Θεού, και εδώ θα είναι το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων δια τον ισραηλιτικόν λαόν”.

Α Παραλ. 22,2    καὶ εἶπε Δαυὶδ συναγαγεῖν πάντας τοὺς προσηλύτους τοὺς ἐν γῇ Ἰσραὴλ καὶ κατέστησε λατόμους λατομῆσαι λίθους ξυστοὺς τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ Θεῷ.

Α Παραλ. 22,2        Ο Δαυίδ διέταξε να συγκεντρωθούν όλοι οι ξένοι, που ευρίσκοντο εις την ισραηλιτικήν χώραν. Ωρισε δε αυτούς ως λατόμους, δια να λαξεύσουν τους λίθους, να τους κάμουν λαξευτούς, ώστε να οικοδομήσουν με αυτούς τον ναόν του Θεού.

Α Παραλ. 22,3    καὶ σίδηρον πολὺν εἰς τοὺς ἥλους τῶν θυρωμάτων καὶ τῶν πυλῶν καὶ τοὺς στροφεῖς ἡτοίμασε Δαυὶδ καὶ χαλκὸν εἰς πλῆθος, οὐκ ἦν σταθμός·

Α Παραλ. 22,3         Ο Δαυίδ συνεκέντρωσε και ετοίμασεν επίσης πολύν σίδηρον δια καρφιά των θυροφύλλων και των θυρών και δια τους στρόφιγγας των θυρών. Συνεκέντρωσεν επίσης και ανυπολόγιστον πλήθος χαλκού.

Α Παραλ. 22,4    καὶ ξύλα κέδρινα, οὐκ ἦν ἀριθμός, ὅτι ἐφέροσαν οἱ Σιδώνιοι καὶ οἱ Τύριοι ξύλα κέδρινα εἰς πλῆθος τῷ Δαυίδ.

Α Παραλ. 22,4        Ετοίμασε ξύλα από κέδρον τόσα, ώστε ήτο αδύνατον να αριθμηθούν. Ησαν δε αυτά τόσον πολλά, διότι οι Σιδώνιοι και οι Τυριοι έφεραν στον Δαβίδ πολλά κέδρινα ξύλα από τα πλούσια δάση των περιοχών των.

Α Παραλ. 22,5    καὶ εἶπε Δαυίδ· Σαλωμὼν ὁ υἱός μου παιδάριον ἁπαλόν, καὶ ὁ οἶκος τοῦ οἰκοδομῆσαι τῷ Κυρίῳ εἰς μεγαλωσύνην ἄνω, εἰς ὄνομα καὶ εἰς δόξαν εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἑτοιμάσω αὐτῷ· καὶ ἡτοίμασε Δαυὶδ εἰς πλῆθος ἔμπροσθεν τῆς τελευτῆς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 22,5         Ο Δαυίδ είπεν· “ο υιός μου ο Σολομών είναι μικρό και τρυφερό παιδί, ο δε Ναός, τον οποίον θα ανοικοδομήση προς δόξαν του Κυρίου, θα είναι εξαιρετικά μεγαλοπρεπής. Δια τον Ναόν αυτόν, εξ αιτίας του οποίου θα αποκτήση αυτός όνομα, και δόξαν εις όλην την γην, θα ετοιμάσω εγώ πλούσια τα υλικά”. Πράγματι ο Δαυίδ ητοίμασε πλήθος υλικών δια τον Ναόν, πριν αποθάνη.

Α Παραλ. 22,6    καὶ ἐκάλεσε Σαλωμὼν τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον τῷ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 22,6        Ο Δαυίδ εκάλεσε τον υιόν του τον Σολομώντα και του έδωσε την εντολήν να οικοδομήση αυτός τον Ναόν Κυρίου του Θεού του Ισραηλιτικού λαού.

Α Παραλ. 22,7    καὶ εἶπε Δαυὶδ Σαλωμών· τέκνον, ἐμοὶ ἐγένετο ἐπὶ ψυχῇ τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ.

Α Παραλ. 22,7         Και είπεν ο Δαυίδ προς τον Σολομώντα· “τέκνον, εις την καρδίαν μου εγενήθη σφόδρα η επιθυμία μου, να οικοδομήσω Ναόν προς δόξαν του ονόματος Κυρίου του Θεού.

Α Παραλ. 22,8    καὶ ἐγένετό μοι λόγος Κυρίου λέγων· αἷμα εἰς πλῆθος ἐξέχεας καὶ πολέμους μεγάλους ἐποίησας· οὐκ οἰκοδομήσεις οἶκον τῷ ὀνόματί μου, ὅτι αἵματα πολλὰ ἐξέχεας ἐπὶ τὴν γῆν ἐναντίον μου.

Α Παραλ. 22,8        Ο Κυριος όμως ωμίλησε προς εμέ και μου είπε· Συ έχυσες αίμα ανθρώπων και έκαμες μεγάλους πολέμους. Επειδή, λοιπόν, πολλά αίματα έχυσες εις την γην ενώπιόν μου, δεν θα ανοικοδομήσης συ τον Ναόν εις δόξαν του Ονόματός μου.

Α Παραλ. 22,9    ἰδοὺ υἱὸς τίκτεταί σοι, οὗτος ἔσται ἀνὴρ ἀναπαύσεως, καὶ ἀναπαύσω αὐτὸν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κυκλόθεν, ὅτι Σαλωμὼν ὄνομα αὐτῷ, καὶ εἰρήνην καὶ ἡσυχίαν δώσω ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ.

Α Παραλ. 22,9        Ιδού όμως ότι θα γεννηθή από σένα υιός. Αυτός θα είναι ειρηνικός, εγώ δε θα καταστήσω αυτόν και την ζωήν του ειρηνικήν και απερίσπαστον από όλους τους κύκλω αυτού εχθρούς του, διότι και το όνομά του είναι Σολομών, ειρήνην δε και ησυχίαν θα δώσω εγώ στον Ισραηλιτικον λαόν καθ' όλον το διάστημα της ζωής αυτού.

Α Παραλ. 22,10   οὗτος οἰκοδομήσει οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καὶ οὗτος ἔσται μοι εἰς υἱὸν κἀγὼ αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ ἀνορθώσω θρόνον βασιλείας αὐτοῦ ἐν Ἰσραὴλ ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 22,10       Αυτός θα ανοικοδομήση Ναόν εις δόξαν του Ονόματός μου· αυτός θα είναι εις εμέ υιός και εγώ θα είμαι δι' αυτόν πατήρ. Εγώ αιώνιον θα ανορθώσω και θα στερεώσω τον θρόνον του στον ισραηλιτικόν λαόν.

Α Παραλ. 22,11   καὶ νῦν, υἱέ μου, ἔσται μετὰ σοῦ Κύριος, καὶ εὐοδώσει, καὶ οἰκοδομήσεις οἶκον τῷ Κυρίῳ Θεῷ σου, ὡς ἐλάλησε περὶ σοῦ.

Α Παραλ. 22,11       Και τώρα, παιδί μου, ο Κυριος θα είναι πάντοτε μαζή σου. Θα ευλογήση και θα κατευοδώση όλας τας προσπαθείας σου και συ θα ανοικοδομήσης Ναόν εις δόξαν Κυρίου του Θεού σου, όπως ο Θεός μίλησε εις εμέ περί σου.

Α Παραλ. 22,12   ἀλλ᾿ ἢ δῴη σοι σοφίαν καὶ σύνεσιν Κύριος καὶ κατισχύσαι σε ἐπὶ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ φυλάσσεσθαι καὶ τοῦ ποιεῖν τὸν νόμον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Α Παραλ. 22,12       Αλλ' εύχομαι να σου δώση ο Κυριος σοφίαν και σύνεσιν, να σε βοηθήση, ώστε να αναδειχθής ισχυρός ηγέτης του ισραηλιτικού λαού, προσέχων και συ να τηρής και να εφαρμόζης τον νόμον Κυρίου του Θεού σου.

Α Παραλ. 22,13   τότε εὐοδώσει, ἐὰν φυλάξῃς τοῦ ποιεῖν τὰ προστάγματα καὶ τὰ κρίματα, ἃ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ ἐπὶ Ἰσραήλ· ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, μὴ φοβοῦ μηδὲ πτοηθῇς.

Α Παραλ. 22,13       Τοτε θα κατευοδωθής εις την ζωήν σου, εάν προσέξης και προσπαθής να τηρής όλα τα προστάγματα και όλας τας εντολάς, τας οποίας δια μέσου του Μωϋσέως έδωσεν ο Κυριος προς τον ισραηλιτικόν λαόν. Να είσαι, λοιπόν, ανδρείος και θαρραλέος· μη φοβηθής ούτε να πτοηθής ποτέ.

Α Παραλ. 22,14   καὶ ἰδοὺ ἐγὼ κατὰ τὴν πτωχείαν μου ἡτοίμασα εἰς οἶκον Κυρίου χρυσίου ταλάντων ἑκατὸν χιλιάδας καὶ ἀργυρίου ταλάντων χιλίας χιλιάδας καὶ χαλκὸν καὶ σίδηρον, οὗ οὐκ ἔστι σταθμός, ὅτι εἰς πλῆθός ἐστι· καὶ ξύλα καὶ λίθους ἡτοίμασα, καὶ πρὸς ταῦτα πρόσθες.

Α Παραλ. 22,14       Ιδού εγώ με όλας τας πτωχάς μου δυνάμεις προητοίμασα, όσα θα χρειασθούν δια τον οίκον του Κυρίου· εκατόν χιλιάδες τάλαντα χρυσίου, ένα εκατομμύριον τάλαντα αργυρίου, χαλκόν και σίδηρον αναρίθμητον, διότι είναι πάρα πολύ το πλήθος. Πρόσθεσε εις αυτά τα ξύλα και τους λίθους, τους οποίους έχω ετοιμάσει.

Α Παραλ. 22,15   καὶ μετὰ σοῦ εἰς πλῆθος ποιούντων ἔργα, τεχνῖται καὶ οἰκοδόμοι λίθων καὶ τέκτονες ξύλων καὶ πᾶς σοφὸς ἐν παντὶ ἔργῳ,

Α Παραλ. 22,15       Υπάρχουν επίσης μαζή σου και εις την υπηρεσίαν σου πλήθος από εργάτας, από τεχνίτας και οικοδόμους και ξυλουργούς, όπως και κάθε ικανός προς παν έργον εξυπηρετικόν του Ναού.

Α Παραλ. 22,16   ἐν χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ, ἐν χαλκῷ καὶ ἐν σιδήρῳ οὐκ ἔστιν ἀριθμός. ἀνάστηθι καὶ ποίει, καὶ Κύριος μετὰ σοῦ.

Α Παραλ. 22,16       Ο δε χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός και ο σίδηρος είναι τόσον πολύς, ώστε δεν είναι εύκολον να αριθμηθή. Εμπρός, λοιπόν, προχώρει στο έργον σου και ο Κυριος θα είναι μαζή σου”.

Α Παραλ. 22,17   καὶ ἐνετείλατο Δαυὶδ τοῖς πᾶσιν ἄρχουσιν Ἰσραὴλ ἀντιλαβέσθαι τῷ Σαλωμὼν υἱῷ αὐτοῦ·

Α Παραλ. 22,17       Εν συνεχεία διέταξεν ο Δαυίδ και όλους τους άρχοντας του ισραηλιτικού λαού να βοηθήσουν τον υιόν του τον Σολομώντα στο έργον τούτο. Είπε δε προς αυτούς·

Α Παραλ. 22,18   οὐχὶ Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν; καὶ ἀνέπαυσεν ὑμᾶς κυκλόθεν, ὅτι ἔδωκεν ἐν χερσὶν ὑμῶν τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, καὶ ὑπετάγη ἡ γῆ ἐναντίον Κυρίου καὶ ἐναντίον λαοῦ αὐτοῦ.

Α Παραλ. 22,18       “δεν είναι ο Κυριος μαζή σας; Ασφαλώς είναι, διότι σας έχει αναπαύσει και απαλλάξει από τους γύρω εχθρούς σας, αφού παρέδωκεν εις τα χέρια σας τους κατοίκους των γύρω περιοχών και τοιουτοτρόπως η χώρα έχει υποταχθή ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του λαού αυτού.

Α Παραλ. 22,19   νῦν δότε καρδίας ὑμῶν καὶ ψυχὰς ὑμῶν τοῦ ζητῆσαι τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν καὶ ἐγέρθητε καὶ οἰκοδομήσατε ἁγίασμα τῷ Θεῷ ὑμῶν τοῦ εἰσενέγκαι τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου καὶ σκεύη τὰ ἅγια τοῦ Θεοῦ εἰς οἶκον τὸν οἰκοδομούμενον τῷ ὀνόματι Κυρίου.

Α Παραλ. 22,19       Και τώρα διαθέσατε και σεις τας καρδίας σας και τας ψυχάς σας ευλαβώς, δια να αναζητήσουν Κυριον τον Θεόν σας και ευαρεστήσουν εις αυτόν. Ετοιμασθήτε και ανοικοδομήσατε τον ναόν του Θεού σας, ώστε να μεταφερθή η Κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου και τα άγια σκεύη του Θεού στον ιερόν Ναόν, ο οποίος θα ανοικοδομηθή εις δόξαν και τιμήν του Κυρίου.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 23

 

Α Παραλ. 23,1    Καὶ Δαυὶδ πρεσβύτης καὶ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἐβασίλευσε Σαλωμὼν τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 23,1         Ο Δαυίδ, γέρων πλέον και πλήρης ημερών, ανεκήρυξεν ως διάδοχόν του και βασιλέα του ισραηλιτικού λαού τον υιόν του, τον Σολομώντα.

Α Παραλ. 23,2    καὶ συνήγαγε τοὺς πάντας ἄρχοντας Ἰσραὴλ καὶ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευίτας.

Α Παραλ. 23,2         Συνήθροισε δε όλους τους άρχοντας του Ισραήλ και όλους τους ιερείς και τους Λευίτας.

Α Παραλ. 23,3    καὶ ἠρίθμησαν οἱ Λευῖται ἀπὸ τριακονταετοῦς καὶ ἐπάνω, καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν εἰς ἄνδρας τριάκοντα καὶ ὀκτὼ χιλιάδας.

Α Παραλ. 23,3         Εγινεν αρίθμησις των Λευιτών από τριάκοντα ετών και άνω, και ανήλθεν ο αριθμός αυτών εις τριάκοντα οκτώ χιλιάδας.

Α Παραλ. 23,4    ἀπὸ τῶν ἐργοδιωκτῶν ἐπὶ τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου εἰκοσιτέσσαρες χιλιάδες καὶ γραμματεῖς καὶ κριταὶ ἑξακισχίλιοι

Α Παραλ. 23,4         Από αυτούς οι επιβλέποντες εις τα έργα της ανοικοδομήσεως του οίκου του Κυρίου ήσαν εικοσιτέσσαρες χιλιάδες, οι δε γραμματείς και οι δικασταί ήσαν εξ χιλιάδες.

Α Παραλ. 23,5    καὶ τέσσαρες χιλιάδες πυλωροὶ καὶ τέσσαρες χιλιάδες αἰνοῦντες τῷ Κυρίῳ ἐν ὀργάνοις, οἷς ἐποίησε τοῦ αἰνεῖν τῷ Κυρίῳ.

Α Παραλ. 23,5         Τέσσαρες χιλιάδες ήσαν θυρωροί και άλλαι τέσσαρες χιλιάδες ήσαν οι ψάλλοντες εις δόξαν του Κυρίου μουσικοί, οι οποίοι έπαιζαν όργανα, που είχε κατασκευάσει ο Δαυίδ, δια να υμνήται ο Κυριος.

Α Παραλ. 23,6    καὶ διεῖλεν αὐτοὺς Δαυὶδ ἐφημερίας τοῖς υἱοῖς Λευί, τῷ Γεδσών, Καὰθ καὶ Μεραρί.

Α Παραλ. 23,6         Διήρεσεν ο Δαυίδ τους Λευίτας εις τάξεις κατά τον αριθμόν των πατριών των υιών του Λευι, του Γεδσών, του Καάθ και του Μεραρί.

Α Παραλ. 23,7    καὶ τῷ Γεδσών· Ἐδὰν καὶ Σεμεΐ.

Α Παραλ. 23,7         Εις τον Γεδσών υπήρχαν οι ιερείς Εδάν και Σεμεΐ.

Α Παραλ. 23,8    υἱοὶ τῷ Ἐδάν· ἄρχων Ἰεϊὴλ καὶ Ζηθὰν καὶ Ἰωήλ, τρεῖς.

Α Παραλ. 23,8         Υιοί του Εδάν ήσαν ο άρχων Ιεϊήλ, ο Ζηθάν και ο Ιωήλ, εν όλω τρεις.

Α Παραλ. 23,9    υἱοὶ Σεμεΐ· Σαλωμίθ, Ἰεϊὴλ καὶ Δάν, τρεῖς. οὗτοι ἄρχοντες πατριῶν τῶν Ἐδάν.

Α Παραλ. 23,9         Υιοί του Σεμεΐ ήσαν ο Σαλωμίθ, ο Ιεϊήλ και ο Δαν, τρεις εν όλω. Αυτοί ήσαν αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών του Εδάν.

Α Παραλ. 23,10   καὶ τοῖς υἱοῖς Σεμεΐ· Ἰὲθ καὶ Ζιζὰ καὶ Ἰωὰς καὶ Βεριά· οὗτοι υἱοὶ Σεμεΐ τέσσαρες.

Α Παραλ. 23,10       Μεταξύ των υιών του Σεμεΐ κατατάσσονται και ο Ιέθ, ο Ζιζά, ο Ιωάς και ο Βεριά. Αυτοί είναι απόγονοι επίσης του Σεμεΐ τέσσαρες εν όλω.

Α Παραλ. 23,11   καὶ ἦν Ἰὲθ ὁ ἄρχων καὶ Ζιζὰ ὁ δεύτερος· καὶ Ἰωὰς καὶ Βεριὰ οὐκ ἐπλήθυναν υἱοὺς καὶ ἐγένοντο εἰς οἶκον πατριᾶς εἰς ἐπίσκεψιν μίαν.

Α Παραλ. 23,11        Ο Ιέθ ήτο αρχηγός, ο Ζιζά ο δεύτερος αρχηγός, ο δε Ιωάς και Βεριά δεν απέκτησαν υιούς, αλλά συναπετέλεσαν με τους άλλους ένα πατριαρχικόν οίκον, μίαν τάξιν.

Α Παραλ. 23,12   υἱοὶ Καάθ· Ἀμβράμ, Ἰσαάρ, Χεβρών, Ὀζιήλ, τέσσαρες.

Α Παραλ. 23,12       Υιοί του Καάθ ήσαν ο Αμβράμ, ο Ισαάρ, ο Χεδρών, ο Οζιήλ, τέσσαρες εν όλω.

Α Παραλ. 23,13   υἱοὶ Ἀμβράμ, Ἀαρὼν καὶ Μωυσῆς. καὶ διεστάλη Ἀαρὼν τοῦ ἁγιασθῆναι ἅγια ἁγίων, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἕως αἰῶνος, τοῦ θυμιᾶν ἐναντίον τοῦ Κυρίου, λειτουργεῖν καὶ ἐπεύχεσθαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 23,13       Υιοί του Αμβράμ ήσαν ο Ααρών και ο Μωϋσής. Ο Ααρών είχε ξεχωρισθή και ορισθή από τον Θεόν, να προσφέρη θυσίας εις τα Αγια των Αγίων αυτός και οι απόγονοί του πάντοτε· να προσφέρουν θυμίαμα ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου, να υπηρετούν μέσα εις αυτήν και να εύχωνται επί τω ονόματι του Θεού πάντοτε.

Α Παραλ. 23,14   καὶ Μωυσῆς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, υἱοὶ αὐτοῦ ἐκλήθησαν εἰς φυλὴν τοῦ Λευί.

Α Παραλ. 23,14       Ο Μωϋσής, ο άνθρωπος αυτός του Θεού, είχεν υιούς, οι οποίοι κατετάχθησαν εις την φυλήν Λευι, όχι ως ιερείς αλλ' ως απλοί Λευίται.

Α Παραλ. 23,15   υἱοὶ Μωυσῆ· Γηρσὰμ καὶ Ἐλιέζερ.

Α Παραλ. 23,15       Υιοί του Μωϋσέως ήσαν ο Γηρσάμ και ο Ελιέζερ.

Α Παραλ. 23,16   υἱοὶ Γηρσάμ· Σουβαὴλ ὁ ἄρχων.

Α Παραλ. 23,16       Υιός του Γηρσάμ ήτο ο Σουβαήλ, ο αρχηγός.

Α Παραλ. 23,17   καὶ ἦσαν υἱοὶ τῷ Ἐλιέζερ· Ῥαβιὰ ὁ ἄρχων· καὶ οὐκ ἦσαν τῷ Ἐλιέζερ υἱοὶ ἕτεροι. καὶ υἱοὶ Ῥαβιὰ ηὐξήθησαν εἰς ὕψος.

Α Παραλ. 23,17       Ο Ελιέζερ είχεν ένα μόνον υιόν, τον άρχοντα Ραβιά. Δεν υπήρχον άλλα παιδιά στον Ελιέζερ. Οι υιοί του Ραβιά ηυξήθησαν πάρα πολύ.

Α Παραλ. 23,18   υἱοὶ Ἰσαάρ· Σαλωμὼθ ὁ ἄρχων.

Α Παραλ. 23,18       Υιός του Ισαάρ ήτο εις, ο άρχων Σαλωμώθ.

Α Παραλ. 23,19   υἱοὶ Χεβρών· Ἱεριὰ ὁ ἄρχων, Ἀμαδιὰ ὁ δεύτερος, Ἱεζιὴλ ὁ τρίτος, Ἰεκεμίας ὁ τέταρτος.

Α Παραλ. 23,19       Υιοί του Χεβρών ίσον ο άρχων Ιεριά, ο δευτερεύων Αμαδιά, ο τρίτος κατά σειράν Ιεζιήλ, ο τέταρτος Ιεκεμίας.

Α Παραλ. 23,20   υἱοὶ Ὀζιήλ· Μιχὰ ὁ ἄρχων καὶ Ἰσιὰ ὁ δεύτερος.

Α Παραλ. 23,20      Υιοί του Οζιήλ ήσαν ο άρχων Μιχά και ο μετ' αυτόν δεύτερος Ισιά.

Α Παραλ. 23,21   υἱοὶ Μεραρί· Μοολὶ καὶ Μουσί. υἱοὶ Μοολί· Ἐλεάζαρ καὶ Κίς.

Α Παραλ. 23,21       Υιοί του Μεραρί ήσαν ο Μοολί και ο Μουσί. Υιοί δε του Μοολί ήσαν ο Ελεάζαρ και ο Κις.

Α Παραλ. 23,22   καὶ ἀπέθανεν Ἐλεάζαρ, καὶ οὐκ ἦσαν αὐτῷ υἱοί, ἀλλ᾿ ἢ θυγατέρες, καὶ ἔλαβον αὐτὰς υἱοὶ Κὶς ἀδελφοὶ αὐτῶν.

Α Παραλ. 23,22      Οταν δε απέθανεν ο Ελεάζαρ δεν είχεν άρρενα τέκνα. Είχε μόνον θυγατέρας. Αυτάς επήραν ως συζύγους οι υιοί του Κις, οι εξάδελφοί των.

Α Παραλ. 23,23   υἱοὶ Μουσί· Μοολὶ καὶ Ἐδὲρ καὶ Ἰαριμώθ, τρεῖς.

Α Παραλ. 23,23      Οι υιοί του Μουσί ήσαν ο Μοολί, ο Εδέρ και ο Ιαριμώθ, τρεις εν όλω.

Α Παραλ. 23,24   οὗτοι υἱοὶ Λευὶ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν, ἄρχοντες τῶν πατριῶν αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτῶν, κατὰ τὸν ἀριθμὸν ὀνομάτων αὐτῶν, κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν, ποιοῦντες τὰ ἔργα λειτουργίας οἴκου Κυρίου ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω.

Α Παραλ. 23,24      Αυτοί είναι οι απόγονοι του Λευι, οι οποίοι απετέλεσαν πατριαρχικάς οικογενείας, άρχοντες των πατριαρχικών αυτών οικογενειών, σύμφωνα με την υπό του Δαυίδ γενομένην ταξινόμησίν των, κατά τον αριθμόν των ονομάτων αυτών. Αυτοί, λοιπόν, από ηλικίας είκοσιν ετών και άνω ωρίσθησαν να εκτελούν έργα εις υπηρεσίαν του ναού του Κυρίου.

Α Παραλ. 23,25   ὅτι εἶπε Δαυίδ· κατέπαυσε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ τῷ λαῷ αὐτοῦ καὶ κατεσκήνωσεν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἕως αἰῶνος.

Α Παραλ. 23,25      Διότι είπεν ο Δαυίδ· “ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ έδωκεν ανάπαυσιν στον λαόν του και εγκατέστησεν αυτόν μόνιμον κάτοικον εις την Ιερουσαλήμ δια παντός”.

Α Παραλ. 23,26   καὶ οἱ Λευῖται οὐκ ἦσαν αἴροντες τὴν σκηνὴν καὶ τὰ πάντα σκεύη αὐτῆς εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτῆς·

Α Παραλ. 23,26      Αυτοί δε οι Λευίται δεν θα είχαν πλέον την υποχρέωσιν να μεταφέρουν την Σκηνήν του Μαρτυρίου και τα δια την υπηρεσίαν αυτής ιερά σκεύη, αφού είχεν ήδη γίνει μόνιμος εγκατάστασις εις Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 23,27   ὅτι ἐν τοῖς λόγοις Δαυὶδ τοῖς ἐσχάτοις ἐστὶν ὁ ἀριθμὸς υἱῶν Λευὶ ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω·

Α Παραλ. 23,27      Η αρίθμησις δε και ο καθορισμός της ηλικίας των Λευιτών από εικοσαετούς και άνω έγινε κατόπιν τελευταίας εντολής του Δαυίδ.

Α Παραλ. 23,28   ὅτι ἔστησεν αὐτοὺς ἐπὶ χειρὶ Ἀαρὼν τοῦ λειτουργεῖν ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐπὶ τὰς αὐλὰς καὶ ἐπὶ τὰ παστοφόρια καὶ ἐπὶ τὸν καθαρισμὸν τῶν πάντων ἁγίων καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα λειτουργίας οἴκου τοῦ Θεοῦ

Α Παραλ. 23,28      Ο Δαυίδ έθεσεν αυτούς υπό την διεύθυνσιν των απογόνων του Ααρών, δια να υπηρετούν στον ναόν του Κυρίου, δηλαδή εις τας αυλάς αυτού του ναού, εις τα διάφορα διαμερίσματα, να επιβλέπουν τον καθαρισμόν όλων των ιερών σκευών, να βοηθούν εις τα έργα, τα οποία αναφέρονται προς εξυπηρέτησιν του ναού του Θεού.

Α Παραλ. 23,29   καὶ εἰς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως καὶ εἰς τὴν σεμίδαλιν τῆς θυσίας καὶ εἰς τὰ λάγανα τὰ ἄζυμα καὶ εἰς τήγανον καὶ εἰς τὴν πεφυραμένην καὶ εἰς πᾶν μέτρον

Α Παραλ. 23,29      Να βοηθούν τους ιερείς εις την κατασκευήν των άρτων της προθέσεως, εις την προσφοράν της θυσίας της σεμιδάλεως, εις τα λαγάνα και τα άζυμα, εις τας θυσίας, που ητοιμάζοντο με το τηγάνι, εις τας προσφοράς τας αναμεμιγμένας με έλαιον, όπως επίσης δια κάθε μέτρον βάρους και μέτρον μήκους.

Α Παραλ. 23,30   καὶ τοῦ στῆναι πρωΐ τοῦ αἰνεῖν καὶ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ οὕτω τὸ ἑσπέρας

Α Παραλ. 23,30      Αυτοί είχαν επίσης ως υπηρεσίαν των να ίστανται το πρωϊ, δια να ψάλλουν ύμνους και ευχαριστίας προς τον Κυριον, όπως επίσης και κατά την εσπέραν.

Α Παραλ. 23,31   καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἀναφερομένων ὁλοκαυτωμάτων τῷ Κυρίῳ ἐν τοῖς σαββάτοις καὶ ἐν ταῖς νουμηνίαις καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς, κατὰ ἀριθμόν, κατὰ τὴν κρίσιν ἐπ᾿ αὐτοῖς διαπαντὸς τῷ Κυρίῳ.

Α Παραλ. 23,31       Είχον ακόμη καθήκον να βοηθούν τους ιερείς εις όλα τα προσφερόμενα προς τον Κυριον ολοκαυτώματα κατά τα Σαββατα, κατά την πρώτην εκάστου μηνός και γενικώς εις όλας τας εορτάς αναλόγως του αριθμού των θυσιών, που ο Νομος επέβαλλε να προσφέρωνται αυταί δια παντός προς τον Κυριον.

Α Παραλ. 23,32   καὶ φυλάξουσι τὰς φυλακὰς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ τὴν φυλακὴν τοῦ ἁγίου καὶ τὰς φυλακὰς υἱῶν Ἀαρὼν ἀδελφῶν αὐτῶν τοῦ λειτουργεῖν ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Α Παραλ. 23,32      Ακόμη δε είχαν την υποχρέωσιν να φροντίζουν δια την Σκηνήν του Μαρτυρίου, δια τον άγιον τόπον, δια τους υιούς του Ααρών και τους αδελφούς αυτών να τους βοηθούν κατά τας υπηρεσίας των στον ναόν του Κυρίου.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 24

 

Α Παραλ. 24,1    Καὶ τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν διαιρέσεις· Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ καὶ Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ.

Α Παραλ. 24,1         Οι υιοί του Ααρών είχον διαιρεθή εις τέσσαρας τάξεις κατά τον αριθμόν των υιών του, του Ναδάβ, του Αβιούδ, του Ελεάζαρ και του Ιθάμαρ.

Α Παραλ. 24,2    καὶ ἀπέθανε Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ ἐναντίον τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καὶ υἱοὶ οὐκ ἦσαν αὐτοῖς· καὶ ἱεράτευσεν Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ υἱοὶ Ἀαρών.

Α Παραλ. 24,2        Ο Ναδάβ και ο Αβιούδ απέθανον, ενώ ακόμη εζούσεν ο πατέρας των. Αυτοί δεν είχον αποκτήσει υιούς, και η ιερατεία περιήλθεν στους δύο άλλους υιούς του Ααρών, τον Ελεάζαρ και τον Ιθάμαρ.

Α Παραλ. 24,3    καὶ διεῖλεν αὐτοὺς Δαυὶδ καὶ Σαδὼκ ἐκ τῶν υἱῶν Ἐλεάζαρ καὶ Ἀχιμέλεχ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰθάμαρ κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτῶν, κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 24,3         Ετσι δε ο Δαυίδ βοηθούμενος και από τον Σαδώκ, εκ των απογόνων του Ελεάζαρ, και από τον Αχιμέλεχ, εκ των απογόνων του Ιθάμαρ, διήρεσεν αυτούς εις τάξεις αναλόγως της υπηρεσίας των και των οικογενειών, εις τας οποίας αυτοί ανήκον.

Α Παραλ. 24,4    καὶ εὑρέθησαν οἱ υἱοὶ Ἐλεάζαρ πλείους εἰς ἄρχοντας τῶν δυνατῶν παρὰ τοὺς υἱοὺς Ἰθάμαρ, καὶ διεῖλεν αὐτούς, τοῖς υἱοῖς Ἐλεάζαρ ἄρχοντας εἰς οἴκους πατριῶν ἑκκαίδεκα, καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰθάμαρ κατ᾿ οἴκους πατριῶν ὀκτώ.

Α Παραλ. 24,4        Κατά δε την γενομένην αρίθμησιν ευρέθησαν μεταξύ των υιών του Ελεάζαρ περισσότεροι οι άρχοντες παρά μεταξύ των υιών του Ιθάμαρ. Διήρεσε δε αυτούς ο Δαυίδ και ώρισε δια τους απογόνους του Ελεάζαρ δεκαέξ αρχηγούς οικογενειών, και δια τους απογόνους του Ιθάμαρ οκτώ πατριαρχικάς οικογενείας.

Α Παραλ. 24,5    καὶ διεῖλεν αὐτοὺς κατὰ κλήρους τούτους πρὸς τούτους, ὅτι ἦσαν ἄρχοντες τῶν ἁγίων καὶ ἄρχοντες Κυρίου ἐν τοῖς υἱοῖς Ἐλεάζαρ καὶ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰθάμαρ.

Α Παραλ. 24,5         Διήρεσε κατόπιν αυτούς με κλήρους, τους οποίους έθεσε και δια τους μεν και δια τους δέ, διότι αυτοί, οι καταγόμενοι από τας δύο πατριαρχικάς οικογενείας, ήσαν αρχηγοί του θυσιαστηρίου και γενικώς άρχοντες στον οίκον του Κυρίου, τόσον μεταξύ των υιών του Ελεάζαρ, όσον επίσης και μεταξύ των υιών του Ιθάμαρ.

Α Παραλ. 24,6    καὶ ἔγραψεν αὐτοὺς Σαμαΐας υἱὸς Ναθαναὴλ ὁ γραμματεὺς ἐκ τοῦ Λευὶ κατέναντι τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς καὶ Ἀχιμέλεχ υἱὸς Ἀβιάθαρ καὶ ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, οἴκου πατριᾶς εἷς εἷς τῷ Ἐλεάζαρ καὶ εἷς εἷς τῷ Ἰθάμαρ.

Α Παραλ. 24,6        Κατέγραψε δε αυτούς ο Σαμαΐας, υιός του Ναθαναήλ ο γραμματεύς από τους απογόνους του Λευι, ενώπιον του βασιλέως και ενώπιον των άλλων αρχόντων, ενώπιον του Σαδώκ του αρχιερέως και του Αχιμέλεχ του υιού του Αβιάθαρ, ενώπιον των αρχηγών των ιερατικών οικογενειών και των Λευιτικών επίσης οικογενειών. Κατά την κλήρωσιν ελαμβάνετο μία οικογένεια εκ του Ελεάζαρ και μία οικογένεια εκ του Ιθάμαρ και ούτω καθεξής.

Α Παραλ. 24,7    καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ πρῶτος τῷ Ἰωαρίμ, τῷ Ἰεδίᾳ ὁ δεύτερος,

Α Παραλ. 24,7         Κατά την κλήρωσιν, ο πρώτος κλήρος έπεσεν στον Ιωαρίμ, ο δεύτερος στον Ιεδία,

Α Παραλ. 24,8    τῷ Χαρὶβ ὁ τρίτος, τῷ Σεωρὶμ ὁ τέταρτος,

Α Παραλ. 24,8        ο τρίτος στον Χαρίβ, ο τέταρτος στον Σεωρίμ,

Α Παραλ. 24,9    τῷ Μελχίᾳ ὁ πέμπτος, τῷ Μεϊαμὶν ὁ ἕκτος,

Α Παραλ. 24,9        ο πέμπτος στον Μελχία, ο έκτος στον Μεϊαμίν,

Α Παραλ. 24,10   τῷ Κὼς ὁ ἕβδομος, τῷ Ἀβίᾳ ὁ ὄγδοος,

Α Παραλ. 24,10       ο έβδομος στον Κως, ο όγδοος στον Αβίαν,

Α Παραλ. 24,11   τῷ Ἰησοῦ ὁ ἔνατος, τῷ Σεχενίᾳ ὁ δέκατος,

Α Παραλ. 24,11       ο ένατος στον Ιησούν, ο δέκατος στον Σεχενίαν,

Α Παραλ. 24,12   τῷ Ἐλιαβὶ ὁ ἑνδέκατος, τῷ Ἰακὶμ ὁ δωδέκατος,

Α Παραλ. 24,12       ο ενδέκατος στον Ελισβί, ο δωδέκατος στον Ιακίμ,

Α Παραλ. 24,13   τῷ Ὀπφᾷ ὁ τρισκαιδέκατος, τῷ Ἰεσβαὰλ ὁ τεσσαρεσκαιδέκατος,

Α Παραλ. 24,13       ο δέκατος τρίτος στον Οπφάν, ο δέκατος τέταρτος στον Ιεσβαάλ,

Α Παραλ. 24,14   τῷ Βελγᾷ ὁ πεντεκαιδέκατος, τῷ Ἐμμὴρ ὁ ἑκκαιδέκατος,

Α Παραλ. 24,14       ο δέκατος πέμπτος στον Βελγάν, ο δέκατος έκτος στον Εμμήρ,

Α Παραλ. 24,15   τῷ Χηζὶν ὁ ἑπτακαιδέκατος, τῷ Ἀφεσὴ ὁ ὀκτωκαιδέκατος,

Α Παραλ. 24,15       ο δέκατος έβδομος στον Χηζίν, ο δέκατος όγδοος στον Αφεσή.

Α Παραλ. 24,16   τῷ Φεταίᾳ ὁ ἐννεακαιδέκατος, τῷ Ἐζεκὴλ ὁ εἰκοστός,

Α Παραλ. 24,16       ο δέκατος ένατος στον Φεταίαν, ο εικοστός στον Εζεκήλ,

Α Παραλ. 24,17   τῷ Ἀχὶμ ὁ εἷς καὶ εἰκοστός, τῷ Γαμοὺλ ὁ δεύτερος καὶ εἰκοστός,

Α Παραλ. 24,17       ο εικοστός πρώτος στον Αχίμ, ο εικοστός δεύτερος στον Γαμούλ,

Α Παραλ. 24,18   τῷ Ἀδαλλαὶ ὁ τρίτος καὶ εἰκοστός, τῷ Μαασαὶ ὁ τέταρτος καὶ εἰκοστός.

Α Παραλ. 24,18       ο εικοστός τρίτος στον Αδαλλαί, ο εικοστός τέταρτος στον Μαασαί.

Α Παραλ. 24,19   αὕτη ἡ ἐπίσκεψις αὐτῶν κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν τοῦ εἰσπορεύεσθαι εἰς οἶκον Κυρίου κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν διὰ χειρὸς Ἀαρὼν πατρὸς αὐτῶν, ὡς ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 24,19       Αυταί ήσαν αι ιερατικαί τάξεις αναλόγως της υπηρεσίας των προς τον Κυριον, δια να εισέρχονται οι ιερείς αυτοί στον ναόν του Κυρίου, σύμφωνα με όσα δια μέσου του Ααρών του προγόνου αυτών είχε διατάξει Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού.

Α Παραλ. 24,20   Καὶ τοῖς υἱοῖς Λευὶ τοῖς καταλοίποις· τοῖς υἱοῖς Ἀμβρὰμ Σωβαήλ· τοῖς υἱοῖς Σωβαὴλ Ἰεδία.

Α Παραλ. 24,20      Οι δε αρχηγοί από τους υπολοίπους Λευίτας ήσαν από τους υιούς του Αμβράμ ο Σωβαήλ, από τους υιούς του Σωβαήλ ο Ιεδία.

Α Παραλ. 24,21   τῷ Ῥααβίᾳ ὁ ἄρχων Ἰεσίας,

Α Παραλ. 24,21       Από τον Ρααβία προήλθεν ο άρχων Ιεσίας.

Α Παραλ. 24,22   καὶ τῷ Ἰσααρὶ Σαλωμώθ· τοῖς υἱοῖς Σαλωμὼθ Ἰάθ.

Α Παραλ. 24,22      Από τον Ισααρί ο Σαλωμώθ. Από τους υιούς του Σαλωμώθ ο Ιάθ.

Α Παραλ. 24,23   υἱοὶ Ἰεδιοῦ· Ἀμαδία ὁ δεύτερος, Ἰαζιὴλ ὁ τρίτος, Ἰεκμοὰμ ὁ τέταρτος.

Α Παραλ. 24,23      Υιοί του Ιεδιού ήσαν ο δευτερεύων Αμαδίας, ο τριτεύων Ιαζιήλ και ο τεταρτεύων Ιεκμοάμ.

Α Παραλ. 24,24   τοῖς υἱοῖς Ὀζιὴλ Μιχά· υἱοὶ Μιχὰ Σαμήρ.

Α Παραλ. 24,24      Μεταξύ των υιών του Οζιήλ ήτο ο Μιχά, υιός δε του Μιχά ήτο ένας, ο Σαμήρ.

Α Παραλ. 24,25   ἀδελφὸς Μιχὰ Ἰσία· υἱὸς Ἰσία Ζαχαρία.

Α Παραλ. 24,25      Αδελφός του Μιχά ήτο ο Ισίας, υιός δε του Ισία ήτο ο Ζαχαρίας.

Α Παραλ. 24,26   υἱοὶ Μεραρὶ Μοολὶ καὶ Μουσί. υἱοὶ Ὀζία υἱοὶ Βοννί.

Α Παραλ. 24,26      Υιοί του Μεραρί ήσαν ο Μοολί και ο Μουσί, υιοί του Οζία ήσαν οι υιοί του Βοννί.

Α Παραλ. 24,27   υἱοὶ Μεραρὶ τῷ Ὀζίᾳ, υἱοὶ αὐτοῦ Ἰσοὰμ καὶ Σακχοὺρ καὶ Ἀβαΐ,

Α Παραλ. 24,27      Οι υιοί του Μεραρί από τον υιόν του τον Οζίαν ήσαν ο Ισοάμ, ο Σακχούρ και ο Αβαΐ.

Α Παραλ. 24,28   τῷ Μοολὶ Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ· καὶ ἀπέθανεν Ἐλεάζαρ καὶ οὐκ ἦσαν αὐτῷ υἱοί.

Α Παραλ. 24,28      Υιοί του Μοολί ήσαν ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ. Ο Ελεάζαρ απέθανε, χωρίς να αφήση υιούς.

Α Παραλ. 24,29   τῷ Κίς· υἱοὶ τοῦ Κὶς Ἱεραμεήλ.

Α Παραλ. 24,29      Υιός του Κις ήτο ένας, ο Ιεραμεήλ.

Α Παραλ. 24,30   καὶ υἱοὶ τοῦ Μουσὶ Μοολὶ καὶ Ἐδὲρ καὶ Ἰαριμώθ. οὗτοι υἱοὶ τῶν Λευιτῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.

Α Παραλ. 24,30      Οι υιοί του Μούσι ήσαν ο Μοολί, ο Εδέρ και ο Ιαριμώθ. Αυτοί όλοι ήσαν Λευίται κατανεμημένοι εις πατριαρχικάς οικογενείας.

Α Παραλ. 24,31   καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ κλήρους καθὼς οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν υἱοὶ Ἀαρὼν ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ Σαδὼκ καὶ Ἀχιμέλεχ καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν πατριῶν τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, πατριάρχαι ἀραὰβ καθὼς οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ οἱ νεώτεροι.

Α Παραλ. 24,31       Και αυτοί, όπως και οι ανήκοντες εις την ιδίαν με αυτούς φυλήν ιερείς οι απόγονοι του Ααρών, επήραν κλήρους ενώπιον του βασιλέως, ενώπιον του Σαδώκ και του Αχιμέλεχ, ενώπιον των αρχηγών των οικογενειών, των ιερέων και των Λευϊτών, αι αρχαιότεραι οικογενειαι, όπως και αι νεώτεροι, με τα ίδια δικαιώματα.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 25

 

Α Παραλ. 25,1    Καὶ ἔστησε Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς δυνάμεως εἰς τὰ ἔργα τοὺς υἱοὺς Ἀσὰφ καὶ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθοὺν τοὺς ἀποφθεγγομένους ἐν κινύραις καὶ ἐν νάβλαις καὶ ἐν κυμβάλοις. καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ κεφαλὴν αὐτῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν.

Α Παραλ. 25,1         Ο βασιλεύς Δαυίδ και οι στρατιωτικοί του άρχοντες εγκατέστησαν τους υιούς του Ασάφ, του Αιμάν και του Ιδιθούν στο να ψάλλουν με την βοήθειαν μουσικών οργάνων, κινυράς, νάβλας και κυμβάλων. Ο αριθμός και τα ονόματα αυτών, που είχαν καθορισθή δι' αυτά τα έργα, είναι τα εξής·

Α Παραλ. 25,2    υἱοὶ Ἀσάφ, Σακχοὺρ Ἰωσὴφ καὶ Ναθανίας καὶ Ἐραήλ, υἱοὶ Ἀσὰφ ἐχόμενοι τοῦ βασιλέως.

Α Παραλ. 25,2         Από τους απογόνους του Ασάφ ο Ζακχούρ, ο Ιωσήφ, ο Ναθανίας και ο Εραήλ. Αυτοί όλοι ήσαν απόγονοι του Ασάφ διωρισμένοι από τον βασιλέα.

Α Παραλ. 25,3    τῷ Ἰδιθοὺν υἱοὶ Ἰδιθούν· Γοδολίας καὶ Σουρὶ καὶ Ἰσέας καὶ Σεμεΐ καὶ Ἀσαβίας καὶ Ματταθίας, ἓξ μετὰ τὸν πατέρα αὐτῶν Ἰδιθούν, ἐν κινύρᾳ ἀνακρουόμενοι ἐξομολόγησιν καὶ αἴνεσιν τῷ Κυρίῳ.

Α Παραλ. 25,3         Εις τον Ιδιθούν· Υιοί αυτού του Ιδιθούν ήσαν ο Γοδολίας, ο Σουρί, ο Ισέας, ο Σεμεΐ, ο Ασαβίας και ο Ματταθίας, εξ μετά τον πατέρα των τον Ιδιθούν. Αυτοί ανακρούοντες την κινύραν προσέφεραν ευχαριστίαν και δοξολογίαν προς τον Κυριον.

Α Παραλ. 25,4    τῷ Αἰμὰν υἱοὶ Αἰμάν· Βουκίας καὶ Ματθανίας καὶ Ὀζιὴλ καὶ Σουβαὴλ καὶ Ἰεριμὼθ καὶ Ἀνανίας καὶ Ἀνὰν καὶ Ἑλιαθὰ καὶ Γοδολλαθὶ καὶ Ῥωμετθιέζερ καὶ Ἰεσβασακὰ καὶ Μαλλιθὶ καὶ Ὠθηρὶ καὶ Μεαζώθ·

Α Παραλ. 25,4         Εις τον Αιμάν· Υιοί του Αιμάν ήσαν ο Βουκίας, ο Ματθανίας, ο Οζιήλ, ο Σουβαήλ, ο Ιεριμώθ, ο Ανανίας, ο Ανάν, ο Ελιαθά, ο Γοδολλαθί, ο Ρωμετθιέζερ, ο Ιεσβασακά, ο Μαλλιθί, ο Ωθηρί και ο Μεαζώθ.

Α Παραλ. 25,5    πάντες οὗτοι υἱοὶ τῷ Αἰμὰν τῷ ἀνακρουομένῳ τῷ βασιλεῖ ἐν λόγοις Θεοῦ ὑψῶσαι κέρας. καὶ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τῷ Αἰμὰν υἱοὺς τεσσαρεσκαίδεκα, καὶ θυγατέρας τρεῖς.

Α Παραλ. 25,5         Αυτοί όλοι ήσαν υιοί του Αιμάν, ο οποίος έπαιζεν ενώπιον του βασιλέως ωδάς του Θεού με όργανα, δια να υμνή την παντοδυναμίαν του. Ο δε Θεός έδωκεν στον Αιμάν δεκατέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας.

Α Παραλ. 25,6    πάντες οὗτοι μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῶν ὑμνῳδοῦντες ἐν οἴκῳ Θεοῦ, ἐν κυμβάλοις καὶ νάβλαις καὶ ἐν κινύραις εἰς τὴν δουλείαν οἴκου τοῦ Θεοῦ, ἐχόμενα τοῦ βασιλέως καὶ Ἀσάφ, καὶ Ἰδιθοὺν καὶ Αἰμάν.

Α Παραλ. 25,6         Ολοι αυτοί οι Λευίται υπό την διεύθυνσιν του πατρός των είχον ως έργον των να υμνούν και να δοξάζουν τον Θεόν στον ναόν με κύμβαλα, με νάβλας και με κινύρας, κατά διαταγήν του βασιλέως και υπό την διεύθυνσιν του Ασάφ, του Ιδιθούν και του Αιμάν.

Α Παραλ. 25,7    καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν μετὰ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, δεδιδαγμένοι ᾄδειν Κυρίῳ, πᾶς συνιών, διακόσιοι ὀγδοήκοντα καὶ ὀκτώ.

Α Παραλ. 25,7         Ο αριθμός αυτών μαζή με τους αδελφούς των, οι οποίοι είχον διδαχθή να ψάλλουν προς τον Κυριον, όλοι αυτοί οι ικανοί δια τους ψαλμούς ήσαν εν όλω διακόσιοι ογδοήκοντα οκτώ.

Α Παραλ. 25,8    καὶ ἔβαλον καὶ αὐτοὶ κλήρους ἐφημεριῶν κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγαν, τελείων καὶ μανθανόντων.

Α Παραλ. 25,8         Εβαλαν και αυτοί κλήρον των τάξεών των, μικροί και μεγάλοι, τόσον οι διδάσκαλοι όσον και οι μαθητευόμενοι.

Α Παραλ. 25,9    καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ πρῶτος υἱῶν αὐτοῦ καὶ ἀδελφῶν αὐτοῦ τῷ Ἀσὰφ τῷ Ἰωσὴφ Γοδολίας· ὁ δεύτερος Ἡνεία, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,9         Ο πρώτος κλήρος εβγήκε δια τους υιούς και τους αδελφούς του Ασάφ, εκληρώθη δε ο Ιωσήφ ο Γοδολίας. Ο δεύτερος κλήρος έπεσεν στον Ηνείαν. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί αυτού ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,10   ὁ τρίτος Ζακχούρ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,10       Ο τρίτος κλήρος έπεσεν στον Ζακχούρ. Αυτός, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,11   ὁ τέταρτος Ἰεσρί, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,11        Ο τέταρτος έπεσεν στον Ιεσρί. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί αυτού ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,12   ὁ πέμπτος Ναθανίας, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,12       Ο πέμπτος στον Ναθανίαν. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,13   ὁ ἕκτος Βουκίας, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,13       Ο έκτος κλήρος έπεσεν στον Βουκίαν. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,14   ὁ ἕβδομος Ἰσεριήλ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,14       Ο έβδομος κλήρος έπεσεν στον Ισεριήλ. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,15   ὁ ὄγδοος Ἰωσία, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,15       Ο όγδοος έπεσεν στον Ιωσίαν. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,16   ὁ ἔνατος Ματθανίας, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,16       Ο ένατος κλήρος έπεσεν στον Ματθανίαν. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,17   ὁ δέκατος Σεμεΐα, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,17       Ο δέκατος έπεσεν στον Σεμεΐα. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,18   ὁ ἑνδέκατος Ἀσριήλ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,18       Ο ενδέκατος έπεσεν στον Ασριήλ. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,19   ὁ δωδέκατος Ἀσαβία, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,19       Ο δωδέκατος έπεσεν στον Ασαβίαν. Αυτός, οι υιοί και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,20   ὁ τρισκαιδέκατος Σουβαήλ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,20      Ο δέκατος τρίτος έπεσεν στον Σουβαήλ. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,21   ὁ τεσσαρεσκαιδέκατος Ματταθίας, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,21       Ο δέκατος τέταρτος κλήρος έπεσεν στον Ματταθίαν. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,22   ὁ πεντεκαιδέκατος Ἰεριμώθ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,22      Ο δέκατος πέμπτος κλήρος έπεσεν στον Ιεριμώθ. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,23   ὁ ἑκκαιδέκατος Ἀνανία, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,23      Ο δέκατος έκτος κλήρος έπεσεν στον Ανανίαν. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,24   ὁ ἑπτακαιδέκατος Ἰεσβασακά, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,24      Ο δέκατος έβδομος έπεσεν στον Ιεσβασακά. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,25   ὁ ὀκτωκαιδέκατος Ἀνανίας, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,25      Ο δέκατος όγδοος έπεσεν στον Ανανίαν. Αυτός, οι αδελφοί του και οι υιοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,26   ὁ ἐννεακαιδέκατος Μαλλιθί, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,26      Ο δέκατος ένατος έπεσεν στον Μαλλιθί. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,27   ὁ εἰκοστὸς Ἑλιαθά, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,27      Ο εικοστός έπεσεν στον Ελιαθά. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,28   ὁ εἰκοστὸς πρῶτος Ὠθηρί, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,28      Ο εικοστός πρώτος έπεσεν στον Ωθηρί. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,29   ὁ εἰκοστὸς δεύτερος Γοδολλαθί, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,29      Ο εικοστός δεύτερος έπεσεν στον Γοδολλαθί. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,30   ὁ εἰκοστὸς τρίτος Μεαζώθ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο·

Α Παραλ. 25,30      Ο εικοστός τρίτος έπεσεν στον Μεαζώθ. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

Α Παραλ. 25,31   ὁ εἰκοστὸς τέταρτος Ῥωμετθιέζερ, υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δεκαδύο.

Α Παραλ. 25,31       Και ο εικοστός τέταρτος κλήρος έπεσεν στον Ρωμετθιέζερ. Αυτός, οι υιοί του και οι αδελφοί του ήσαν δώδεκα.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 26

 

Α Παραλ. 26,1    Εἰς διαιρέσεις τῶν πυλῶν· υἱοὶ Κορεΐμ Μοσελλεμία υἱὸς Κωρὴ ἐκ τῶν υἱῶν Ἀσάφ.

Α Παραλ. 26,1         Αι δε τάξεις των θυρωρών ήσαν πρώτον μεν από τους Κορεΐτας ο Μοσελλεμία, υιός του Κωρή, από τους απογόνους του Ασάφ.

Α Παραλ. 26,2    καὶ τῷ Μοσελλεμίᾳ υἱοί· Ζαχαρίας ὁ πρωτότοκος, Ἰαδιὴλ ὁ δεύτερος, Ζαβαδία ὁ τρίτος, Ἰεθνουὴλ ὁ τέταρτος,

Α Παραλ. 26,2        Υιοί του Μοσελλεμία ήσαν πρωτότοκος αυτού ο Ζαχαρίας, δευτερότοκος ο Ιαδιήλ, τρίτος ο Ζαβαδία, τέταρτος ο Ιεθνουήλ,

Α Παραλ. 26,3    Ἰωλὰμ ὁ πέμπτος, Ἰωνάθαν ὁ ἕκτος, Ἐλιωναΐ ὁ ἕβδομος, Ἀβδεδὸμ ὁ ὄγδοος.

Α Παραλ. 26,3         πέμπτος ο Ιωλάμ, έκτος ο Ιωνάθαν, έβδομος ο Ελιωνα και όγδοος ο Αβδεδόμ.

Α Παραλ. 26,4    καὶ τῷ Ἀβδεδὸμ υἱοί· Σαμαίας ὁ πρωτότοκος, Ἰωζαβὰθ ὁ δεύτερος, Ἰωὰθ ὁ τρίτος, Σαχὰρ ὁ τέταρτος, Ναθαναὴλ ὁ πέμπτος,

Α Παραλ. 26,4        Υιοί δε του Αβδεδόμ ήσαν πρωτότοκος ο Σαμαίας, δευτερότοκος ο Ιωζαβάθ, τρίτος ο Ιωάθ, τέταρτος ο Σαχάρ, πέμπτος ο Ναναθαήλ,

Α Παραλ. 26,5    Ἀμιὴλ ὁ ἕκτος, Ἰσσάχαρ ὁ ἕβδομος, Φελαθὶ ὁ ὄγδοος, ὅτι εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ Θεός.

Α Παραλ. 26,5         έκτος ο Αμιήλ, έβδομος ο Ισσάχαρ και όγδοος ο Φελαθί. Ο Αβδεδόμ είχε τους πολλούς αυτούς υιούς, διότι τον είχεν ευλογήσει, ο Θεός.

Α Παραλ. 26,6    καὶ τῷ Σαμαίᾳ υἱῷ αὐτοῦ ἐτέχθησαν υἱοὶ τοῦ πρωτοτόκου Ῥωσαὶ εἰς τὸν οἶκον τὸν πατρικὸν αὐτοῦ, ὅτι δυνατοὶ ἦσαν.

Α Παραλ. 26,6        Εις τον Σαμαίαν, τον υιόν του Αβδεδόμ, εγεννήθησαν δια του πρωτοτόκου υιού του του Ρωσαί απόγονοι, οι οποίοι ανεδείχθησαν αρχηγοί στον πατρικόν των οίκον, διότι ήσαν ικανοί και γενναίοι.

Α Παραλ. 26,7    υἱοὶ Σαμαΐ· Ὀθνὶ καὶ Ῥαφαὴλ καὶ Ὠβὴδ καὶ Ἐλζαβὰθ καὶ Ἀχιούδ, υἱοὶ δυνατοί, Ἑλιοῦ καὶ Σαβαχία καὶ Ἰσβακώμ.

Α Παραλ. 26,7         Υιοί αυτού του Σαμαί ήσαν ο Οθνί, ο Ραφαήλ, ο Ωβήδ, ο Ελζαβάθ και ο Αχιούδ, άνδρες ικανοί και γενναίοι, ο Ελιού, ο Σαβοχία και ο Ισβακώμ.

Α Παραλ. 26,8    πάντες ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἀβδεδόμ, αὐτοὶ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν ποιοῦντες δυνατῶς ἐν τῇ ἐργασίᾳ, οἱ πάντες ἑξήκοντα δύο τῷ Ἀβδεδόμ.

Α Παραλ. 26,8        Ολοι αυτοί ήσαν οι υιοί του Αβδεδόμ. Αυτοί, οι υιοί αυτών και οι αδελφοί των, ήσαν άνδρες γενναίοι και ικανοί εις τας διαφόρους αυτών εργασίας. Ολοι όσοι προήλθον από τον Αβδεδόμ ανήρχοντο εις εξήκοντα δύο.

Α Παραλ. 26,9    καὶ τῷ Μοσελλεμίᾳ υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ δεκακαιοκτὼ δυνατοί.

Α Παραλ. 26,9        Ο Μοσελλεμία είχεν υιούς και αδελφούς γενναίους δεκαοκτώ εν όλω.

Α Παραλ. 26,10   καὶ τῷ Ὠσᾷ τῶν υἱῶν Μεραρὶ υἱοὶ φυλάσσοντες τὴν ἀρχήν, ὅτι οὐκ ἦν πρωτότοκος, καὶ ἐποίησεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἄρχοντα τῆς διαιρέσεως τῆς δευτέρας.

Α Παραλ. 26,10       Ο εκ των υιών του Μεραρί Οσά απέκτησεν υιούς, οι οποίοι είχον αναλάβει την αρχηγίαν, αν και ο Οσά δεν ήτο πρωτότοκος. Δια τούτο ο πατήρ του κατέστησεν αυτόν δευτέρας τάξεως αρχηγόν.

Α Παραλ. 26,11   Χελκίας ὁ δεύτερος, Ταβλαὶ ὁ τρίτος, Ζαχαρίας ὁ τέταρτος· πάντες οὗτοι υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ τῷ Ὀσᾷ τρισκαίδεκα.

Α Παραλ. 26,11       Μεταξύ των υιών τούτων δεύτερος ήτο ο Χελκίας, τρίτος ο Ταβλαί, τέταρτος ο Ζαχαρίας. Ολοι αυτοί υιοί και αδελφοί του Οσά ήσαν εν όλω δεκατρείς.

Α Παραλ. 26,12   τούτοις αἱ διαιρέσεις τῶν πυλῶν τοῖς ἄρχουσι τῶν δυνατῶν, ἐφημερίαι καθὼς οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν λειτουργεῖν ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Α Παραλ. 26,12       Αυταί ήσαν αι κατηγορίαι των θυρωρών και των αρχόντων στους δυνατούς, οι οποίοι εκ παραλλήλου με τους αδελφούς των είχον αναλάβει, όπως και οι αδελφοί των οι Λευίται, να προσφέρουν τας υπηρεσίας των στον ναόν του Κυρίου.

Α Παραλ. 26,13   καὶ ἔβαλον κλήρους κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγα κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν εἰς πυλῶνα καὶ πυλῶνα.

Α Παραλ. 26,13       Εβαλαν κλήρους δια κάθε πύλην του ναού εις μικρούς και εις μεγάλους κατά τας οικογενείας αυτών.

Α Παραλ. 26,14   καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος τῶν πρὸς ἀνατολὰς τῷ Σελεμίᾳ καὶ Ζαχαρίᾳ· υἱοὶ Ἰωὰς τῷ Μελχίᾳ ἔβαλον κλήρους, καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος Βοῤῥᾶ·

Α Παραλ. 26,14       Ο κλήρος δια την φύλαξιν της θύρας της προς ανατολάς έπεσεν εις τον Σελεμίαν και Ζαχαρίαν. Οι υιοί του Ιωάς έρριψαν κλήρους δια τον Μελχίαν και εξήλθεν ο κλήρος δια την φύλαξιν της βορείας πύλης.

Α Παραλ. 26,15   τῷ Ἀβδεδὸμ Νότον κατέναντι οἴκου ἐσεφίν.

Α Παραλ. 26,15       Εις τον Αβδεδόμ έπεσεν ο κλήρος να φυλάττη την νοτίαν πύλην, η οποία ευρίσκετο απέναντι του οίκου των συγκεντρώσεων.

Α Παραλ. 26,16   εἰς δεύτερον· τῷ Ὀσᾷ πρὸς δυσμαῖς μετὰ τὴν πύλην παστοφορίου τῆς ἀναβάσεως· φυλακὴ κατέναντι φυλακῆς.

Α Παραλ. 26,16       Εγινε πάλιν κλήρωσις δια τον Οσά και έτυχεν εις αυτόν η δυτική πύλη πλησίον της θύρας του δωματίου επί του ανηφορικού δρόμου. Καθε φρουρά ήτο απέναντι της άλλης φρουράς.

Α Παραλ. 26,17   πρὸς ἀνατολὰς ἕξ τὴν ἡμέραν, βοῤῥᾶ τῆς ἡμέρας τέσσαρες, νότον τῆς ἡμέρας τέσσαρες, καὶ εἰς τὸν ἐσεφὶν δύο·

Α Παραλ. 26,17       Προς ανατολάς ήσαν εξ Λευίται την ημέραν, προς βορράν τέσσαρες την ημέραν, προς νότον τέσσερες εκάστην ημέραν και στον οίκον των συγκεντρώσεων δύο.

Α Παραλ. 26,18   εἰς διαδεχομένους καὶ πρὸς δυσμαῖς τέσσαρες, καὶ εἰς τὴν τρίβον δύο διαδεχομένους.

Α Παραλ. 26,18       Προς τα συνεχόμενα παραρτήματα εις δυσμάς ήσαν τέσσαρες παρά την δημοσίαν οδόν της αναβάσεως και δύο εις την οδόν των συνεχομένων δωματίων.

Α Παραλ. 26,19   αὗται αἱ διαιρέσεις τῶν πυλωρῶν τοῖς υἱοῖς τοῦ Κορέ, καὶ τοῖς υἱοῖς Μεραρί.

Α Παραλ. 26,19       Αυταί ήσαν αι τάξεις των θυρωρών, οι οποίοι θυρωροί ήσαν απόγονοι του Κορέ και του Μεραρί.

Α Παραλ. 26,20   Καὶ οἱ Λευῖται ἀδελφοὶ αὐτῶν ἐπὶ τῶν θησαυρῶν οἴκου Κυρίου καὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν τῶν καθηγιασμένων·

Α Παραλ. 26,20      Οι Λευίται, οι ανήκοντες εις την αυτήν με τους προηγουμένους φυλήν, είχον ως καθήκον την επίβλεψιν και φύλαξιν των θησαυρών του ναού του Κυρίου και των καθηγιασμένων ιερών αντικειμένων.

Α Παραλ. 26,21   υἱοὶ Λαδὰν οὖτοι, υἱοὶ τῷ Γηρσωνὶ τῷ Λαδάν, ἄρχοντες πατριῶν τῷ Λαδὰν τῷ Γηρσωνὶ Ἰεϊήλ.

Α Παραλ. 26,21       Μεταξύ των υιών του Λαδάν, των απογόνων του Γηρσών, οι οποίοι προήλθον από τον Λαδάν, αρχηγόν των πατριαρχικών οικογενειών του Λαδάν του Γηρσωνίτου ήτο ο Ιεϊήλ.

Α Παραλ. 26,22   υἱοὶ Ἰεϊὴλ Ζεθὸμ καὶ Ἰωὴλ οἱ ἀδελφοὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν οἴκου Κυρίου.

Α Παραλ. 26,22      Οι υιοί του Ιεϊήλ, ο Ζεθόμ και Ιωήλ, οι αδελφοί, είχον ως καθήκον την επίβλεψιν και περιφρούρησιν της περιουσίας του ναού του Κυρίου.

Α Παραλ. 26,23   τῷ Ἀμβρὰμ καὶ Ἰσάαρ, Χεβρὼν καὶ Ὀζιήλ·

Α Παραλ. 26,23      Μεταξύ των απογόνων του Αμβράμ και του Ισάαρ και του Χεβρών και του Οζιήλ,

Α Παραλ. 26,24   καὶ Σουβαὴλ ὁ τοῦ Γηρσὰμ τοῦ Μωυσῆ ἡγούμενος ἐπὶ τῶν θησαυρῶν.

Α Παραλ. 26,24      ο Σαβουήλ, ο υιός του Γηρσάμ, υιού του Μωϋσέως, ήτο ο υπεύθυνος δια την φύλαξιν του θησαυροφυλακίου του ναού.

Α Παραλ. 26,25   καὶ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἐλιέζερ Ῥαβίας υἱὸς καὶ Ἰωσίας καὶ Ἰωρὰμ καὶ Ζεχρὶ καὶ Σαλωμώθ.

Α Παραλ. 26,25      Μεταξύ των αδελφών αυτού, που προήλθον από τον Ελιέζερ, του οποίου υιός υπήρξεν ο Ραβίας, υιός του Ραβία υπήρξεν ο Ιωσίας του οποίου υιός υπήρξεν ο Ιωράμ, του οποίου Ιωράμ υιός υπήρξεν ο Ζεχρί και ο Σαλωμώθ.

Α Παραλ. 26,26   αὐτὸς Σαλωμὼθ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντων τῶν θησαυρῶν τῶν ἁγίων, οὓς ἡγίασε Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν πατριῶν, χιλίαρχοι καὶ ἑκατόνταρχοι καὶ ἀρχηγοὶ τῆς δυνάμεως,

Α Παραλ. 26,26      Αυτός ο Σαλωμώθ και οι αδελφοί του είχον αναλάβει ως καθήκον την επίβλεψιν όλων των θησαυρών και των καθηγιασμένων αντικειμένων, που ο βασιλεύς Δαυίδ είχε καθιερώσει στον ναόν, όπως επίσης και εις όσα είχαν αφιερώσει οι άρχοντες των πατριαρχικών οικογενειών, οι χιλίαρχοι, οι εκατόνταρχοι και οι άλλοι αρχηγοί του στρατού.

Α Παραλ. 26,27   ἃ ἔλαβεν ἐκ πόλεων καὶ ἐκ τῶν λαφύρων καὶ ἡγίασεν ἀπ᾿ αὐτῶν τοῦ μὴ καθυστερῆσαι τὴν οἰκοδομὴν τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ,

Α Παραλ. 26,27      Αυτά τα προς τον ναόν αφιερώματά των τα είχαν αυτοί πάρει ως λάφυρα από τας κατακτηθείσας πόλεις. Αφιέρωσαν δε αυτά στον ναόν, δια να μη καθυστερήση η ανοικοδόμησις του οίκου του Θεού.

Α Παραλ. 26,28   καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Σαμουὴλ τοῦ προφήτου καὶ Σαοὺλ τοῦ Κὶς καὶ Ἀβεννὴρ τοῦ Νὴρ καὶ Ἰωὰβ τοῦ Σαρουΐα· πᾶν ὃ ἡγίασαν, διὰ χειρὸς Σαλωμὼθ καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ.

Α Παραλ. 26,28      Μεταξύ δε όλων αυτών των ιερών αφιερωμάτων υπήρχον και τα αφιερώματα του Σαμουήλ, προφήτου του Θεού, του Σαούλ υιού του Κις, του Αβεννήρ υιού του Νηρ, του Ιωάβ υιού της Σαρουΐας. Ολα αυτά, τα οποία είχον αφιερώσει, ευρίσκοντο υπό την εποπτείαν και φύλαξιν του Σαλωμώθ και των αδελφών του.

Α Παραλ. 26,29   Τῷ Ἰσσααρὶ Χωνενία καὶ υἱοὶ τῆς ἐργασίας τῆς ἔξω ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ γραμματεύειν καὶ διακρίνειν.

Α Παραλ. 26,29      Εκ των Ισσααριτών ο Χωνενία και οι υιοί του είχον αναλάβει την εξωτερικήν εργασία επί του ισραηλιτικού λαού και ειδικώτερον ως γραμματείς και ως δικασταί.

Α Παραλ. 26,30   τῷ Χεβρωνὶ Ἀσαβίας καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ υἱοὶ δυνατοί, χίλιοι καὶ ἑπτακόσιοι ἐπὶ τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Ἰσραήλ, πέραν τοῦ Ἰορδάνου πρὸς δυσμαῖς, εἰς πᾶσαν λειτουργίαν Κυρίου καὶ ἐργασίαν τοῦ βασιλέως.

Α Παραλ. 26,30      Μεταξύ των Χεβρωνιτών ο Ασαβίας και οι αδελφοί του, άνδρες ικανοί και γενναίοι, χίλιοι επτακόσιοι τον αριθμόν είχον αναλάβει την εποπτείαν του ισραηλιτικού λαού του ευρισκομένου προς δυσμάς πέραν από τον Ιορδάνην, δι' όλας τας υποθέσστου ναού και δια την υπηρεσίαν του βασιλέως.

Α Παραλ. 26,31   τοῦ Χεβρωνί· Ἰωρίας ὁ ἄρχων τῶν Χεβρωνὶ κατὰ γενέσεις αὐτῶν κατὰ πατριάς· ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐπεσκέπησαν, καὶ εὑρέθη ἀνὴρ δυνατὸς ἐν αὐτοῖς ἐν Ἰαζὴρ τῆς Γαλααδίτιδος,

Α Παραλ. 26,31       Των Χεβρωνιτών αυτών ο Ιωρίας ήτο αρχηγός κατά τας γενεαλογίας των και τας πατριαρχικάς των οικογενείας. Κατά το τεσσαρακοστόν έτος της βασιλείας του Δαυίδ έγινεν επιθεώρησις αυτών και ευρέθη ότι μεταξύ των ανδρών των κατοικούντων εις την πόλιν Ιαζήρ της χώρας Γολαάδ υπήρχον γενναίοι άνδρες.

Α Παραλ. 26,32   καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ υἱοὶ δυνατοί, δισχίλιοι ἑπτακόσιοι οἱ ἄρχοντες τῶν πατριῶν· καὶ κατέστησεν αὐτοὺς Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τοῦ Ῥουβηνὶ καὶ Γαδδὶ καὶ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ εἰς πᾶν πρόσταγμα Κυρίου καὶ λόγον βασιλέως.

Α Παραλ. 26,32      Οι αδελφοί του, δύο χιλιάδες επτακόσιοι, ήσαν γενναίοι και ικανοί άνδρες άρχοντες των πατριαρχικών οικογενειών. Αυτούς εγκατέστησεν ο βασιλεύς Δαυίδ ως αρχηγούς των Ισραηλιτών των φυλών Ρουβήν και Γαδ και της ημισείας φυλής του Μανασσή δι' όλας τας υποθέσστου Κυρίου και του βασιλέως.

 

 

Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ 27

 

Α Παραλ. 27,1    Καὶ υἱοὶ Ἰσραὴλ κατὰ ἀρθιμὸν αὐτῶν, ἄρχοντες τῶν πατριῶν, χιλίαρχοι καὶ ἑκατόνταρχοι καὶ γραμματεῖς οἱ λειτουργοῦντες τῷ βασιλεῖ καὶ εἰς πᾶν λόγον τοῦ βασιλέως κατὰ διαιρέσεις, εἰς πᾶν λόγον τοῦ εἰσπορευομένου καὶ ἐκπορευμένου μῆνα ἐκ μηνός, εἰς πάντας τοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, διαίρεσις μία εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,1         Οι Ισραηλίται κατά τον αριθμόν αυτών, οι αρχηγοί οικογενειών, οι χιλίαρχοι και οι εκατόνταρχοι και οι γραμματείς, οι οποίοι υπηρετούσαν τον βασιλέα, εις κάθε υπόθεσιν κατά τα τμήματα των στρατιωτικών μονάδων, αι οποίαι εισήρχοντο και εξήρχοντο από μηνός εις μήνα καθ' όλους τους μήνας του έτους, ήσαν εικοσιτέσσαρες χιλιάδες δια κάθε στρατιωτικόν σώμα.

Α Παραλ. 27,2    καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου, Ἰσβοὰζ ὁ τοῦ Ζαβδιήλ, ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,2         Αρχηγός της πρώτης στρατιωτικής μονάδος δια τον πρώτον μήνα του έτους ήτο ο Ισβοάζ, υιός του Ζαβδιήλ. Η στρατιωτική αυτή μονάς περιελάμβανεν εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,3    ἀπὸ τῶν υἱῶν Φαρὲς ἄρχων πάντων τῶν ἀρχόντων τῆς δυνάμεως τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου.

Α Παραλ. 27,3         Ο Ισβοάζ, ο οποίος κατήγετο από τους υιούς Φαρές, ήτο αρχηγός όλων των αρχηγών του σώματος του στρατού του πρώτου μηνός.

Α Παραλ. 27,4    καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου Δωδία ὁ ἐκ Χώκ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ καὶ Μακελλὼθ ὁ ἡγούμενος, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες, ἄρχοντες δυνάμεως.

Α Παραλ. 27,4         Της στρατιωτικής μονάδος του δευτέρου μηνός του έτους επικεφαλής ήτο ο Δωδία, ο οποίος κατήγετο από την Χωκ. Μεταξύ δε των άλλων αρχηγών αυτής ήτο και ο Μακελλώθ. Και αυτή η στρατιωτική μονάς περιελάμβανεν εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας και τους αρχηγούς αυτής.

Α Παραλ. 27,5    ὁ τρίτος τὸν μῆνα τὸν τρίτον Βαναίας ὁ τοῦ Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς ὁ ἄρχων, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες·

Α Παραλ. 27,5         Ο αρχηγός του τρίτου σώματος στρατού δια τον τρίτον μήνα του έτους ήτο ο Βαναίας, υιός του αρχιερέως Ιωδαέ. Και αυτή η στρατιωτική μονάς περιελάμβανε εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,6    αὐτὸς Βαναίας ὁ δυνατώτερος τῶν τριάκοντα καὶ ἐπὶ τῶν τριάκοντα, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ Ζαβὰδ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

Α Παραλ. 27,6         Αυτός ο Βαναίας ήτο ο γενναιότερος και ικανώτερος από τους τριάκοντα ήρωας και αρχηγός αυτών των τριάκοντα. Εις την στρατιωτικήν αυτήν μονάδα ένας εκ των άλλων αρχηγών ήτο και ο υιός του, ο Ζαβάδ.

Α Παραλ. 27,7    ὁ τέταρτος εἰς τὸν μῆνα τὸν τέταρτον Ἀσαὴλ ὁ ἀδελφὸς Ἰωὰβ καὶ Ζαβαδίας υἱὸς αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀδελφοί, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,7         Ο τέταρτος αρχηγός κατά τον τέταρτον μήνα του έτους ήτο ο Ασαήλ, ο αδελφός του Ιωάβ. Επειτα δε από αυτόν ο Ζαβαδίας, ο υιός του και οι αδελφοί του. Και το στρατιωτικόν τούτο σώμα απηρτίζετο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,8    ὁ πέμπτος τῷ μηνὶ τῷ πέμπτῳ ὁ ἡγούμενος Σαμαὼθ ὁ Ἰεσραέ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,8         Ο πέμπτος αρχηγός του στρατιωτικού σώματος του πέμπτου μηνός του έτους ήτο ο Σαμαώθ, υιός του Ιεσραέ. Και αυτό το στρατιωτικόν σώμα απηρτίζετο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,9    ὁ ἕκτος τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ Ὀδουΐας ὁ τοῦ Ἐκκῆς ὁ Θεκωΐτης, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,9         Ο έκτος αρχηγός της στρατιωτικής μονάδος του έκτου μηνός του έτους ήτο ο Οδουΐας, υιός του Εκκής, ο οποίος κατήγετο από την Θεκωέ. Και το στρατιωτικόν τούτο τμήμα απετελείτο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας.

Α Παραλ. 27,10   ὁ ἕβδομος τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ Χελλὴς ὁ ἐκ Φαλλοὺς ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,10       Ο έβδομος αρχηγός της στρατιωτικής μονάδος του εβδόμου μηνός του έτους ήτο ο Χελλής, ο καταγόμενος εκ Φαλλούς, απόγονος της φυλής του Εφραίμ. Και της στρατιωτικής αυτής μονάδος υπήρχον εικοσιτέσσαρες χιλιάδες άνδρες.

Α Παραλ. 27,11   ὁ ὄγδοος τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ Σοβοχαΐ ὁ Οὐσαθὶ τῷ Ζαραΐ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,11        Ο σωματάρχης του ογδόου στρατιωτικού σώματος δια τον όγδοον μήνα του έτους ήτο ο Σοβοχαΐ, ο καταγόμενος από την Ουσάθ, από την οικογένειαν του Ζαραΐ. Και αυτό το στρατιωτικόν σώμα απηρτίζετο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,12   ὁ ἔνατος τῷ μηνὶ τῷ ἐνάτῳ Ἀβιέζερ ὁ ἐξ Ἀναθὼθ ὁ ἐκ γῆς Βενιαμίν, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ τέσσαρες καὶ εἴκοσι χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,12       Ο ένατος αρχηγός δια τον ένατον μήνα του έτους ήτο ο Αβιέζερ, ο οποίος κατήγετο από την Αναθώθ πόλιν της χώρας του Βενιαμίν. Και το στρατιωτικόν τούτο σώμα απετελείτο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,13   ὁ δέκατος τῷ μηνὶ τῷ δεκάτῳ Μεηρὰ ὁ ἐκ Νετωφαθὶ τῷ Ζαραΐ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,13       Ο δέκατος αρχηγός δια το στρατιωτικόν σώμα του δεκάτου μηνός του έτους ήτο ο Μεηρά, ο οποίος κατήγετο από την Νετωφάθ εκ της οικογενείας του Ζαραΐ. Και το στρατιωτικόν τούτο σώμα απηρτίζετο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας.

Α Παραλ. 27,14   ὁ ἑνδέκατος τῷ μηνὶ τῷ ἑνδεκάτῳ Βαναίας ὁ ἐκ Φαραθὼν ἐκ τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,14       Ο ενδέκατος αρχηγός της στρατιωτικής μονάδος, δια τον ενδέκατον μήνα του έτους, ήτο ο Βαναίας ο καταγόμενος εκ Φαραθών και ανήκων εις την φυλήν του Εφραίμ. Και το στρατιωτικόν τούτο τμήμα απετελείτο από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,15   ὁ δωδέκατος εἰς τὸν μῆνα τὸν δωδέκατον Χολδία ὁ ἐκ Νετωφαθὶ τῷ Γοθονιήλ, καὶ ἐπὶ τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ εἴκοσι καὶ τέσσαρες χιλιάδες.

Α Παραλ. 27,15       Τέλος ο δωδέκατος αρχηγός του στρατιωτικού τμήματος δια τον δωδέκατον μήνα του έτους ήτο ο Χολδία, ο καταγόμενος από την Νετωφάθ εκ της οικογενείας του Γοθονιήλ. Και η στρατιωτική αυτή μονάς απηρτίζετο επίσης από εικοσιτέσσαρας χιλιάδας άνδρας.

Α Παραλ. 27,16   Καὶ ἐπὶ τῶν φυλῶν Ἰσραήλ· τῷ Ῥουβὴν ἡγούμενος Ἐλιέζερ ὁ τοῦ Ζεχρί, τῷ Συμεὼν Σαφατίας ὁ τοῦ Μααχά,

Α Παραλ. 27,16       Αρχηγοί των ισραηλιτικών φυλών ήσαν οι εξής· Εις την φυλήν του Ρουβήν αρχηγός ήτο ο Ελιέζερ υιός του Ζεχρί, εις την φυλήν του Συμεών αρχηγός ήτο ο Σαφατίας υιός του Μααχά.

Α Παραλ. 27,17   τῷ Λευὶ Ἀσαβίας ὁ τοῦ Καμουήλ, τῷ Ἀαρὼν Σαδώκ,

Α Παραλ. 27,17       Εις την φυλήν του Λευί αρχηγός ήτο ο Αβασίας, ο υιός του Καμουήλ. Εις την πατριαρχικήν οικογένειαν του Ααρών αρχηγός ήτο ο αρχιερεύς Σαδώκ.

Α Παραλ. 27,18   τῷ Ἰούδᾳ Ἐλιὰβ τῶν ἀδελφῶν Δαυίδ, τῷ Ἰσσάχαρ Ἀμβρὶ ὁ τοῦ Μιχαήλ,

Α Παραλ. 27,18       Εις την φυλήν του Ιούδα αρχηγός ήτο ο Ελιάβ, ένας από τους αδελφούς του Δαυίδ. Εις την φυλήν του Ισσάχαρ αρχηγός ήτο ο Αμβρί, υιός του Μιχαήλ.

Α Παραλ. 27,19   τῷ Ζαβουλὼν Σαμαΐας ὁ τοῦ Ἀβδίου, τῷ Νεφθαλὶ Ἰεριμὼθ ὁ τοῦ Ὀζιήλ,

Α Παραλ. 27,19       Εις την φυλήν του Ζσβουλών αρχηγός ήτο ο Σαμαΐας, υιός του Αβδίου. Εις την φυλήν του Νεφθαλί αρχηγός ήτο ο Ιεριμώθ, ο υιός του Οζιήλ.

Α Παραλ. 27,20   τῷ Ἐφραὶμ Ὠσὴ ὁ τοῦ Ὀζίου, τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ Ἰωὴλ υἱὸς Φαδαΐα,

Α Παραλ. 27,20      Εις την φυλήν του Εφραίμ ήτο ο Ωσή, υιός του Οζίου. Εις την ημίσειαν φυλήν του Μανασσή, την εντεύθεν του Ιορδάνου αρχηγός ήτο ο Ιωήλ, υιός του Φαδαΐα.

Α Παραλ. 27,21   τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ τῷ ἐν γῇ Γαλαὰδ Ἰαδαΐ ὁ τοῦ Ζαδαίου, τοῖς υἱοῖς Βενιαμὶν Ἰασιὴλ ὁ τοῦ Ἀβεννήρ,

Α Παραλ. 27,21       Εις δε το έτερον ήμισυ της φυλής του Μανασσή πέραν του Ιορδάνου εις την περιοχήν Γαλαάδ αρχηγός ήτο ο Ιαδα, υιός του Ζαδαίου. Εις την φυλήν του Βενιαμίν αρχηγός ήτο ο Ιασιήλ, υιός του Αβεννήρ.

Α Παραλ. 27,22   τῷ Δὰν Ἀζαριὴλ ὁ τοῦ Ἰρωάβ. οὗτοι πατριάρχαι τῶν φυλῶν Ἰσραήλ.

Α Παραλ. 27,22      Εις την φυλήν του Δαν αρχηγός ήτο ο Αζαριήλ, υιός του Ιρωάβ. Αυτοί ήσαν οι αρχηγοί των φυλών του ισραηλιτικού λαού.

Α Παραλ. 27,23   καὶ οὐκ ἔλαβε Δαυὶδ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ κάτω, ὅτι εἶπε Κύριος πληθῦναι τὸν Ἰσραὴλ ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ.

Α Παραλ. 27,23      Ο Δαυίδ δεν έκαμεν αρίθμησιν των Ισραηλιτών, οι οποίοι ήσαν ηλικίας είκοσιν ετών και κάτω, διότι ο Κυριος του είχεν υποσχεθή ότι θα επλήθυνε πολύ τους Ισραηλίτας και θα έκαμνε αυτούς τόσους, όσα είναι τα άστρα του ουρανού.

Α Παραλ. 27,24   καὶ Ἰωὰβ ὁ τοῦ Σαρουΐα ἤρξατο ἀριθμεῖν ἐν τῷ λαῷ καὶ οὐ συνετέλεσε, καὶ ἐγένετο ἐν τούτοις ὀργὴ ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ οὐ κατεχωρίσθη ὁ ἀριθμὸς ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῦ βασιλέως Δαυίδ.

Α Παραλ. 27,24      Ο Ιωάβ, υιός της Σαρουΐα, αδελφής του Δαυίδ, ήρχισε να κάμνη αρίθμησιν του ισραηλιτικού λαού, άλλα δεν ετελείωσεν αυτήν, διότι εξέσπασεν εναντίον των Ισραηλιτών η οργή του Κυρίου. Δια τούτο και δεν κατεγράφη στο βιβλίον των χρονικών του βασιλέως Δαυίδ το αποτέλεσμα αυτής της αριθμήσεως.

Α Παραλ. 27,25   Καὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν τοῦ βασιλέως Ἀσμὼθ ὁ τοῦ Ὀδιήλ, καὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν τῶν ἐν ἀγρῷ καὶ ἐν ταῖς κώμαις καὶ ἐν τοῖς ἐποικίοις καὶ ἐν τοῖς πύργοις Ἰωνάθαν ὁ τοῦ Ὀζίου.

Α Παραλ. 27,25      Ο Ασμώθ, υιός του Οδιήλ, είχε διορισθή επόπτης και φύλαξ των θησαυρών του βασιλέως Δαυίδ, που υπήρχον εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωνάθαν, ο υιός του Οζίου, είχε διορισθή επόπτης και φύλαξ των θησαυρών του βασιλέως, οι οποίοι ευρίσκοντο στους αγρούς, εις τας κωμοπόλεις, εις τας αγροτικάς κατοικίας και στους πύργους.

Α Παραλ. 27,26   καὶ ἐπὶ τῶν γεωργούντων τὴν γῆν τῶν ἐργαζομένων Ἐσδρὶ ὁ τοῦ Χελούβ,

Α Παραλ. 27,26      Ο Εσδρί, υιός του Χελούβ, ήτο επόπτης των εργατών, οι οποίοι ειργάζοντο και εκαλλιεργούσαν τους βασιλικούς αγρούς.

Α Παραλ. 27,27   καὶ ἐπὶ τῶν χωρίων Σεμεΐ ὁ ἐκ Ῥαήλ, καὶ ἐπὶ τῶν θησαυρῶν τῶν ἐν τοῖς χωρίοις τοῦ οἴνου Ζαβδὶ ὁ τοῦ Σεφνί,

Α Παραλ. 27,27      Ο Σεμεΐ, ο οποίος κατήγετο από την Ραήλ, ήτο επόπτης επί των βασιλικών χωρίων. Ο Ζαβδί, υιός του Σεφνί, ήτο επόπτης στους αμπελώνας, οι οποίοι έδιδαν τον οίνον του βασιλέως.

Α Παραλ. 27,28   καὶ ἐπὶ τῶν ἐλαιώνων καὶ ἐπὶ τῶν συκαμίνων τῶν ἐν τῇ πεδινῇ Βαλλανὰν ὁ Γεδωρίτης, ἐπὶ δὲ τῶν θησαυρῶν τοῦ ἐλαίου Ἰωάς,