ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄ (Μασ. Βασιλέων Α)

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 1

 

Γ Βασ. 1,1          Καὶ ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ πρεσβύτερος προβεβηκὼς ἡμέραις, καὶ περιέβαλλον αὐτὸν ἱματίοις, καὶ οὐκ ἐθερμαίνετο.

Γ Βασ. 1,1                  Ο βασιλεύς Δαυίδ, όταν εγήρασε και είχε προχωρήσει πολύ εις την ηλικίαν, δεν ημπορούσε να θερμανθή, αν και τον περιέβαλλαν με πολλά ενδύματα.

Γ Βασ. 1,2          καὶ εἶπον οἱ παῖδες αὐτοῦ· ζητησάτωσαν τῷ βασιλεῖ παρθένον νεάνιδα, καὶ παραστήσεται τῷ βασιλεῖ καὶ ἔσται αὐτὸν θάλπουσαν καὶ κοιμηθήσεται μετ᾿ αὐτοῦ καὶ θερμανθήσεται ὁ κύριός μου ὁ βασιλεύς.

Γ Βασ. 1,2                 Οι δούλοι είπαν τότε αναμεταξύ των· “ας αναζητηθή και ας ευρεθή δια τον βασιλέα μας μία νεαρά παρθένος, η οποία θα ευρίσκεται πλησίον αυτού, δια να τον εξυπηρετή. Αυτή θα κοιμάται μαζή του και θα θερμαίνη τον κύριόν μας, τον βασιλέα”.

Γ Βασ. 1,3          καὶ ἐζήτησαν νεάνιδα καλὴν ἐκ παντὸς ὁρίου Ἰσραὴλ καὶ εὗρον τὴν Ἀβισὰγ τὴν Σωμανῖτιν καὶ ἤνεγκαν αὐτὴν πρὸς τὸν βασιλέα.

Γ Βασ. 1,3                  Πράγματι ανεζήτησαν νεαράν παρθένον ωραίαν μεταξύ όλων των ορίων του Ισραηλιτικού λαού. Και ευρήκαν την Αβισάγ την Σωμανίτιδα, την οποίαν και έφεραν προς τον βασιλέα.

Γ Βασ. 1,4          καὶ ἡ νεᾶνις καλὴ ἕως σφόδρα· καὶ ἦν θάλπουσα τὸν βασιλέα καὶ ἐλειτούργει αὐτῷ, καὶ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔγνω αὐτήν.

Γ Βασ. 1,4                 Η νεάνις αυτή ήτο πάρα πολύ ωραία. Αυτή λοιπόν εθέρμαινε τον βασιλέα και γενικώς τον εξυπηρετούσε. Ο δε βασιλεύς δεν ήλθε ποτέ εις σαρκικήν σχέσιν με αυτήν.

Γ Βασ. 1,5          Καὶ Ἀδωνίας υἱὸς Ἀγγὶθ ἐπῄρετο λέγων· ἐγὼ βασιλεύσω· καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ ἅρματα καὶ ἱππεῖς καὶ πεντήκοντα ἄνδρας παρατρέχειν ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 1,5                  Ο Αδωνίας, ο υιός της Αγγίθ, υπερηφανεύετο και διαλαλούσε· “εγώ θα γίνω βασιλεύς”. Προς τούτο κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του πολεμικά άρματα και προσέλαβεν ιππείς. Είχε δε ως σωματοφυλακήν του πενήντα άνδρας, οι οποίοι και έτρεχαν τιμητικώς εμπρός από αυτόν.

Γ Βασ. 1,6          καὶ οὐκ ἀπεκώλυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ οὐδέποτε λέγων· διατὶ σὺ ἐποίησας; καί γε αὐτὸς ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα, καὶ αὐτὸν ἔτεκεν ὀπίσω Ἀβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 1,6                 Ο Δαυίδ, ο πατέρας, έβλεπεν όλα αυτά, άλλα ποτέ δεν ημπόδισε τον Αδωνίαν και ποτέ δεν του είπε· “διατί φέρεσαι έτσι;” Ο δε Αδωνίας ήτο ωραιότατος κατά την μορφήν και το παράστημα. Αυτόν είχε γεννήσει η Αγγίθ έπειτα από τον Αβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 1,7          καὶ ἐγένοντο οἱ λόγοι αὐτοῦ μετὰ Ἰωὰβ τοῦ υἱοῦ Σαρουΐας καὶ μετὰ Ἀβιάθαρ τοῦ ἱερέως, καὶ ἐβοήθουν ὀπίσω Ἀδωνίου·

Γ Βασ. 1,7                  Ο Αδωνίας συνενοήθηκε σχετικώς με τον Ιωάβ, τον υιόν της Σαρουΐας, και με τον αρχιερέα τον Αβιάθαρ, οι οποίοι και τον ηκολούθησαν.

Γ Βασ. 1,8          καὶ Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ καὶ Νάθαν ὁ προφήτης καὶ Σεμεΐ καὶ Ῥησὶ καὶ υἱοὶ δυνατοὶ τοῦ Δαυὶδ οὐκ ἦσαν ὀπίσω Ἀδωνίου.

Γ Βασ. 1,8                 Ο αρχιερεύς όμως Σαδώκ, ο Βαναίας υιός του Ιωδαέ, ο προφήτης Ναθαν, ο Σεμεΐ, ο Ρησί και οι άλλοι ισχυροί άνδρες του Δαυίδ δεν ηκολούθουν τον Αδωνίαν. Ο Αδωνίας ήλθεν στον βράχον Ζωελεθί, ο οποίος ήτο πλησίον της πηγής Ρωγήλ,

Γ Βασ. 1,9          καὶ ἐθυσίασεν Ἀδωνίας πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἄρνας παρὰ τὸν λίθον τοῦ Ζωελεθί, ὃς ἦν ἐχόμενα τῆς Ῥωγήλ, καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς ἁδροὺς Ἰούδα παῖδας τοῦ βασιλέως·

Γ Βασ. 1,9                 και εθυσίασε πρόβατα, μόσχους και αμνούς· εκεί προσεκάλεσεν όλους τους αδελφούς του, όλους τους επισήμους από τους Ιουδαίους, αυλικούς του βασιλέως.

Γ Βασ. 1,10        καὶ Νάθαν τὸν προφήτην καὶ Βαναίαν καὶ τοὺς δυνατούς, καὶ τὸν Σαλωμὼν ἀδελφὸν αὐτοῦ οὐκ ἐκάλεσε.

Γ Βασ. 1,10                Δεν προσεκάλεσεν όμως Ναθαν τον προφήτην, τον Βαναίαν, τους εμπειροπολέμους σωματοφύλακας του βασιλέως καίτόν Σολομώντα, τον αδελφόν αυτού.

Γ Βασ. 1,11        Καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς Βηρσαβεὲ μητέρα Σαλωμὼν λέγων· οὐκ ἤκουσας ὅτι ἐβασίλευσεν Ἀδωνίας υἱὸς Ἀγγίθ; καὶ ὁ κύριος ἡμῶν Δαυὶδ οὐκ ἔγνω.

Γ Βασ. 1,11                Ο Ναθαν ο προφήτης είπε τότε προς την Βηρσαβεέ, την μητέρα του Σολομώντος· “δεν ήκούσες, ότι ο Αδωνίας, ο υιός της Αγγίθ, ανεκήρυξε τον εαυτόν του βασιλέα, ενώ ο κύριος ημών, ο βασιλεύς Δαυίδ, δεν έχει ουδεμίαν γνώσιν του γεγονότος αυτού;

Γ Βασ. 1,12        καὶ νῦν δεῦρο συμβουλεύσω σοι δὴ συμβουλίαν, καὶ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν σου καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ υἱοῦ σου Σαλωμών.

Γ Βασ. 1,12                Και τώρα άκουσε μίαν συμβουλήν, που θα σου δώσω, δια να ημπορέσης να σώσης την ζωήν σου και την ζωήν του παιδιού σου, του Σολομώντος.

Γ Βασ. 1,13        δεῦρο εἴσελθε πρὸς τὸν βασιλέα Δαυὶδ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτὸν λέγουσα· οὐχὶ σύ, κύριέ μου βασιλεῦ, ὤμοσας τῇ δούλῃ σου λέγων ὅτι ὁ υἱός σου Σαλωμὼν βασιλεύσει μετ᾿ ἐμὲ καὶ αὐτὸς καθιεῖται ἐπὶ τοῦ θρόνου μου; καὶ τί ὅτι ἐβασίλευσεν Ἀδωνίας;

Γ Βασ. 1,13                Πηγαινε αμέσως προς τον βασιλέα Δαυίδ και είπε προς αυτόν τα εξής· Κυριέ μου, βασιλεύ, συ δεν ωρκίσθης εις εμέ την δούλην σου λέγων ότι το παιδί σου, ο Σολομών, θα βασιλεύση ύστερα από εμέ και αυτός θα καθήση επί του θρόνου μου; Διατί λοιπόν τώρα εβασίλευσεν ο Αδωνίας;

Γ Βασ. 1,14        καὶ ἰδοὺ ἔτι λαλούσης σου ἐκεῖ μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ ἐγὼ εἰσελεύσομαι ὀπίσω σου καὶ πληρώσω τοὺς λόγους σου.

Γ Βασ. 1,14                Την ώραν δέ, κατά την οποίαν συ θα ομιλής εκεί με τον βασιλέα, θα έλθω και εγώ έπειτα από σε και θα επιβεβαιώσω τα λόγια σου”.

Γ Βασ. 1,15        καὶ εἰσῆλθε Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν βασιλέα εἰς τὸ ταμιεῖον, καὶ ὁ βασιλεὺς πρεσβύτης σφόδρα, καὶ Ἀβισὰγ ἡ Σωμανῖτις ἦν λειτουργοῦσα τῷ βασιλεῖ.

Γ Βασ. 1,15                Η Βηρσαβεέ εισήλθεν στο δωμάτιον, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς, ο οποίος ήτα πολύ προχωρημένος πλέον εις την ηλικίαν και δια τούτο εξυπηρετείτο από την Αβισάγ την Σωμανίτιδα.

Γ Βασ. 1,16        καὶ ἔκυψε Βηρσαβεὲ καὶ προσεκύνησε τῷ βασιλεῖ· καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· τί ἔστι σοι;

Γ Βασ. 1,16                Η Βηρσαβεέ έσκυψε και προσεκύνησε τον βασιλέα. Εκείνος δε την ηρώτησε· “τι σου συμβαίνει;”

Γ Βασ. 1,17        ἡ δὲ εἶπε· κύριέ μου βασιλεῦ, σὺ ὤμοσας ἐν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου τῇ δούλῃ σου λέγων· ὅτι ὁ υἱός σου Σαλωμὼν βασιλεύσει μετ᾿ ἐμὲ καὶ αὐτὸς καθήσεται ἐπὶ τοῦ θρόνου μου.

Γ Βασ. 1,17                Η Βηρσαβεέ απήντησε· “κύριέ μου βασιλεύ, συ ωρκίσθης στο όνομα Κυρίου του Θεού σου και υπεσχέθης εις εμέ την δούλην σου ειπών· Το παιδί σου, ο Σολομών, θα βασιλεύση έπειτα από εμέ. Αυτός θα καθήση στον θρόνον μου.

Γ Βασ. 1,18        καὶ νῦν ἰδοὺ Ἀδωνίας ἐβασίλευσε, καὶ σύ, κύριέ μου βασιλεῦ, οὐκ ἔγνως·

Γ Βασ. 1,18                Και ιδού τώρα ο Αδωνίας ανεκηρύχθη βασιλεύς, χωρίς συ, κύριέ μου και βασιλεύ, να πληροφορηθής το γεγονός.

Γ Βασ. 1,19        καὶ ἐθυσίασε μόσχους καὶ ἄρνας καὶ πρόβατα εἰς πλῆθος καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ βασιλέως καὶ Ἀβιάθαρ τὸν ἱερέα καὶ Ἰωὰβ τὸν ἄρχοντα τῆς δυνάμεως, καὶ τὸν Σαλωμὼν τὸν δοῦλόν σου οὐκ ἐκάλεσε.

Γ Βασ. 1,19                Εκείνος εθυσίασε μοσχάρια, αρνιά και πολυάριθμα πρόβατα και προσεκάλεσεν εκεί όλους τους υιούς του βασιλέως, όπως επίσης τον αρχιερέα Αβιάθαρ, τον αρχιστράτηγον Ιωάβ· τον Σολομώντα όμως, τον υιόν σου, δεν τον εκάλεσε.

Γ Βασ. 1,20        καὶ σύ, κύριέ μου βασιλεῦ, οἱ ὀφθαλμοὶ παντὸς Ἰσραὴλ πρός σε. ἀπάγγειλαι αὐτοῖς τίς καθήσεται ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως μετ᾿ αὐτόν.

Γ Βασ. 1,20               Προς σε δέ, κύριέ μου βασιλεύ, είναι εστραμμένοι οι οφθαλμοί όλου του Ισραηλιτικού λαού, δια να αναγγείλης εις αυτούς ποίος πράγματι θα καθήση στον θρόνον σου έπειτα από σέ.

Γ Βασ. 1,21        καὶ ἔσται ὡς ἂν κοιμηθῇ ὁ κύριός μου ὁ βασιλεὺς μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔσομαι ἐγὼ καὶ Σαλωμὼν ὁ υἱὸς μου ἁμαρτωλοί.

Γ Βασ. 1,21                Εάν δε ο κύριός μου και ο βασιλεύς κοιμηθή και προστεθή στους προπάτορας αυτού, θελήση δε ο υιός μου ο Σολομών να διεκδικήση τον θρόνον, τότε αυτός και εγώ θα θεωρηθώμεν ως ένοχοι”.

Γ Βασ. 1,22        καὶ ἰδοὺ ἔτι αὐτῆς λαλούσης μετὰ τοῦ βασιλέως καὶ Νάθαν ὁ προφήτης ἦλθε.

Γ Βασ. 1,22               Και ιδού, ενώ ακόμη αυτή ωμιλούσε με τον βασιλέα, έφθασεν ο προφήτης Ναθαν.

Γ Βασ. 1,23        καὶ ἀνηγγέλη τῷ βασιλεῖ· ἰδοὺ Νάθαν ὁ προφήτης· καὶ εἰσῆλθε κατὰ πρόσωπον τοῦ βασιλέως καὶ προσεκύνησε τῷ βασιλεῖ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν.

Γ Βασ. 1,23               Ανήγγειλαν στον βασιλέα· “ιδού, ο Ναθαν ο προφήτης ήλθε”. Εξήλθεν η Βηρσαβεέ και ο Ναθαν εισήλθε και παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως, προσεκύνησεν αυτόν, κύψας το πρόσωπόν του μέχρις εδάφους.

Γ Βασ. 1,24        καὶ εἶπε Νάθαν· κύριέ μου βασιλεῦ, σὺ εἶπας Ἀδωνίας βασιλεύσει ὀπίσω μου καὶ αὐτὸς καθήσεται ἐπὶ τοῦ θρόνου μου;

Γ Βασ. 1,24               Ο Ναθαν ηρώτησε· “Κυριέ μου βασιλεύ, συ απεφάσισες και ανήγγειλες, ότι ο Αδωνίας θα βασιλεύση έπειτα από σε και θα καθήση στον θρόνον σου;

Γ Βασ. 1,25        ὅτι κατέβη σήμερον καὶ ἐθυσίασε μόσχους καὶ ἄρνας καὶ πρόβατα εἰς πλῆθος καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς δυνάμεως καὶ Ἀβιάθαρ τὸν ἱερέα, καὶ ἰδοὺ εἰσὶν ἐσθίοντες καὶ πίνοντες ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεὺς Ἀδωνίας.

Γ Βασ. 1,25               Διότι αυτός σήμερον κατέβηκε και εθυσίασε μοσχάρια, αρνιά και πρόβατα πολυάριθμα, προσεκάλεσεν εκεί όλους τους υιούς του βασιλέως, τους αρχηγούς του στρατού και τον αρχιερέα Αβιάθαρ. Και ιδού εκείνοι τρώγουν και πίνουν μαζή του και ανακράζουν· Ζητω ο βασιλεύς Αδωνίας.

Γ Βασ. 1,26        καὶ ἐμὲ αὐτὸν τὸν δοῦλόν σου καὶ Σαδὼκ τὸν ἱερέα καὶ Βαναίαν υἱὸν Ἰωδαὲ καὶ Σαλωμὼν τὸν δοῦλόν σου οὐκ ἐκάλεσεν.

Γ Βασ. 1,26               Εμέ δε τον δούλον σου και τον Σαδώκ τον αρχιερέα, τον Βαναίαν τον υιόν του Ιωδαέ και τον Σολομώντα τον υιόν σου δεν εκάλεσεν.

Γ Βασ. 1,27        εἰ διὰ τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως γέγονε τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ οὐκ ἐγνώρισας τῷ δούλῳ σου τίς καθήσεται ἐπὶ τὸν θρόνον τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως μετ᾿ αὐτόν;

Γ Βασ. 1,27               Εάν το πράγμα αυτό έγινε κατόπιν εντολής του κυρίου μου του βασιλέως, πως δεν μου το κατέστησες γνωστόν, ώστε να γνωρίζω και εγώ ο δούλός σου, ποίος θα καθίση στον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως έπειτα από αυτόν;”

Γ Βασ. 1,28        καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ καὶ εἶπε· καλέσατέ μοι τὴν Βηρσαβεέ· καὶ εἰσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ.

Γ Βασ. 1,28               Απεκρίθη ο Δαυίδ και είπε· “φωνάξατε να έλθη η Βηρσαβεέ”. Η Βηρσαβεέ εισήλθε και εστάθη ενώπιον του βασιλέως.

Γ Βασ. 1,29        καὶ ὤμοσεν ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε· ζῇ Κύριος, ὃς ἐλυτρώσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ πάσης θλίψεως,

Γ Βασ. 1,29               Ο βασιλεύς ενώπιον αυτής και του Ναθαν ωρκίσθη και είπεν· “ορκίζομαι στον ζώντα Κυριον και Θεόν, ο οποίος μέχρι σήμερον εγλύτωσε την ζωήν μου από πολλούς και διαφόρους κινδύνους,

Γ Βασ. 1,30        ὅτι καθὼς ὤμοσά σοι ἐν Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ λέγων ὅτι Σαλωμὼν ὁ υἱός σου βασιλεύσει μετ᾿ ἐμὲ καὶ αὐτὸς καθήσεται ἐπὶ τοῦ θρόνου μου ἀντ᾿ ἐμοῦ, ὅτι οὕτω ποιήσω τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.

Γ Βασ. 1,30               ότι, όπως υπεσχέθην εις σε ορκισθείς στο όνομα του Θεού του Ισραήλ λέγων, ότι ο Σολομών, ο υιός σου, θα βασιλεύση έπειτα από εμέ και αυτός θα καθήση στον θρόνον μου ως διάδοχός μου, έτσι σου λέγω και τώρα, ότι τούτο θα κάμω κατά την ημέραν αυτήν”.

Γ Βασ. 1,31        καὶ ἔκυψε Βηρσαβεὲ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ προσεκύνησε τῷ βασιλεῖ καὶ εἶπε· ζήτω ὁ κύριός μου ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ εἰς τὸν αἰῶνα.

Γ Βασ. 1,31                Η Βηρσαβεέ έσκυψε το πρόσωπόν της μέχρις εδάφους, προσεκύνησε τον βασιλέα και είπε· “είθε να ζη ο κύριός μου και βασιλεύς Δαυίδ αιωνίως”.

Γ Βασ. 1,32        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Δαυίδ· καλέσατέ μοι Σαδὼκ τὸν ἱερέα καὶ Νάθαν τὸν προφήτην καὶ Βαναίαν υἱὸν Ἰωδαέ· καὶ εἰσῆλθον ἐνώπιον τοῦ βασιλέως,

Γ Βασ. 1,32               Ο βασιλεύς Δαυίδ είπε· “καλέσατε να παρουσιασθούν ενώπιόν μου ο αρχιερεύς Σαδώκ, ο προφήτης Ναθαν, ο Βαναίας ο υιός του Ιωδαέ”. Αυτοί δε και παρουσιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως.

Γ Βασ. 1,33        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς αὐτοῖς· λάβετε τοὺς δούλους τοῦ κυρίου ὑμῶν μεθ᾿ ὑμῶν καὶ ἐπιβιβάσατε τὸν υἱόν μου Σαλωμὼν ἐπὶ τὴν ἡμίονον τὴν ἐμὴν καὶ καταγάγετε αὐτὸν εἰς τὴν Γιών,

Γ Βασ. 1,33               Ο βασιλεύς είπε προς αυτούς· “πάρετε μαζή σας την σωματοφυλακήν εμού του κυρίου σας και αναβιβάσατε εις την ιδικήν μου ημίονον τον υιόν μου τον Σολομώντα και οδηγήσατε αυτόν εις την Γιών.

Γ Βασ. 1,34        καὶ χρισάτω αὐτὸν ἐκεῖ Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς καὶ Νάθαν ὁ προφήτης εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ σαλπίσατε κερατίνῃ καὶ ἐρεῖτε· ζήτω ὁ βασιλεὺς Σαλωμών.

Γ Βασ. 1,34               Εκεί ο αρχιερεύς Σαδώκ ενώπιον και του προφήτου Ναθαν ας χρίση αυτόν ως βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού. Κατόπιν με την κερατίνην σάλπιγγα σαλπίσατε και διαλαλήσατε· Ζητω ο βασιλεύς Σολομών.

Γ Βασ. 1,35        καὶ καθήσεται ἐπὶ τοῦ θρόνου μου καὶ βασιλεύσει ἀντ᾿ ἐμοῦ, καὶ ἐγὼ ἐνετειλάμην τοῦ εἶναι εἰς ἡγούμενον ἐπὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδαν.

Γ Βασ. 1,35               Αυτός θα καθήση επί του θρόνου μου και θα βασιλεύση αντί εμού. Εγώ έδωσα την εντολήν να είναι αυτός άρχων εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και εις την φυλήν του Ιούδα”.

Γ Βασ. 1,36        καὶ ἀπεκρίθη Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ τῷ βασιλεῖ καὶ εἶπε· γένοιτο οὕτως· πιστώσαι Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 1,36               Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, απεκρίθη και είπε στον βασιλέα· “ας γίνη, όπως διέταξεν ο βασιλεύς. Κυριος ο Θεός του κυρίου μου του βασιλέως ας επαληθεύση και ας πραγματοποίηση τους λόγους σου.

Γ Βασ. 1,37        καθὼς ἦν Κύριος μετὰ τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως, οὕτως εἴη μετὰ Σαλωμὼν καὶ μεγαλύναι τὸν θρόνον αὐτοῦ ὑπὲρ τὸν θρόνον τοῦ κυρίου μου τοῦ βασιλέως Δαυίδ.

Γ Βασ. 1,37               Είθε δέ, όπως Κυριος ο Θεός ήτο μαζή με τον κύριόν μου τον βασιλέα, κατά παρόμοιον τρόπον να είναι μαζή με τον Σολομώντα, και να δοξάση την βασιλείαν του περισσότερον από την βασιλείαν του κυρίου μου του βασιλέως Δαυίδ”.

Γ Βασ. 1,38        καὶ κατέβη Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς καὶ Νάθαν ὁ προφήτης καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ καὶ ὁ Χερεθὶ καὶ ὁ Φελεθὶ καὶ ἐπεκάθισαν τὸν Σαλωμὼν ἐπὶ τὴν ἡμίονον τοῦ βασιλέως Δαυὶδ καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὴν Γιών.

Γ Βασ. 1,38               Πράγματι ο αρχιερεύς Σαδώκ, ο προφήτης Ναθαν και ο Βαναίας ο υιός του Ιωδαέ, όπως επίσης και η βασιλική φρουρά, που απετελείτο από τα Χερεθί και Φελεθί, ήλθον. Αυτοί εβοήθησαν και εκάθησεν εις την ημίονον του βασιλέως Δαυίδ ο Σολομών και ωδήγησαν αυτόν εις την Γιών.

Γ Βασ. 1,39        καὶ ἔλαβε Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς τὸ κέρας τοῦ ἐλαίου ἐκ τῆς σκηνῆς καὶ ἔχρισε τὸν Σαλωμὼν καὶ ἐσάλπισε τῇ κερατίνῃ, καὶ εἶπε πᾶς ὁ λαός· ζήτω ὁ βασιλεὺς Σαλωμών.

Γ Βασ. 1,39               Ο αρχιερεύς Σαδώκ επήρε την κερατίνην φιάλην, η οποία περιείχεν ιερόν έλαιον από την Σκηνήν του Μαρτυρίου και έχρισε τον Σολομώντα. Κατόπιν εσάλπισε με την κερατίνην σάλπιγγα και όλος ο παριστάμενος λαός εφώναζε· Ζητω ο βασιλεύς ο Σολομών.

Γ Βασ. 1,40        καὶ ἀνέβη πᾶς ὁ λαὸς ὀπίσω αὐτοῦ καὶ ἐχόρευον ἐν χοροῖς καὶ εὐφραινόμενοι εὐφροσύνην μεγάλην, καὶ ἐῤῥάγη ἡ γῆ ἐν τῇ φωνῇ αὐτῶν.

Γ Βασ. 1,40               Ολος ο Ισραηλιτικός λαός ανεγνώρισε και ηκολούθησε τον Σολομώντα ως βασιλέα. Οι Ισραηλίται εχόρευσαν τότε πολλούς χορούς και διεσκέδασαν με χαράν μεγάλην ζητωκραυγάζοντες, ώστε σαν να εσείετο και να εσχίζετο η γη από τας φωνάς αυτών.

Γ Βασ. 1,41        Καὶ ἤκουσεν Ἀδωνίας καὶ πάντες οἱ κλητοὶ αὐτοῦ, καὶ αὐτοὶ συνετέλεσαν φαγεῖν· καὶ ἤκουσεν Ἰωὰβ τὴν φωνὴν τῆς κερατίνης καὶ εἶπε· τίς ἡ φωνὴ τῆς πόλεως ἠχούσης;

Γ Βασ. 1,41                Ο Αδωνίας και όλοι οι επίσημοι άνδρες, που ήσαν μαζή του, ήκουσαν αυτόν τον θόρυβον, όταν πλέον είχε τελειώσει το συμπόσιόν των. Ο δε Ιωάβ, όταν ήκουσε τον ήχον της σάλπιγγος, ηρώτησε· “τι σημαίνουν αι κραυγαί αυταί, από τας οποίας αντηχεί ολόκληρος η πόλις;”

Γ Βασ. 1,42        ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος καὶ ἰδοὺ Ἰωνάθαν υἱὸς Ἀβιάθαρ τοῦ ἱερέως εἰσῆλθε, καὶ εἶπεν Ἀδωνίας· εἴσελθε, ὅτι ἀνὴρ δυνάμεως εἶ σύ, καὶ ἀγαθὰ εὐαγγέλισαι.

Γ Βασ. 1,42               Ενώ δε έλεγεν αυτά, ιδού ο Ιωνάθαν, ο υιός του αρχιερέως Αβιάθαρ, προσήλθεν εις την συγκέντρωσιν αυτήν και ο Αδωνίας του είπεν· “έλα, διότι είσαι γενναίος άνθρωπος και ασφαλώς αγγελιαφόρος καλών ειδήσεων”.

Γ Βασ. 1,43        καὶ ἀπεκρίθη Ἰωνάθαν καὶ εἶπε· καὶ μάλα ὁ κύριος ἡμῶν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ ἐβασίλευσε τὸν Σαλωμών·

Γ Βασ. 1,43               Ο Ιωνάθαν απήντησε και είπε· “βεβαιότατα ο κύριος μας, ο βασιλεύς Δαυίδ, ανεκήρυξε τον Σολομώντα ως βασιλέα.

Γ Βασ. 1,44        καὶ ἀπέστειλε μετ᾿ αὐτοῦ ὁ βασιλεὺς τὸν Σαδὼκ τὸν ἱερέα καὶ Νάθαν τὸν προφήτην καὶ Βαναίαν τὸν υἱὸν Ἰωδαὲ καὶ τὸν Χερεθὶ καὶ τὸν Φελεθὶ καὶ ἐπεκάθισαν αὐτὸν ἐπὶ τὴν ἡμίονον τοῦ βασιλέως·

Γ Βασ. 1,44               Ο βασιλεύς έστειλε μαζή με τον Σολομώντα τον αρχιερέα Σαδώκ, τον προφήτην Ναθαν, τον Βαναίαν τον υιόν του Ιωδαέ, την βασιλικήν φρουράν των Χερεθί και Φελεθί, οι οποίοι εβοήθησαν τιμητικώς να ανεβή ο Σολομών εις την βασιλικήν ημίονον.

Γ Βασ. 1,45        καὶ ἔχρισαν αὐτὸν Σαδὼκ ὁ ἱερεὺς καὶ Νάθαν ὁ προφήτης ἐν τῇ Γιών, καὶ ἀνέβησαν ἐκεῖθεν εὐφραινόμενοι καὶ ἤχησεν ἡ πόλις· αὕτη ἡ φωνὴ ἣν ἠκούσατε.

Γ Βασ. 1,45               Ο αρχιερεύς Σαδώκ ενώπιον και του προφήτου Ναθαν έχρισε τον Σολομώντα βασιλέα εις την Γιών. Από εκεί επέστρεψαν ευφραινόμενοι εις την Ιερουσαλήμ και όλη η πόλις αντήχησεν από τας ζητωκραυγάς. Αυταί είναι αι φωναί τας οποίας ηκούσατε”.

Γ Βασ. 1,46        καὶ ἐκάθισε Σαλωμὼν ἐπὶ θρόνον βασιλείας,

Γ Βασ. 1,46               Ετσι ο Σολομών εκάθησεν στον βασιλικόν θρόνον.

Γ Βασ. 1,47        καὶ εἰσῆλθον οἱ δοῦλοι τοῦ βασιλέως εὐλογῆσαι τὸν κύριον ἡμῶν τὸν βασιλέα Δαυὶδ λέγοντες· ἀγαθύναι ὁ Θεὸς τὸ ὄνομα Σαλωμὼν ὑπὲρ τὸ ὄνομά σου καὶ μεγαλύναι τὸν θρόνον αὐτοῦ ὑπὲρ τὸν θρόνον σου· καὶ προσεκύνησεν ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τὴν κοίτην,

Γ Βασ. 1,47               Ολοι δε οι αυλικοί και το περιβάλλον του βασιλέως Δαυίδ εισήλθεν εις την αίθουσαν αυτού, δια να τον τιμήσουν και τον δοξάσουν λέγοντες· “είθε ο Θεός να δοξάση το όνομα του Σολομώντος περισσότερον από το ιδικόν σου όνομα και να αναδείξη την βασιλείαν του ανωτέραν από την βασιλείαν την ιδικήν σου”. Ο δε βασιλεύς ηυχαριστήθη και προσεκύνησε από την κλίνην του τον Θεόν.

Γ Βασ. 1,48        καί γε οὕτως εἶπεν ὁ βασιλεύς· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ὃς ἔδωκε σήμερον ἐκ τοῦ σπέρματός μου καθήμενον ἐπὶ τοῦ θρόνου μου, καὶ οἱ ὀφθαλμοί μου βλέπουσι.

Γ Βασ. 1,48               Ο βασιλεύς ηυχήθη κατά τον ίδιον τρόπον και είπε· “δοξασμένος ας είναι Κυριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος σήμερον έδωκεν από τους υιούς μου βασιλέα να καθήση στον θρόνον μου και τον οποίον βασιλέα βλέπω εγώ με τα ίδια μου τα μάτια”.

Γ Βασ. 1,49        Καὶ ἐξέστησαν πάντες οἱ κλητοὶ τοῦ Ἀδωνίου καὶ ἦλθον ἀνὴρ εἰς τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 1,49               Κατόπιν αυτών όλοι οι επίσημοι προσκεκλημένοι του Αδωνίου εταράχθησαν και διεσκορπίσθησαν και ο καθένας επήρε τον δρόμον δια το σπίτι του.

Γ Βασ. 1,50        καὶ Ἀδωνίας ἐφοβήθη ἀπὸ προσώπου Σαλωμὼν καὶ ἀνέστη καὶ ἀπῆλθε καὶ ἐπελάβετο τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 1,50               Ο ίδιος ο Αδωνίας εφοβήθη τον Σολομώντα, εσηκώθη και ήλθεν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και έπιασε τα κέρατα του θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 1,51        καὶ ἀνηγγέλη τῷ Σαλωμὼν λέγοντες· ἰδοὺ Ἀδωνίας ἐφοβήθη τὸν βασιλέα Σαλωμὼν καὶ κατέχει τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου λέγων· ὀμοσάτω μοι σήμερον Σαλωμών, εἰ οὐ θανατώσει τὸν δοῦλον αὐτοῦ ἐν ῥομφαίᾳ.

Γ Βασ. 1,51                Αυτό ανέφεραν μερικοί στον Σολομώντα και του είπαν· “ιδού, ο Αδωνίας εφοβήθη τον βασιλέα Σολομώντα και κρατεί με τα χέρια του τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων λέγων· Ας μου ορκισθή σήμερον ο Σολομών, ότι δεν θα θανατώση δια ρομφαίας εμέ, τον δούλον του”.

Γ Βασ. 1,52        καὶ εἶπε Σαλωμών· ἐὰν γένηται εἰς υἱὸν δυνάμεων, εἰ πεσεῖται τῶν τριχῶν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν· καὶ ἐὰν κακία εὑρεθῇ ἐν αὐτῷ, θανατωθήσεται.

Γ Βασ. 1,52               Ο Σολομών είπεν· “εάν στο μέλλον αναδειχθή καλός και τίμιος άνθρωπος, ούτε τρίχα δεν θα πέση από το κεφάλι του. Εάν όμως συλληφθή εις νέον ολίσθημα, θα καταδικασθή εις θάνατον”.

Γ Βασ. 1,53        καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν καὶ κατήνεγκαν αὐτὸν ἀπάνωθεν τοῦ θυσιαστηρίου· καὶ εἰσῆλθε καὶ προσεκύνησε τῷ βασιλεῖ Σαλωμών, καὶ εἶπεν αὐτῷ Σαλωμών· δεῦρο εἰς τὸν οἶκόν σου.

Γ Βασ. 1,53               Ο βασιλεύς Σολομών έστειλεν ανθρώπους, οι οποίοι κατέβασαν τον Αδωνίαν από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων. Εκείνος παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως Σολομώντος και τον προσεκύνησεν. Ο δε Σολομών του είπε· “πήγαινε στο σπίτι σου”.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 2

 

Γ Βασ. 2,1          Καὶ ἤγγισαν αἱ ἡμέραι Δαυὶδ ἀποθανεῖν αὐτόν, καὶ ἀπεκρίνατο Σαλωμὼν υἱῷ αὐτοῦ λέγων·

Γ Βασ. 2,1                 Επλησίασαν πλέον αι ημέραι, κατά τας οποίας ο Δαυίδ θα απέθνησκεν. Εκάλεσε τον Σολομώντα και κατά τρόπον επίσημον του είπε·

Γ Βασ. 2,2          ἐγώ εἰμι πορεύομαι ἐν ὁδῷ πάσης τῆς γῆς· καὶ ἰσχύσεις καὶ ἔσῃ εἰς ἄνδρα.

Γ Βασ. 2,2                 “εγώ ο Δαυίδ βαδίζω τώρα τον δρόμον προς τον θάνατον, τον οποίον βαδίζουν και όλοι οι άνθρωποι της γης. Συ δε πρέπει να αναδειχθής ισχυρός και ανδρείος.

Γ Βασ. 2,3          καὶ φυλάξεις φυλακὴν Κυρίου Θεοῦ σου τοῦ πορεύεσθαι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ, φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ κρίματα τὰ γεγραμμένα ἐν τῶ νόμῳ Μωυσέως· ἵνα συνήσῃς ἃ ποιήσεις κατὰ πάντα, ὅσα ἂν ἐντείλωμαί σοι,

Γ Βασ. 2,3                 Προς τούτο θα προσπαθήσης και θα καταβάλης κάθε φροντίδα να φυλάξης όλα, όσα διέταξε Κυριος ο Θεός σου, να πορεύεσαι στους δρόμους, τους οποίους αυτός σου εχάραξε. Αυτό δε θα το επιτύχης, αν τηρής τας εντολάς του, τα δικαιώματά του και τα κρίματά του, τα οποία είναι γραμμένα στον Νομον του Μωϋσέως. Ετσι όταν ζης και πορεύεσαι, θα ενοήσης όλα όσα εγώ σε διατάσσω να κάμης.

Γ Βασ. 2,4          ἵνα στήσῃ Κύριος τὸν λόγον αὐτοῦ, ὃν ἐλάλησε λέγων· ἐὰν φυλάξωσιν οἱ υἱοί σου τὴν ὁδὸν αὐτῶν πορεύεσθαι ἐνώπιόν μου ἐν ἀληθείᾳ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτῶν λέγων· οὐκ ἐξολοθρευθήσεταί σοι ἀνὴρ ἐπάνωθεν θρόνου Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 2,4                 Ετσι και ο Κυριος θα εκπληρώση την υπόσχεσίν του, την οποίαν έδωσε λέγων· Εάν τα παιδιά σου προσέξουν την πορείαν της ζωής των και βαδίζουν με όλην αυτών την καρδίαν κατά αλήθειαν ενώπιόν μου, τότε δεν θα εξολοθρευθή διάδοχός σου από τον βασιλικόν θρόνον επί του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 2,5          καί γε σὺ ἔγνως ὅσα ἐποίησέ μοι Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐας, ὅσα ἐποίησε τοῖς δυσὶν ἄρχουσι τῶν δυνάμεων Ἰσραήλ, τῷ Ἀβεννὴρ υἱῷ Νὴρ καὶ τῷ Ἀμεσσαΐ υἱῷ Ἰεθέρ, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτοὺς καὶ ἔταξε τὰ αἵματα πολέμου ἐν εἰρήνῃ καὶ ἔδωκεν αἷμα ἀθῷον ἐν τῇ ζώνῃ αὐτοῦ τῇ ἐν τῇ ὀσφύϊ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ ὑποδήματι αὐτοῦ τῷ ἐν τῶ ποδὶ αὐτοῦ·

Γ Βασ. 2,5                 Γνωρίζεις δε και συ προσωπικώς, όσα κακά έκαμε εναντίον μου ο Ιωάβ, ο υιός της Σαρουΐας. Οσα έκαμε εναντίον των δύο στρατηγών του Ισραηλιτικού λαού, του Αβεννήρ, υιού του Νηρ, και του Αμεσσαΐ υιού του Ιεθέρ. Εφόνευσεν αυτούς κατά τρόπον δολοφονικόν, έχυσεν ανδρεία αίματα εις καιρόν ειρήνης και έτσι το αθώον αίμα των θυμάτων του έτρεξεν εις την ζώνην του, εις την ζώνην της οσφύος του και εις τα υποδήματά του, που εφορούσεν εις τα πόδια του.

Γ Βασ. 2,6          καὶ ποιήσεις κατὰ τὴν σοφίαν σου καὶ οὐ κατάξεις τὴν πολιὰν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ εἰς ᾅδου·

Γ Βασ. 2,6                 Θα πράξης και θα φερθής απέναντι του σύμφωνα με την σύνεσίν σου και σοφίαν σου και δεν θα αποθάνη αυτός, ο ασπρομάλλης γέρων, με φυσικόν θάνατον.

Γ Βασ. 2,7          καὶ τοῖς υἱοῖς Βερζελλὶ τοῦ Γαλααδίτου ποιήσεις ἔλεος, καὶ ἔσονται ἐν τοῖς ἐσθίουσι τὴν τράπεζάν σου, ὅτι οὕτως ἤγγισάν μοι ἐν τῷ με ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ ἀδελφοῦ σου.

Γ Βασ. 2,7                 Εις τους υιούς όμως του Βερζελλί, ο οποίος κατάγεται από την Γαλαάδ, θα συμπεριφερθής με πολλήν καλωσύνην, διότι έτσι συμπεριεφέρθησαν και αυτοί απέναντί μου, όταν εδραπέτευσα από την πατρίδα μας φεύγων την καταδίωξιν του αδελφού σου, του Αβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 2,8          καὶ ἰδοὺ μετὰ σοῦ Σεμεΐ υἱὸς Γηρὰ υἱὸς τοῦ Ἰεμενὶ ἐκ Βαουρίμ, καὶ αὐτὸς κατηράσατό με κατάραν ὀδυνηρὰν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπορευόμην εἰς Παρεμβολάς, καὶ αὐτὸς κατέβη εἰς ἀπαντήν μου εἰς τὸν Ἰορδάνην, καὶ ὤμοσα αὐτῷ ἐν Κυρίῳ λέγων· εἰ θανατώσω σε ἐν ῥομφαίᾳ·

Γ Βασ. 2,8                 Ιδού, μαζή σου ευρίσκεται ο Σεμεΐ, ο υιός του Γηρά, ο Βενιαμίτης από την πόλιν Βαουρίμ. Αυτός αδίκως με κατηράσθη με φρικτήν κατάραν κατά την ημέραν, κατά την οποίαν έφευγα εις τας Παρεμβολάς. Αυτός όμως ο ίδιος κατά την επιστροφήν μου κατέβη εις προϋπάντησίν μου στον Ιορδάνην ποταμόν. Εγώ δε ωρκίσθηκα εις αυτόν ενώπιον του Κυρίου και είπα· Δια την ένοχον προτέραν διαγωγήν δεν θα διατάξω εγώ να σε εκτελέσουν με ρομφαίαν.

Γ Βασ. 2,9          καὶ οὐ μὴ ἀθῳώσῃς αὐτόν, ὅτι ἀνὴρ σοφὸς εἶ σὺ καὶ γνώσῃ ἃ ποιήσεις αὐτῷ, καὶ κατάξεις τὴν πολιὰν αὐτοῦ ἐν αἵματι εἰς ᾅδου.

Γ Βασ. 2,9                 Συ όμως δεν θα τον αφήσης ατιμώρητον. Είσαι σοφός και γνωρίζεις, τι θα πράξης προς αυτόν, ώστε με βίαιον θάνατον να στείλης τον ασπρομάλλην αυτόν στον τάφον”

Γ Βασ. 2,10        καὶ ἐκοιμήθη Δαυὶδ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ.

Γ Βασ. 2,10               Ο Δαυίδ εκοιμήθη και προσετέθη στους προπάτορας αυτού. Ετάφη δε εις την πόλιν Δαυίδ.

Γ Βασ. 2,11        καὶ αἱ ἡμέραι, ἃς ἐβασίλευσε Δαυὶδ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τεσσαράκοντα ἔτη· ἐν Χεβρὼν ἐβασίλευσεν ἑπτὰ ἔτη καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ τριακοντατρία ἔτη.

Γ Βασ. 2,11                Τα έτη, κατά τα οποία εβασίλευσεν ο Δαυίδ επί του ισραηλιτικού λαού, ήσαν τεσσαράκοντα. Επτά έτη εβασίλευσεν εις την Χεβρών και τριάκοντα τρία έτη εις την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 2,12        Καὶ Σαλωμὼν ἐκάθισεν ἐπὶ θρόνου Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ υἱὸς ἐτῶν δώδεκα καὶ ἡτοιμάσθη ἡ βασιλεία αὐτοῦ σφόδρα.

Γ Βασ. 2,12               Ο Σολομών εκάθισεν στον θρόνον του πατρός του Δαυίδ εις ηλικίαν δώδεκα ετών, η δε βασιλεία του ετακτοποιήθη και εστερεώθη πολύ.

Γ Βασ. 2,13        καὶ εἰσῆλθεν Ἀδωνίας υἱὸς Ἀγγὶθ πρὸς Βηρσαβεὲ μητέρα Σαλωμὼν καὶ προσεκύνησεν αὐτῇ. ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη ἡ εἴσοδός σου; καὶ εἶπεν· εἰρήνη·

Γ Βασ. 2,13               Ο Αδωνίας, ο υιός της Αγγίθ, παρουσιάσθη προς την Βηρσαβεέ την μητέρα του Σολομώντος και την προσεκύνησεν. Εκείνη τον ηρώτησεν· “έρχεσαι δι' ειρηνικόν σκοπόν;” Εκείνος απήντησεν· “ο σκοπός μου είναι, ειρηνικός.

Γ Βασ. 2,14        λόγος μοι πρός σε· καὶ εἶπεν αὐτῷ· λάλησον.

Γ Βασ. 2,14               Εχω να ανακοινώσω κάτι προς σέ”. Εκείνη δε του είπε· “ομίλησε”.

Γ Βασ. 2,15        καὶ εἶπεν αὐτῇ· σὺ οἶδας, ὅτι ἐμοὶ ἦν βασιλεία καὶ ἐπ᾿ ἐμὲ ἔθετο πᾶς Ἰσραὴλ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς βασιλέα, καὶ ἐστράφη ἡ βασιλεία καὶ ἐγένετο τῷ ἀδελφῷ μου, ὅτι παρὰ Κυρίου ἐγενήθη αὐτῷ·

Γ Βασ. 2,15               Ο Αδωνίας ειπέ προς αυτήν· “συ γνωρίζεις ότι εις εμέ, ως προς πρεσβύτερον υιόν του Δαυίδ, ανήκεν η βασιλεία και προς εμέ εστράφησαν οι Ισραηλίται, οι οποίοι και με ανεκηρυξαν βασιλέα των. Ομως η βασιλεία αυτή περιήλθεν στον αδελφόν μου, διότι ο Κυριος ηθέλησε να περιέλθη εις αυτόν.

Γ Βασ. 2,16        καὶ νῦν αἴτησιν μίαν ἐγὼ αἰτοῦμαι παρὰ σοῦ, μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου. καὶ εἶπεν αὐτῷ Βηρσαβεέ· λάλει.

Γ Βασ. 2,16               Τωρα υποβάλλω προς σε μίαν αίτησιν, μίαν παράκλησιν. Μη αρνηθής να την ακούσης”. Η Βηρσαβεέ του είπε· “ομίλησε”.

Γ Βασ. 2,17        καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰπὸν δὴ πρὸς Σαλωμὼν τὸν βασιλέα, ὅτι οὐκ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπὸ σοῦ, καὶ δώσει μοι τὴν Ἀβισὰγ τὴν Σωμανῖτιν εἰς γυναῖκα.

Γ Βασ. 2,17               Εκείνος πονηρά σκεπτόμενος της είπε· “ειπέ, σε παρακαλώ, στον βασιλέα Σολομώντα συ, διότι θα σε ακούση εκείνος με ευμένειαν και προσοχήν, να μου δώση ως σύζυγον την Αβισάγ την Σωμανίτιδα”.

Γ Βασ. 2,18        καὶ εἶπε Βηρσαβεέ· καλῶς· ἐγὼ λαλήσω περὶ σοῦ τῷ βασιλεῖ.

Γ Βασ. 2,18               Η Βηρσαβεέ απονήρευτος απήντησε· “πολύ καλά. Εγώ θα ομιλήσω στον Σολομώντα δια σέ”.

Γ Βασ. 2,19        καὶ εἰσῆλθε Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν βασιλέα Σαλωμὼν λαλῆσαι αὐτῷ περὶ Ἀδωνίου. καὶ ἐξανέστη ὁ βασιλεὺς εἰς ἀπαντὴν αὐτῇ καὶ κατεφίλησεν αὐτὴν καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ ἐτέθη θρόνος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 2,19               Η Βηρσαβεέ παρουσιάσθη πράγματι προς τον βασιλέα Σολομώντα, δια να ομιλήση προς αυτόν περί του Αδωνίου. Ο βασιλεύς ηγέρθη, δια να έλθη εις προϋπάντησίν της. Την ήσπάσθη με στοργήν και κατόπιν εκάθησεν στον θρόνον του. Επί δε τη ευκαιρία ετέθη δεξιά άλλος θρόνος δια την μητέρα του βασιλέως, η οποία έτσι και εκάθισεν εκ δεξιών αυτού.

Γ Βασ. 2,20        καὶ εἶπεν αὐτῷ· αἴτησιν μίαν μικρὰν ἐγὼ αἰτοῦμαι παρὰ σοῦ, μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου. καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ βασιλεύς· αἴτησαι, μῆτερ ἐμή, καὶ οὐκ ἀποστρέψω σε.

Γ Βασ. 2,20              Η Βηρσαβεέ είπεν εις αυτόν· “ζητώ εγώ από σε μίαν μικράν χάριν. Μη αρνηθής να μου την εκπληρώσης”. Ο βασιλεύς της είπε· “μητέρα μου, ζήτησέ μου ο,τι θέλεις και εγώ δεν θα σου το αρνηθώ”.

Γ Βασ. 2,21        καὶ εἶπε· δοθήτω δὴ Ἀβισὰγ ἡ Σωμανῖτις τῷ Ἀδωνίᾳ τῷ ἀδελφῷ σου εἰς γυναῖκα.

Γ Βασ. 2,21               Η Βηρσαβεέ είπε· “σε παρακαλώ να δοθή η Αβισάγ η Σωμανίτις ως σύζυγος στον αδελφόν σου τον Αδωνίαν”.

Γ Βασ. 2,22        καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν καὶ εἶπε τῇ μητρὶ αὐτοῦ· καὶ ἱνατί σὺ ᾔτησαι τὴν Ἀβισὰγ τῷ Ἀδωνίᾳ; καὶ αἴτησαι αὐτῷ τὴν βασιλείαν, ὅτι οὗτος ἀδελφός μου ὁ μέγας ὑπὲρ ἐμέ, καὶ αὐτῷ Ἀβιάθαρ ὁ ἱερεὺς καὶ αὐτῷ Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐας ἀρχιστράτηγος ἑταῖρος.

Γ Βασ. 2,22              Ο βασιλεύς Σολομών, ο οποίος κατενόησε την πονηρίαν του Αδωνίου, απήντησε και είπεν εις την μητέρα του· “διατί συ εζήτησες την Αβισάγ σύζυγον δια τον Αδωνίαν; Είναι σαν να εζήτησες δι' αυτόν την βασιλείαν, αφού θέλεις να του δοθή ως σύζυγος εκείνη, η οποία εχρημάτισε λευκή σύζυγος του βασιλέως Δαυίδ. Γνωρίζεις δε ότι αυτός από απόψεως ηλικίας είναι μεγαλύτερος από εμέ και προς αυτόν έχει προσκολληθή ο Αβιάθαρ ο αρχιερεύς, ο δε αρχιστράτηγος Ιωάβ, ο υιός της Σαρουΐας, είναι φίλος και σύμβουλός του”.

Γ Βασ. 2,23        καὶ ὤμοσεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν κατὰ τοῦ Κυρίου λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, ὅτι κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐλάλησεν Ἀδωνίας τὸν λόγον τοῦτον·

Γ Βασ. 2,23              Τοτε ο βασιλεύς Σολομών ωρκίσθη στον Θεόν και είπεν· “ας με τιμωρήση ο Θεός με οιανδήποτε τιμωρίαν θέλει, αν δεν τιμωρήσω τον Αδωνίαν, διότι κατά τρόπον πονηρόν ωμίλησεν εναντίον αυτής ταύτης της ζωής του με το να υποβάλη την δολίαν αυτήν αίτησιν.

Γ Βασ. 2,24        καὶ νῦν ζῇ Κύριος, ὃς ἡτοίμασέ με καὶ ἔθετό με ἐπὶ τὸν θρόνον Δαυὶδ τοῦ πατρός μου, καὶ αὐτὸς ἐποίησέ μοι οἶκον, καθὼς ἐλάλησε Κύριος, ὅτι σήμερον θανατωθήσεται Ἀδωνίας.

Γ Βασ. 2,24              Και λοιπόν, ορκίζομαι στον ζώντα Κυριον, ο οποίος με προητοίμασε και με έβαλεν στον θρόνον του Δαυίδ του πατρός μου, που μου έδωσε τον βασιλικόν αυτόν οίκον, όπως ο Κυριος μίλησε, ορκίζομαι ότι σήμερον θα θανατωθή ο Αδωνίας”.

Γ Βασ. 2,25        καὶ ἐξαπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἐν χειρὶ Βαναίου υἱοῦ Ἰωδαὲ καὶ ἀνεῖλεν αὐτόν, καὶ ἀπέθανεν Ἀδωνίας ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.

Γ Βασ. 2,25              Ο βασιλεύς Σολομών έστειλε τον Βαναίαν, υιόν του Ιωδαέ, δια να εκτελέση τον Αδωνίαν. Πράγματι κατά την ημέραν εκείνην εθανατώθη ο Αδωνίας.

Γ Βασ. 2,26        Καὶ τῷ Ἀβιάθαρ τῷ ἱερεῖ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἀπότρεχε σὺ εἰς Ἀναθὼθ εἰς ἀγρόν σου, ὅτι ἀνὴρ θανάτου εἶ σὺ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ, καὶ οὐ θανατώσω σε, ὅτι ᾖρας τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου ἐνώπιον τοῦ πατρός μου, καὶ ὅτι ἐκακουχήθης ἐν πᾶσιν, οἷς ἐκακουχήθη ὁ πατήρ μου.

Γ Βασ. 2,26              Ο βασιλεύς Σολομών είπε προς τον αρχιερέα Αβιάθαρ· “συ πήγαινε εις την Αναθώθ και μένε εκεί στον αγρόν σου, διότι είσαι άξιος θανάτου κατά την ημέραν αυτήν. Ομως δεν θα σε φονεύσω, διότι μετέφερες την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, καθ' ον χρόνον εζούσεν ακόμη ο πατήρ μου, και διότι υπέστης και συ όλας τας ταλαιπωρίας, τας οποίας υπέστη και ο πατήρ μου”.

Γ Βασ. 2,27        καὶ ἐξέβαλε Σαλωμὼν τὸν Ἀβιάθαρ τοῦ μὴ εἶναι ἱερέα τοῦ Κυρίου, πληρωθῆναι τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐπὶ τὸν οἶκον Ἡλὶ ἐν Σηλώμ.

Γ Βασ. 2,27              Ο Σολομών εξεδίωξε τον Αβιάθαρ, ώστε να μη είναι πλέον αυτός αρχιερεύς του Κυρίου, και έτσι εξεπληρώθη ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον είπε δια την οικογένειαν του Ηλί εις Σηλώμ.

Γ Βασ. 2,28        καὶ ἡ ἀκοὴ ἦλθεν ἕως Ἰωὰβ υἱοῦ Σαρουΐας (ὅτι Ἰωὰβ ἦν κεκλικὼς ὀπίσω Ἀδωνίου, καὶ ὀπίσω Σαλωμὼν οὐκ ἔκλινε), καὶ ἔφυγεν Ἰωὰβ εἰς τὸ σκήνωμα τοῦ Κυρίου καὶ κατέσχε τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 2,28              Ο Ιωάβ, ο υιός της Σαρουΐας, ο οποίος ήτο με το μέρος του Αδωνίου και όχι με το μέρος του Σολομώντος, επληροφορήθη την εκδίωξιν και τον περιορισμόν του Αβιάθαρ και εφοβήθη. Κατέφυγε, λοιπόν, εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου και εκρατήθη από τας εξοχάς του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων.

Γ Βασ. 2,29        καὶ ἀπηγγέλη τῷ Σαλωμὼν λέγοντες ὅτι πέφυγεν Ἰωὰβ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Κυρίου καὶ ἰδοὺ κατέχει τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου. καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν ὁ βασιλεὺς πρὸς Ἰωὰβ λέγων· τί γέγονέ σοι, ὅτι πέφυγας εἰς τὸ θυσιαστήριον; καὶ εἶπεν Ἰωάβ· ὅτι ἐφοβήθην ἀπὸ προσώπου σου, καὶ ἔφυγον πρὸς Κύριον. καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν τὸν Βαναίου υἱὸν Ἰωδαὲ λέγων· πορεύου καὶ ἄνελε αὐτὸν καὶ θάψον αὐτόν.

Γ Βασ. 2,29              Ανήγγειλαν στον Σολομώντα το γεγονός και είπαν, ότι ο Ιωάβ έχει καταφύγει εις την Σκηνήν του Κυρίου και ιδού κρατεί εκεί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. Ο βασιλεύς Σολομών έστειλεν άνθρωπον προς τον Ιωάβ και του είπε· “τι σου συνέβη; Διατί κατέφυγες στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων;” Ο Ιωάβ απήντησεν· “εφοβήθην από σε και κατέφυγον προς τον Κυριον”. Ο Σολομών έστειλε τότε τον Βαναίαν, τον υιόν του Ιωδαέ, και του είπε· “πήγαινε και θανάτωσε τον Ιωάβ και θάψε τον”.

Γ Βασ. 2,30        καὶ ἦλθε Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ πρὸς Ἰωὰβ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Κυρίου καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει ὁ βασιλεύς· ἔξελθε. καὶ εἶπεν Ἰωάβ· οὐκ ἐκπορεύομαι, ὅτι ὧδε ἀποθανοῦμαι. καὶ ἐπέστρεψε Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ καὶ εἶπε τῷ βασιλεῖ λέγων· τάδε λελάληκεν Ἰωὰβ καὶ τάδε ἀποκέκριταί μοι.

Γ Βασ. 2,30              Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, μετέβη προς τον Ιωάβ εις την Σκηνήν του Κυρίου και του είπε· “αυτά λέγει ο βασιλεύς· Εβγα από αυτού”. Ο Ιωάβ απήντησε· “δεν θα εξέλθω διότι προτιμώ να αποθάνω εδώ”. Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, επέστρεψεν στον βασιλέα και του είπεν· “αυτά μου είπεν ο Ιωάβ. Αυτήν την απάντησιν μου έδωκεν εις την διαταγήν σου”.

Γ Βασ. 2,31        καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· πορεύου καὶ ποίησον αὐτῷ καθὼς εἴρηκε, καὶ ἄνελε αὐτὸν καὶ θάψεις αὐτὸν καὶ ἐξαρεῖς σήμερον τὸ αἷμα, ὃ δωρεὰν ἐξέχεεν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου·

Γ Βασ. 2,31               Ο βασιλεύς είπεν εις αυτόν· “πήγαινε και κάμε του, όπως σου είπε· θανάτωσέ τον και θάψε τον. Ετσι δε θα αποπλύνης σήμερα από εμέ και από τον οίκον του πατρός μου το αθώον αίμα το οποίον αναιτίως έχυσεν εκείνος.

Γ Βασ. 2,32        καὶ ἐπέστεψε Κύριος τὸ αἷμα τῆς ἀδικίας αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς ἀπήντησε τοῖς δυσὶν ἀνθρώποις τοῖς δικαίοις καὶ ἀγαθοῖς ὑπὲρ αὐτὸν καὶ ἀπέκτεινεν αὐτοὺς ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὁ πατήρ μου Δαυὶδ οὐκ ἔγνω τὸ αἷμα αὐτῶν, τὸν Ἀβεννὴρ υἱὸν Νὴρ ἀρχιστράτηγον Ἰσραὴλ καὶ τὸν Ἀμεσσὰ υἱὸν Ἰεθὲρ ἀρχιστράτηγον Ἰούδα·

Γ Βασ. 2,32              Ετσι ο Κυριος έρριψεν επάνω στο κεφάλι αυτού το αδικοχυμένον από αυτόν αίμα δύο ανθρώπων, οι οποίοι ήσαν αγαθώτεροι και δικαιότεροι από αυτόν και τους οποίους εκείνος εφόνευσε με την ρομφαίαν του. Ο πατήρ μου Δαυίδ δεν είχε γνώσιν εκ των προτέρων ούτε ενέκρινεν εκ των υστέρων τους φόνους εκείνους. Οι δε φονευθέντες υπό του Ιωάβ ήσαν ο Αβεννήρ ο υιός του Νηρ αρχιστράτηγος του Ισραηλιτικού λαού και ο Αμεσσά ο υιός του Ιεθέρ, αρχιστράτηγος της φυλής Ιούδα.

Γ Βασ. 2,33        καὶ ἐπεστράφη τὰ αἵματα αὐτῶν εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ εἰς κεφαλὴν τοῦ σπέρματος αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τῷ Δαυὶδ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ τῷ θρόνῳ αὐτοῦ γένοιτο εἰρήνη ἕως αἰῶνος παρὰ Κυρίου.

Γ Βασ. 2,33               Ετσι δε έπεσαν τα αθώα αίματα εκείνων εις την κεφαλήν αυτού και εις τας κεφαλάς των απογόνων του στον αιώνα. Εις τον Δαυίδ όμως και στους απογόνους του, μάλιστα στον οίκον του και στον θρόνον του, είθε να βασιλεύη αιωνίως η ειρήνη παρά του Θευ”.

Γ Βασ. 2,34        καὶ ἀνέβη Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ καὶ ἀπήντησε αὐτῷ καὶ ἐθανάτωσεν αὐτὸν καὶ ἔθαψεν αὐτὸν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ.

Γ Βασ. 2,34              Ο Βαναίας ο υιός του Ιωδαέ μετέδη πράγματι στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, ευρήκεν εκεί τον 'Ιωαβ, τον εθανάτωσε και τον έθαψεν στο υπόγειον του οίκου του, που ευρίσκεται εις την έρημον.

Γ Βασ. 2,35        καὶ ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τὸν Βαναίου υἱὸν Ἰωδαὲ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν στρατηγίαν· καὶ ἡ βασιλεία κατωρθοῦτο ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ Σαδὼκ τὸν ἱερέα ἔδωκεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς εἰς ἱερέα πρῶτον ἀντὶ Ἀβιάθαρ.

Γ Βασ. 2,35               Ο βασιλεύς εγκατέστησε τότε τον Βαναίαν, τον υιόν του Ιωδαέ, αντί του Ιωάβ, ως αρχιστράτηγον. Η δε βασιλεία του Σολομώντος εστερεούτο και ενισχύετο εις την Ιερουσαλήμ. Τον Σαδώκ τον αρχιερέα εγκατέστησεν ο βασιλεύς ως αρχιερέα, αντί του Αβιάθαρ.

Γ Βασ. 2,35α      Καὶ ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σαλωμὼν καὶ σοφίαν πολλὴν σφόδρα καὶ πλάτος καρδίας, ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὴν θάλασσαν.

Γ Βασ. 2,35α             Ο Κυριος έδωκεν στον Σολομώντα σύνεσιν και σοφίαν πάρα πολύ μεγάλην και ευρύτητα διανοίας, όπως η άμμος η παρά το χείλος της θαλάσσης.

Γ Βασ. 2,35β      καὶ ἐπληθύνθη ἡ φρόνησις Σαλωμὼν σφόδρα ὑπὲρ τὴν φρόνησιν πάντων υἱῶν ἀρχαίων καὶ ὑπὲρ πάντας φρονίμους Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 2,35β            Η σοφία του Σολομώντος ηυξήθη και επληθύνθη πάρα πολύ, περισσότερον από την σύνεσιν και την σοφίαν όλων των αρχαίων σοφών και όλων των σοφών της Αιγύπτου.

Γ Βασ. 2,35γ      καὶ ἔλαβε τὴν θυγατέρα Φαραὼ καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς πόλιν Δαυὶδ ἕως συντελέσαι αὐτὸν οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ τὸν οἶκον Κυρίου ἐν πρώτοις καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κυκλόθεν· ἐν ἑπτὰ ἔτεσιν ἐποίησε καὶ συνετέλεσε.

Γ Βασ. 2,35γ            Ο Σολομών επήρε ως σύζυγον την θυγατέρα του Φαραώ, την οποίαν και εγκατέστησεν εις την πόλιν του Δαυίδ στο όρος Σιών, μέχρις ότου αποτελειώση την ανοικοδόμησιν του βασιλικού ανακτόρου. Πρώτον έκτισε τον ναόν του Κυρίου και κατόπιν συνέχισε το κτίσιμον του τείχους της Ιερουσαλήμ. Αυτά ήρχισε και ετελείωσεν εις διάστημα επτά ετών.

Γ Βασ. 2,35δ      καὶ ἦν τῷ Σαλωμὼν ἑβδομήκοντα χιλιάδας αἴροντες ἄρσιν καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδας λατόμων ἐν τῷ ὄρει.

Γ Βασ. 2,35δ            Εις την υπηρεσίαν του Σολομώντος δια τα έργα αυτά ήσαν εβδομήκοντα χιλιάδες αχθοφόροι και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμοι στο όρος.

Γ Βασ. 2,35ε      καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ὑποστηρίγματα καὶ τοὺς λουτῆρας τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς στύλους καὶ τὴν κρήνην τῆς αὐλῆς καὶ τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν.

Γ Βασ. 2,35ε             Ο Σολομών κατεσκεύασε τότε και τα ιερά σκεύη, δηλαδή την θάλασσαν, τα υποστηρίγματα, τους μεγάλους λουτήρας, τους στύλους, την κρήνην της αυλής, την θάλασσαν την χαλκήν.

Γ Βασ. 2,35ζ       καὶ ᾠκοδόμησε τὴν ἄκραν καὶ τὰς ἐπάλξεις αὐτῆς καὶ διέκοψε τὴν πόλιν Δαυίδ· οὕτως θυγάτηρ Φαραὼ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς πόλεως Δαυὶδ εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς, ὃν ᾠκοδόμησεν αὐτῇ· τότε ᾠκοδόμησε τὴν ἄκραν.

Γ Βασ. 2,35ζ             Ανοικοδόμησεν επίσης την ακρόπολιν και τας επάλξεις της και διέκοψεν έτσι την επικοινωνίαν της πόλεως Δαυίδ με την έξω περιοχήν. Ετσι δε η θυγάτηρ του Φαραώ ανέβαινεν από την πόλιν Δαυίδ στον οίκον της, τον οποίον δι' αυτήν είχε κτίσει ο Σολομών. Τοτε ανοικοδόμησε και την ακρόπολιν.

Γ Βασ. 2,35·η     καὶ Σαλωμὼν ἀνέφερε τρεῖς ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ὁλοκαυτώσεις καὶ εἰρηνικὰς ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ᾠκοδόμησε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐθυμία ἐνώπιον Κυρίου, καὶ συνετέλεσε τὸν οἶκον.

Γ Βασ. 2,35η            Ο Σολομών προσέφερε κάθε έτος τρεις θυσίας ολοκαυτωμάτων και ειρηνικών θυσιών στο θυσιαστήριον, το οποίον ανοικοδόμησε προς τιμήν του Κυρίου. Προσέφερεν ακόμη και θυμίαμα προς τον Κυριον. Ετσι απετελείωσε τον ναόν προς δόξαν και τιμήν του Κυρίου.

Γ Βασ. 2,35θ      καὶ οὗτοι οἱ ἄρχοντες οἱ καθεσταμένοι ἐπὶ τὰ ἔργα τοῦ Σαλωμών· τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι ἐπιστάται τοῦ λαοῦ τῶν ποιούντων τὰ ἔργα.

Γ Βασ. 2,35θ            Οι άνθρωποι, οι οποίοι είχον διορισθή ως επόπται εις τα έργα του Σολομώντος, ήσαν τρεις χιλιάδες εξακόσιοι επιστάται επί των ανθρώπων, οι οποίοι ειργάζοντο εις αυτά τα έργα.

Γ Βασ. 2,35ι       καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Ἀσσοὺρ καὶ τὴν Μαγδὼ καὶ τὴν Γαζὲρ καὶ τὴν Βαιθωρὼν τὴν ἐπάνω καὶ τὰ Βααλάθ·

Γ Βασ. 2,35ι             Ο Σολομών ανοικοδόμησε την Ασσούρ, την Μαγδώ, την Γαζέρ, την επάνω Βαιθωρών και τα Βααλάθ.

Γ Βασ. 2,35κ      πλὴν μετὰ τὸ οἰκοδομῆσαι αὐτὸν τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κύκλῳ, μετὰ ταῦτα ᾠκοδόμησε τὰς πόλεις ταύτας.

Γ Βασ. 2,35κ            Τας πόλεις όμως αυτάς οικοδόμησε, αφού πρώτον ανοικοδόμησε τον οίκον του Κυρίου και το τείχος το περί την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 2,35λ      καὶ ἐν τῷ ἔτι Δαυὶδ ζῆν ἐνετείλατο τῷ Σαλωμὼν λέγων· ἰδοὺ μετὰ σοῦ Σεμεΐ υἱὸς Γηρὰ υἱὸς τοῦ σπέρματος τοῦ Ἰεμενὶ ἐκ Χεβρών·

Γ Βασ. 2,35λ             Οταν ακόμη εζούσεν ο Δαυίδ, είχε δώσει εντολήν στον Σολομώντα λέγων· “ιδού, μαζή σου ευρίσκεται ο Σεμεΐ, ο υιός του Γηρά, από την φυλήν Βενιαμίν εκ της πόλεως Χεβρών.

Γ Βασ. 2,35μ      οὗτος κατηράσατό με κατάραν ὀδυνηρὰν ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἐπορευόμην εἰς Παρεμβολάς,

Γ Βασ. 2,35μ            Αυτός εξέφερε φοβεράς κατάρας εναντίον μου κατά την ημέραν, κατά την οποίαν έφευγα εις τας Παρεμβολάς.

Γ Βασ. 2,35ν      καὶ αὐτὸς κατέβαινεν εἰς ἀπαντὴν μοι ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην καὶ ὤμοσα αὐτῷ κατὰ τοῦ Κυρίου λέγων· εἰ θανατωθήσεται ἐν ῥομφαίᾳ·

Γ Βασ. 2,35ν            Κατά την επιστροφήν μου όμως ήλθεν εις προϋπάντησίν μου και με συνήντησεν στον Ιορδάνην. Εκεί εγώ του ωρκίσθην ενώπιον του Κυρίου, ότι δεν θα εκτελεσθή δια ρομφαίας.

Γ Βασ. 2,35ξ       καὶ νῦν μὴ ἀθωώσῃς αὐτόν, ὅτι ἀνὴρ φρόνιμος σὺ καὶ γνώσῃ ἃ ποιήσεις αὐτῷ, καὶ κατάξεις τὴν πολιὰν αὐτοῦ ἐν αἵματι εἰς ᾅδου.

Γ Βασ. 2,35ξ             Συ όμως να μη τον απαλλάξης από την ενοχήν του. Είσαι σοφός και συνετός και γνωρίζεις, τι πρέπει να πράξης εις αυτόν, ώστε να κρημνίσης τα γηρατεία του στον άδην εκτελών αυτόν δια το αμάρτημά του”.

Γ Βασ. 2,36        Καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς τὸν Σεμεΐ καὶ εἶπεν αὐτῷ· οἰκοδόμησον σεαυτῷ οἶκον ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κάθου ἐκεῖ καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐκεῖθεν οὐδαμοῦ·

Γ Βασ. 2,36              Ο βασιλεύς Σολομών εκάλεσε τον Σεμεΐ και του είπε· “κτίσε δια τον εαυτόν σου οίκον εντός της Ιερουσαλήμ. Να εγκατασταθής εις την οικίαν αυτήν και δεν θα εξέλθης από εκεί προς οιονδήποτε μέρος.

Γ Βασ. 2,37        καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐξόδου σου καὶ διαβήσῃ τὸν χειμάῤῥουν Κέδρων, γινώσκων γνώσῃ ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ, τὸ αἷμά σου ἔσται ἐπὶ τὴν κεφαλήν σου. καὶ ὥρκισεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.

Γ Βασ. 2,37               Διότι κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα εξέλθης από την Ιερουσαλήμ και θα περάσης τον χείμαρρον των Κέδρων, μάθε καλά, ότι θα καταδικασθής εις θάνατον. Και συ θα είσαι υπεύθυνος δια την τιμωρίαν σου αυτήν”. Τον ώρκισε δε ο βασιλεύς κατά την ημέραν εκείνην, να σεβασθή την εντολήν του.

Γ Βασ. 2,38        καὶ εἶπε Σεμεΐ πρὸς τὸν βασιλέα· ἀγαθὸν τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησας, κύριέ μου βασιλεῦ· οὕτω ποιήσει ὁ δοῦλός σου. καὶ ἐκάθισε Σεμεΐ ἐν Ἱερουσαλὴμ τρία ἔτη.

Γ Βασ. 2,38              Ο Σεμεΐ απήντησε προς τον βασιλέα· “είναι πράγματι καλός ο λόγος αυτός, τον οποίον μου είπες, κύριέ μου βασιλεύ. Οπως διέταξες, έτσι θα κάμη ο δούλος σου”. Και ο Σεμεΐ έμεινε πράγματι εις την Ιερουσαλήμ τρία έτη, χωρίς να εξέλθη από αυτήν.

Γ Βασ. 2,39        καὶ ἐγενήθη μετὰ τὰ τρία ἔτη καὶ ἀπέδρασαν δύο δοῦλοι τοῦ Σεμεΐ πρὸς Ἀγχοὺς υἱὸν Μααχὰ βασιλέα Γέθ, καὶ ἀπηγγέλη τῷ Σεμεΐ λέγοντες· ἰδοὺ οἱ δοῦλοί σου ἐν Γέθ.

Γ Βασ. 2,39              Επειτα όμως από τα τρία αυτά έτη δύο δούλοι του Σεμεί εδραπέτευσαν προς τον Αγχούς, τον υιόν Μααχά τον βασιλέα της Γέθ. Ανήγγειλαν δε στον Σεμεί μερικοί και του είπαν· “ιδού οι δούλοι σου ευρίσκονται εις την Γέθ”.

Γ Βασ. 2,40        καὶ ἀνέστη Σεμεΐ καὶ ἐπέσαξε τὴν ὄνον αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη εἰς Γὲθ πρὸς Ἀγχοὺς τοῦ ἐκζητῆσαι τοὺ δούλους αὐτοῦ, καὶ ἐπορεύθη Σεμεΐ καὶ ἤγαγε τοὺς δούλους αὐτοῦ ἐκ Γέθ.

Γ Βασ. 2,40              Ο Σεμεί εσηκώθη, εσαμάρωσε την όνον του και μετέβη εις Γεθ προς τον βασιλέα Αγχούς, δια να ζητήση τους δούλους του. Ο Σεμεί μετέβη πράγματι και επανέφερε τους δούλους του από την Γέθ.

Γ Βασ. 2,41        καὶ ἀπηγγέλη τῷ Σαλωμὼν λέγοντες ὅτι ἐπορεύθη Σεμεΐ ἐξ Ἱερουσαλὴμ εἰς Γέθ, καὶ ἀπέστρεψε τοὺς δούλους αὐτοῦ,

Γ Βασ. 2,41               Ανήγγειλαν όμως στον Σολομώντα μερικοί το γεγονός αυτό και του είπαν· “ο Σεμεΐ μετέβη από την Ιερουσαλήμ εις Γεθ και επανέφερε τους δούλους του”.

Γ Βασ. 2,42        καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐκάλεσε τὸν Σεμεΐ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· οὐχὶ ὥρκισά σε κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ ἐπεμαρτυράμην σοι λέγων· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐξέλθῃς ἐξ Ἱερουσαλὴμ καὶ πορευθῇς εἰς δεξιὰ ἢ ἀριστερά, γινώσκων γνώσῃ ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ;

Γ Βασ. 2,42              Ο Σολομών έστειλεν άνθρωπον και εκάλεσε τον Σεμεΐ και του είπε “δεν σε έβαλα και ωρκίσθης στο όνομα του Κυρίου και δεν σου ετόνισα λέγων· Οτι κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα εξέλθης από την Ιερουσαλήμ και θα μεταβής αριστερά η δεξιά, να γνωρίζης καλά ότι θα εκτελεσθής;

Γ Βασ. 2,43        καὶ τί ὅτι οὐκ ἐφύλαξας τὸν ὅρκον Κυρίου καὶ τὴν ἐντολήν, ἣν ἐνετειλάμην κατὰ σοῦ;

Γ Βασ. 2,43              Διατί δεν εφύλαξες την εντολήν μου, την οποίαν με όρκον ενώπιον του Κυρίου σου είχα δώσει;”

Γ Βασ. 2,44        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Σεμεΐ· σὺ οἶδας πᾶσαν τὴν κακίαν σου, ἣν οἶδεν ἡ καρδία σου, ἃ ἐποίησας Δαυὶδ τῷ πατρί μου, καὶ ἀνταπέδωκε Κύριος τὴν κακίαν σου εἰς κεφαλήν σου·

Γ Βασ. 2,44              Ο βασιλεύς προσέθεσε τότε προς τον Σεμεΐ· “συ γνωρίζεις όλην την κακίαν σου και ενθυμείσαι βεβαίως, τι έκαμες στον Δαυίδ τον πατέρα μου. Και να ότι σήμερον ο Κυριος θα ρίψη την κακίαν σου αυτήν εις την κεφαλήν σου.

Γ Βασ. 2,45        καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν εὐλογημένος, καὶ ὁ θρόνος Δαυὶδ ἔσται ἕτοιμος ἐνώπιον Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα.

Γ Βασ. 2,45              Εγώ δε ο βασιλεύς Σολομών, πράττων τούτο, θα είμαι ευλογημένος ενώπιον του Θεού και ο βασιλικός μου θρόνος στερεωμένος από τον Κυριον στους αιώνας των αιώνων”.

Γ Βασ. 2,46        καὶ ἐνετείλατο ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν τῷ Βαναίᾳ υἱῷ Ἰωδαέ, καὶ ἐξῆλθε καὶ ἀνεῖλεν αὐτὸν καὶ ἀπέθανε.

Γ Βασ. 2,46              Ο βασιλεύς Σολομών διέταξε σχετικώς τον Βαναίαν, τον υιόν του Ιωδαέ, ο οποίος εξήλθε και εξετέλεσε τον Σεμεΐ.

Γ Βασ. 2,46α      Καὶ ἦν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν φρόνιμος σφόδρα, καὶ σοφός, καὶ Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ πολλοὶ σφόδρα, ὡς ἡ ἄμμος ἡ ἐπὶ τῆς θαλάσσης εἰς πλῆθος, ἐσθίοντες καὶ πίνοντες καὶ χαίροντες.

Γ Βασ. 2,46α            Ο βασιλεύς Σολομών ήτο πάρα πολύ συνετός και σοφός. Πολυάριθμοι δε ήσαν οι Ισραηλίται και οι Ιουδαίοι, που ευρίσκοντο υπό την εξουσίαν του. Αυτοί ήσαν τόσοι, όση είναι η άμμος η πλησίον της θαλάσσης. Αυτοί ήσαν τρώγοντες και πίνοντες και ευφραινόμενοι.

Γ Βασ. 2,46β      καὶ Σαλωμὼν ἦν ἄρχων ἐν πάσαις ταῖς βασιλείαις, καὶ ἦσαν προσφέροντες δῶρα καὶ ἐδούλευον τῷ Σαλωμὼν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 2,46β            Ο Σολομών ήτο άρχων όλων των βασιλείων, των οποίων οι κάτοικοι και προσέφεραν δώρα και ήσαν υποτελείς εις αυτόν όλας τας ημέρας της ζωής του.

Γ Βασ. 2,46γ      καὶ Σαλωμὼν ἤρξατο ἀνοίγειν τὰ δυναστεύματα τοῦ Λιβάνου,

Γ Βασ. 2,46γ            Ο Σολομών ήρχισε τότε να εκμεταλλεύεται τα δάση, τα λατομεία και τα μεταλλεία του όρους Λιβάνου.

Γ Βασ. 2,46δ      καὶ αὐτὸς ᾠκοδόμησε τὴν Θερμαὶ ἐν τῇ ἐρήμω.

Γ Βασ. 2,46δ            Ετσι δε ανοικοδόμησε την Θερμαί εις την έρημον.

Γ Βασ. 2,46ε      καὶ τοῦτο τὸ ἄριστον τῷ Σαλωμών· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως καὶ ἑξήκοντα κόροι ἀλεύρου κεκοπανισμένου, δέκα μόσχοι ἐκλεκτοὶ καὶ εἴκοσι βόες νομάδες καὶ ἑκατὸν πρόβατα, ἐκτὸς ἐλάφων καὶ δορκάδων καὶ ὀρνίθων ἐκλεκτῶν νομάδων·

Γ Βασ. 2,46ε             Το δε μεσημβρινόν φαγητόν της αυλής και ακολουθίας του Σολομώντος ήτο τριάκοντα κόροι σημιγδάλι, εξήκοντα κόροι αλεύρι χονδροκοπανισμένο, δέκα εκλεκτά μοσχάρια, είκοσι βόδια καλοθρεμμένα και εκατόν πρόβατα, εκτός από τα ελάφια, τα ζαρκάδια και τα άλλα εκλεκτά και ευτραφή ορνίθια.

Γ Βασ. 2,46ζ       ὅτι ἦν ἄρχων ἐν παντὶ πέραν τοῦ ποταμοῦ ἀπὸ Ῥαφὶ ἕως Γάζης, ἐν πᾶσι τοῖς βασιλεῦσι πέραν τοῦ ποταμοῦ·

Γ Βασ. 2,45ζ             Ητο βασιλεύς εις όλην την χώραν, η οποία επεκτείνεται πέραν του Ευφράτου ποταμού, από Ραφί μέχρι Γαζης· ήτο βασιλεύς εις όλας τας βασιλείας τας πέραν του ποταμού.

Γ Βασ. 2,46η      καὶ ἦν αὐτῷ εἰρήνη ἐκ πάντων τῶν μερῶν αὐτοῦ κυκλόθεν, καὶ κατῴκει Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ πεποιθότες ἕκαστος ὑπὸ τὴν ἄμπελον αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν συκῆν αὐτοῦ, ἐσθίοντες καὶ πίνοντες καὶ ἑορτάζοντες ἀπὸ Δὰν καὶ ἕως Βηρσαβεὲ πάσας τὰς ἡμέρας Σαλωμών.

Γ Βασ. 2,46η            Επί των ημερών του επικρατούσε από όλα τα γύρω μέρη ειρήνη εις όλην την χώραν και όλοι οι Ισραηλίται κατοικούσαν ήσυχοι και ασφαλείς, καθένας στο αμπέλι του και κάτω από τις συκιές του, τρώγοντες, πίνοντες και εορταζοντες από την Δαν μέχρι της Βηρσαβεέ όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας έζησε και εβασίλευσεν ο Σολομών,

Γ Βασ. 2,46θ      καὶ οὗτοι οἱ ἄρχοντες τοῦ Σαλωμών· Ἀζαρίου υἱὸς Σαδὼκ τοῦ ἱερέως καὶ Ὀρνίου υἱὸς Νάθαν ἄρχων τῶν ἐφεστηκότων καὶ Ἐδρὰμ ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ Σουβὰ γραμματεὺς καὶ Βασὰ υἱὸς Ἀχιθαλὰμ ἀναμιμνήσκων καὶ Ἀβὶ υἱὸς Ἰωὰβ ἀρχιστράτηγος καὶ Ἀχιρὲ υἱὸς Ἐδραΐ ἐπὶ τὰς ἄρσεις καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ ἐπὶ τῆς αὐλαρχίας καὶ ἐπὶ τοῦ πλινθίου καὶ Ζαχοὺρ υἱὸς Νάθαν ὁ σύμβουλος.

Γ Βασ. 2,46θ            Αυτοί δε είναι οι άρχοντες του περιβάλλοντος του Σολομώντος· Αζαρίας ο υιός του αρχιερέως Σαδώκ, ο Ορνίας υιός του Ναθαν άρχων των επί μέρους αρχόντων, Εδράμ αρχηγός του βασιλικού οίκου, Σουβά ο γενικός γραμματεύς του κράτους, Βασά ο υιός του Αχιθαλάμ ο υπομνηματογράφος, Αβί ο υιός του Ιωάβ αρχιστράτηγος, Αχιρέ ο υιός του Εδραΐ δια τας μεταφοράς, ο Βαναίας ο υιός του Ιωδαέ αυλάρχης και επόπτης επί της πλινθοποιΐας και Ζαχούρ ο υιός του Ναθαν ήτο σύμβουλός του.

Γ Βασ. 2,46ι       καὶ ἦσαν τῷ Σαλωμὼν τεσσαράκοντα χιλιάδες τοκάδες ἵπποι εἰς ἅρματα καὶ δώδεκα χιλιάδες ἵππων.

Γ Βασ. 2,46ι             Είχε δε ο Σολομών δια τα πολεμικά του άρματα σαράντα χιλιάδας φορβάδας και δώδεκα χιλιάδας ίππους.

Γ Βασ. 2,46κ      καὶ ἦν ἄρχων ἐν πᾶσι τοῖς βασιλεῦσιν ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἕως γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίων Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 2,46κ            Εβασίλευε δε ο Σολομών εις τα βασίλεια από τον ποταμόν Ευφράτην προς ανατολάς μέχρι των αλλοφύλων προς δυσμάς και μέχρι των συνόρων της Αιγύπτου προς νότον.

Γ Βασ. 2,46λ      καὶ Σαλωμὼν υἱὸς Δαυὶδ ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα ἐν Ἱερουσαλήμ.

Γ Βασ. 2,46λ            Ο Σολομών, ο υιός του Δαυίδ, εβασίλευσεν επί όλων των Ισραηλιτών έχων πρωτεύουσαν του βασιλείου του την Ιερουσαλήμ.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 3

 

Γ Βασ. 3,1          Τῆς δὲ βασιλείας ἑδρασθείσης ἐν χειρὶ Σαλωμὼν ἐπιγαμίαν ἐποιήσατο Σαλωμὼν πρὸς Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ ἔλαβε τὴν θυγατέρα Φαραὼ καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν πόλιν Δαυίδ, ἕως οὗ συνετέλεσεν οἰκοδομῶν τὸν οἶκον ἑαυτοῦ καὶ τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κύκλῳ.]

Γ Βασ. 3,1                  Αφού δε εστερεώθη πλέον η βασιλεία δια της χειρός του Σολομώντος, ο Σολομών ήλθεν εις συμπεθεριάν με τον Φαραώ τον βασιλέα της Αιγύπτου και επήρεν ως συζυγόν του την θυγατέρα αυτού του Φαραώ, την οποίαν έφερεν εις την πόλιν Δαυίδ, μέχρις ότου ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ιδικού του οίκου, του ναού του Κυρίου και του τείχους του κύκλω από την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 3,2          Πλήν ὁ λαὸς ἦσαν θυμιῶντες ἐπὶ τοῖς ὑψηλοῖς, ὅτι οὐκ ᾠκοδομήθη οἶκος τῷ Κυρίῳ ἕως τοῦ νῦν.

Γ Βασ. 3,2                 Ο λαός όμως προσέφερε θυσίαν θυμιάματος επάνω εις υψηλούς τόπους, διότι δεν είχεν ακόμη οικοδομηθή ο ναός του Κυρίου μέχρι της ημέρας εκείνης.

Γ Βασ. 3,3          καὶ ἠγάπησε Σαλωμὼν τὸν Κύριον πορεύεσθαι ἐν τοῖς προστάγμασι Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, πλὴν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς ἔθυε καὶ ἐθυμία.

Γ Βασ. 3,3                 Ο Σολομών ηγάπησε τον Κυριον, επορεύετο σύμφωνα με τας εντολάς, τας οποίας ο Δαυίδ ο πατήρ του του είχε δώσει, αλλά προσέφερε θυσίας και θυμιάματα προς τον Θεόν στους υψηλούς τόπους, διότι δεν είχεν ανοικοδομηθή ο ναός.

Γ Βασ. 3,4          καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Γαβαὼν θῦσαι ἐκεῖ, ὅτι αὕτη ὑψηλοτάτη καὶ μεγάλη· χιλίαν ὁλοκαύτωσιν ἀνήνεγκε Σαλωμὼν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐν Γαβαών.

Γ Βασ. 3,4                 Εσηκώθη, λοιπόν, κάποτε και επήγε εις την Γαβαών, δια να προσφέρη και εκεί θυσίαν προς τον Θεόν, διότι η μεγάλη αυτή πόλις ευρίσκετο εις ένα πολύ υψηλόν τόπον. Ο Σολομών προσέφερεν ως θυσίαν ολοκαυτώματος χίλια ζώα στο θυσιαστήριον της Γαβαών.

Γ Βασ. 3,5          καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Σαλωμὼν ἐν ὕπνῳ τὴν νύκτα, καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Σαλωμών· αἴτησαί τι αἴτημα σεαυτῷ.

Γ Βασ. 3,5                 Εκεί δε ο Κυριος παρουσιάσθη στον Σολομώντα κατά την νύκτα στον ύπνον του και του είπεν· “ζήτησέ μου κάτι δια τον εαυτόν σου”.

Γ Βασ. 3,6          καὶ εἶπεν Σαλωμών· σὺ ἐποίησας μετὰ τοῦ δούλου σου Δαυὶδ τοῦ πατρός μου ἔλεος μέγα, καθὼς διῆλθεν ἐνώπιόν σου ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν εὐθύτητι καρδίας μετὰ σοῦ, καὶ ἐφύλαξας αὐτῷ τὸ ἔλεος τὸ μέγα τοῦτο δοῦναι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη·

Γ Βασ. 3,6                 Ο Σολομών απήντησε· “συ, Κυριε, έδειξες μεγάλην καλωσύνην προς τον δούλον σου τον Δαυίδ τον πατέρα μου, διότι έζησεν αυτός ενώπιόν σου με πίστιν προς σέ, με δικαιοσύνην και ευθύτητα καρδίας απέναντί σου. Συ δε του επεδαψίλευσες το μέγα τούτο καλόν, το να δώσης δηλαδή τον υιόν του να καθήση επί του θρόνου του, όπως μαρτυρεί η ημέρα αυτή.

Γ Βασ. 3,7          καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεός μου, σὺ ἔδωκας τὸν δοῦλόν σου ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγώ εἰμι παιδάριον μικρὸν καὶ οὐκ οἶδα τὴν ἔξοδόν μου καὶ τὴν εἴσοδόν μου,

Γ Βασ. 3,7                 Και τώρα, Κυριέ μου και Θεέ μου, συ έδωκες εμέ τον δούλον σου αντί του Δαυίδ του πατρός μου. Εγώ δε είμαι μικρόν παιδίον ακόμη και δεν γνωρίζω, πως να πορεύωμαι και να συμπεριφέρωμαι εις την ζωήν μου.

Γ Βασ. 3,8          ὁ δὲ δοῦλός σου ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου, ὃν ἐξελέξω λαὸν πολύν, ὃς οὐκ ἀριθμηθήσεται.

Γ Βασ. 3,8                 Εγώ ο δούλος σου ευρίσκομαι εν μέσω λαού, τον οποίον συ εξέλεξες και ο οποίος είναι αναρίθμητος.

Γ Βασ. 3,9          καὶ δώσεις τῷ δούλῳ σου καρδίαν ἀκούειν καὶ διακρίνειν τὸν λαόν σου ἐν δικαιοσύνῃ καὶ τοῦ συνιεῖν ἀνὰ μέσον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ· ὅτι τίς δυνηθήσεται κρίνειν τὸν λαόν σου τὸν βαρὺν τοῦτον;

Γ Βασ. 3,9                 Δια τούτο επιθυμώ, να δώσης εις εμέ τον δούλον σου διάνοιαν προσεκτικήν να ακούη και να κρίνη τον λαόν με δικαιοσύνην, να διακρίνη το δίκαιον από το άδικον· διότι ποιός χωρίς την ιδικήν σου βοήθειαν θα ημπορή να κυβερνά τον πολύν και δυσκυβέρνητον τούτον λαόν σου;”

Γ Βασ. 3,10        καὶ ἤρεσεν ἐνώπιον Κυρίου, ὅτι ᾐτήσατο Σαλωμὼν τὸ ῥῆμα τοῦτο,

Γ Βασ. 3,10               Ο λόγος και το αίτημα αυτό του Σολομώντος εφάνη αρεστόν ενώπιον του Κυρίου.

Γ Βασ. 3,11        καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· ἀνθ᾿ ὧν ᾐτήσω παρ᾿ ἐμοῦ τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ οὐκ ᾐτήσω σεαυτῷ ἡμέρας πολλὰς καὶ οὐκ ᾐτήσω πλοῦτον, οὐδὲ ᾐτήσω ψυχὰς ἐχθρῶν σου, ἀλλ᾿ ᾐτήσω σεαυτῷ τοῦ συνιεῖν τοῦ εἰσακούειν κρίμα,

Γ Βασ. 3,11                Και ο Κυριος του είπεν· “επειδή εζήτησες από εμέ αυτό το πράγμα και δεν εζήτησες δια τον εαυτόν σου μακρότητα ημερών, δεν εζήτησες πλούτη, δεν εζήτησες τον θάνατον των εχθρών σου, αλλά εζήτησες δια τον εαυτόν σου σοφίαν και νοητικήν ικανότητα, ώστε να δύνασαι να κρίνης δικαίως,

Γ Βασ. 3,12        ἰδοὺ πεποίηκα κατὰ τὸ ῥῆμά σου· ἰδοὺ δέδωκά σοι καρδίαν φρονίμην καὶ σοφήν, ὡς σὺ οὐ γέγονεν ἔμπροσθέν σου καὶ μετὰ σὲ οὐκ ἀναστήσεται ὅμοιός σοι.

Γ Βασ. 3,12               Ιδού έκαμα εις σέ, όπως μου είπες. Ιδού, σου έδωσα διάνοιαν συνετήν και σοφήν, ομοίαν προς την οποίαν κανείς προηγουμένως από σε δεν είχε και ούτε θα υπάρξη υστερα από σε όμοιός σου.

Γ Βασ. 3,13        καὶ ἃ οὐκ ᾐτήσω, δέδωκά σοι, καὶ πλοῦτον καὶ δόξαν, ὡς οὐ γέγονεν ἀνὴρ ὅμοιός σοι ἐν βασιλεῦσι·

Γ Βασ. 3,13               Αλλά και όσα δεν μου εζήτησες θα σου τα δώσω δηλαδή πλούτον και δόξαν, ώστε να μη υπάρξη άλλος όμοιός σου μεταξύ όλων των βασιλέων.

Γ Βασ. 3,14        καὶ ἐὰν πορευθῇς ἐν τῇ ὁδῷ μου φυλάσσειν τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ προστάγματά μου, ὡς ἐπορεύθη Δαυὶδ ὁ πατήρ σου, καὶ πληθυνῶ τὰς ἡμέρας σου.

Γ Βασ. 3,14               Εάν δε πορευθής κατά το διάστημα της ζωής σου σύμφωνσα με τας εντολάς και τα προστάγματά μου, όπως επορεύθη ο Δαυίδ ο πατήρ σου, θα σου δώσω και μακρότητα ημερών”.

Γ Βασ. 3,15        καὶ ἐξυπνίσθη Σαλωμών, καὶ ἰδοὺ ἐνύπνιον· καὶ ἀνέστη καὶ παραγίνεται εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔστη κατὰ πρόσωπον τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ κατὰ πρόσωπον κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου ἐν Σιὼν καὶ ἀνήγαγεν ὁλοκαυτώσεις καὶ ἐποίησεν εἰρηνικὰς καὶ ἐποίησε πότον μέγα ἑαυτῷ καὶ πᾶσι τοῖς παισὶν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 3,15               Ο Σολομών εξύπνησε και ενόησε, ποίον ήτο το όνειρόν του. Ηγέρθη, ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, εστάθη ενώπιον του θυσιαστηρίου απέναντι της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου εις την Σιών. Εκεί προσέφερεν ολοκαυτώματα και θυσίας ειρηνικάς. Παρέθεσε δε δια τον εαυτόν του και δι' όλους τους δούλους του μέγα συμπόσιον.

Γ Βασ. 3,16        Τότε ὤφθησαν δύο γυναῖκες πόρναι τῷ βασιλεῖ καὶ ἔστησαν ἐνώπιον αὐτοῦ.

Γ Βασ. 3,16               Κατά τας ημέρας εκείνας παρουσιάσθησαν στον βασιλέα δύο κοιναί γυναίκες, αι οποίαι εστάθησαν όρθιαι ενώπιόν του.

Γ Βασ. 3,17        καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ μία· ἐν ἐμοί, κύριε· ἐγὼ καὶ ἡ γυνὴ αὕτη ᾠκοῦμεν ἐν οἴκῳ ἑνὶ καὶ ἐτέκομεν ἐν τῷ οἴκῳ.

Γ Βασ. 3,17               Η μία από αυτάς του είπεν· “άκουσέ με, σε παρακαλώ, κύριε· Εγώ και αυτή η γυναίκα εμέναμεν στον ίδιον οίκον, και εγεννήσαμεν στον οίκον αυτόν.

Γ Βασ. 3,18        καὶ ἐγενήθη ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ τεκούσης μου, ἔτεκε καὶ ἡ γυνὴ αὕτη· καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ αὐτό, καὶ οὐκ ἔστιν οὐθεὶς μεθ᾿ ἡμῶν πάρεξ ἀμφοτέρων ἡμῶν ἐν τῷ οἴκῳ.

Γ Βασ. 3,18               Κατά την τρίτην ημέραν μετά την γέννησιν του τέκνου μου εγέννησε και η γυναίκα αυτή. Είμεθα μαζή στο ίδιο το κρεββάτι. Δεν υπήρξε κανένας άλλος μαζή μας, πλην από ημάς τας δύο.

Γ Βασ. 3,19        καὶ ἀπέθανεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς ταύτης τὴν νύκτα, ὡς ἐπεκοιμήθη ἐπ᾿ αὐτόν·

Γ Βασ. 3,19               Συνέβη όμως να αποθάνη το παιδί της γυναικός αυτής κατά την νύκτα, διότι αυτή έπεσε και εκοιμήθη επάνω του.

Γ Βασ. 3,20        καὶ ἀνέστη μέσης τῆς νυκτὸς καὶ ἔλαβε τὸν υἱόν μου ἐκ τῶν ἀγκαλῶν μου καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐν τῷ κόλπῳ αὐτῆς καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν τεθνηκότα ἐκοίμισεν ἐν τῷ κόλπῳ μου.

Γ Βασ. 3,20              Εσηκώθη όμως κατά το μεσονύκτιον, επήρε το παιδί μου από την αγκαλιά μου, το εκοίμισεν εις την ιδικήν της αγκαλιάν, τον δε υιόν της τον νεκρόν τον απέθεσεν εις την ιδικήν μου αγκάλην.

Γ Βασ. 3,21        καὶ ἀνέστην τὸ πρωΐ θηλάσαι τὸν υἱόν μου, καὶ ἐκεῖνος ἦν τεθνηκώς· καὶ ἰδοὺ κατενόησα αὐτὸν πρωΐ, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν ὁ υἱός μου, ὃν ἔτεκον.

Γ Βασ. 3,21               Εσηκώθηκα εγώ το πρωί να θηλάσω το παιδί μου, και είδα ότι εκείνο ήτο νεκρόν. Οταν έγινε πρωι, παρετήρησα και είδα ότι αυτό δεν ήτο το παιδί, το οποίον εγώ είχα γεννήσει”.

Γ Βασ. 3,22        καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ ἡ ἑτέρα· οὐχί, ἀλλὰ ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, ὁ δὲ υἱός σου ὁ τεθνηκώς. καὶ ἐλάλησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 3,22              Η άλλη όμως γυναίκα είπε προς αυτήν· “όχι, το παιδί, που ζη, είναι το δικό μου το παιδί. Το ιδικόν σου το παιδί είναι νεκρόν”. Ετσι ωμίλησαν αι δύο αυταί γυναίκες ενώπιον του βασιλέως.

Γ Βασ. 3,23        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς αὐταῖς· σὺ λέγεις· οὗτος ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, καὶ ὁ υἱὸς ταύτης ὁ τεθνηκώς. καὶ σὺ λέγεις· οὐχί, ἀλλὰ ὁ υἱός μου ὁ ζῶν, καὶ ὁ υἱός σου ὁ τεθνηκώς.

Γ Βασ. 3,23               Ο βασιλεύς Σολομών είπεν εις την μίαν· “συ λέγεις ότι αυτό είναι το παιδί σου, που ζη, και ότι το παιδί εκείνης είναι νεκρόν”. Και εις την άλλην είπε· “συ λέγεις· όχι, όχι· αντιθέτως το ζωντανό παιδί είναι ο υιός μου και το νεκρό παιδί είναι ο υιός σου”.

Γ Βασ. 3,24        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· λάβετέ μοι μάχαιραν· καὶ προσήνεγκαν τὴν μάχαιραν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 3,24              Είπε τότε ο βασιλεύς· “πάρετε και φέρετε εδώ μίαν μάχαιραν”. Εφεραν πράγματι την μάχαιραν ενώπιον του βασιλέως.

Γ Βασ. 3,25        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· διέλετε τὸ παιδίον τὸ ζῶν τὸ θηλάζον εἰς δύο καὶ δότε τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ταύτῃ καὶ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ταύτῃ.

Γ Βασ. 3,25               Είπε τότε ο βασιλεύς· “κόψτε εις δύο το ζωντανό παιδί, το οποίον θηλάζει, και δώστε το ήμισυ εις την γυναίκα αυτήν και το άλλο ήμισυ εις την άλλην γυναίκα”.

Γ Βασ. 3,26        καὶ ἀπεκρίθη ἡ γυνή, ἧς ἦν ὁ υἱὸς ὁ ζῶν, καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα, ὅτι ἐταράχθη ἡ μήτρα αὐτῆς ἐπὶ τῷ υἱῷ αὐτῆς, καὶ εἶπεν· ἐν ἐμοί, κύριε, δότε αὐτῇ τὸ παιδίον καὶ θανάτῳ μὴ θανατώσητε αὐτό· καὶ αὕτη εἶπε· μήτε ἐμοὶ μήτε αὐτῇ ἔστω, διέλετε.

Γ Βασ. 3,26              Εταράχθησαν τα μητρικά σπλάγχνα της γυναικός, εις την οποίαν ανήκε το ζωντανόν βρέφος, και είπε προς τον βασιλέα· “κάμε, σε παρακαλώ, καλωσύνην προς εμέ, κύριε, και δώσατε εις αυτήν το παιδί και μη το φονεύσετε”. Η άλλη όμως γυναίκα είπεν· “ούτε εις εμέ ούτε εις αυτήν να δοθή. Διαμελίσατό το”.

Γ Βασ. 3,27        καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε· δότε τὸ παιδίον τῇ εἰπούσῃ· δότε αὐτῇ αὐτὸ καὶ θανάτῳ μὴ θανατώσητε αὐτό· αὕτη ἡ μήτηρ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 3,27               Απήντησεν τότε ο βασιλεύς· “δώσατε το παιδί εις την γυναίκα, που είπε· Δώστε αυτό εις εκείνην και μη το θανατώσετε. Αυτή είναι η πραγματική του μητέρα”.

Γ Βασ. 3,28        καὶ ἤκουσαν πᾶς Ἰσραὴλ τὸ κρίμα τοῦτο, ὃ ἔκρινεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἐφοβήθησαν ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως, ὅτι εἶδον ὅτι φρόνησις Θεοῦ ἐν αὐτῷ τοῦ ποιεῖν δικαίωμα.

Γ Βασ. 3,28              Ολοι οι Ισραηλίται ήκουσαν την απόφασιν αυτήν, την οποίαν εξέδωκεν ο βασιλεύς, και κατελήφθησαν από ιερόν δέος προς το πρόσωπον του βασιλέως, διότι είδον ότι η σύνεσις του Θεού υπήρχεν εις αυτόν, ώστε να κρίνη κατά δίκαιον τρόπον.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 4

 

Γ Βασ. 4,1          Καὶ ἦν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν βασιλεύων ἐπὶ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 4,1                 Ο βασιλεύς Σολομών εβασίλευσεν εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν.

Γ Βασ. 4,2          καὶ οὗτοι ἄρχοντες οἳ ἦσαν αὐτῷ. Ἀζαρίας υἱὸς Σαδὼκ

Γ Βασ. 4,2                 Οι άρχοντες δέ, οι οποίοι εβοηθούσαν αυτόν, ήσαν οι εξής· Αζαριας ο υιός του Σαδώκ.

Γ Βασ. 4,3          καὶ Ἐλιαρὲφ καὶ Ἀχιὰ υἱὸς Σαβὰ γραμματεῖς. καὶ Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀχιλὶδ ἀναμιμνήσκων

Γ Βασ. 4,3                 Ο Ελιαρέφ και ο Αχιά, ο υιός του Σαβά, οι γραμματείς του βασιλέως. Ο Ιωσαφάτ ο υιός του Αχιλίδ, ο φυλάττων τα αρχεία του βασιλείου.

Γ Βασ. 4,4          καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ ἐπὶ τῆς δυνάμεως καὶ Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ ἱερεῖς

Γ Βασ. 4,4                 Ο Βαναίας υιός του Ιωδαέ, ο αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σαδώκ και ο Αβιάθαρ, οι αρχιερείς.

Γ Βασ. 4,5          καὶ Ὀρνία υἱὸς Νάθαν ἐπὶ τῶν καθεσταμένων καὶ Ζαβούθ υἱὸς Νάθαν ἑταῖρος τοῦ βασιλέως

Γ Βασ. 4,5                 Ο Ορνίας ο υιός του Ναθαν, ο οποίος ήτο αρχηγός των κατά περιοχάς αρχόντων, ο Ζαβούθ ο υιός του Ναθαν, ο έμπιστος φίλος του βασιλέως,

Γ Βασ. 4,6          καὶ Ἀχιὴλ ἦν οἰκονόμος καὶ Ἐλιὰβ υἱὸς Σὰφ ἐπὶ τῆς πατριᾶς καὶ Ἀδωνιρὰμ υἱὸς Ἐφρὰ ἐπὶ τῶν φόρων.

Γ Βασ. 4,6                 ο Αχιήλ, ο οποίος ήτο οικονόμος του παλατίου, ο Ελιάβ ο υιός του Σαφ, ο οποίος ήτο επί του οίκου του βασιλέως, ο Αδωνιράμ ο υιός του Εφρά, ο οποίος ήτο επί των μεταφορών.

Γ Βασ. 4,7          καὶ τῷ Σαλωμὼν δώδεκα καθεσταμένοι ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ χορηγεῖν τῷ βασιλεῖ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ· μῆνα ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐγίνετο ἐπὶ τὸν ἕνα χορηγεῖν.

Γ Βασ. 4,7                 Ο Σολομών είχε δώδεκα άρχοντας εις ισαρίθμους περιοχάς επί όλου του Ισραηλιτικού λαού, δια να προμηθεύουν εις αυτόν και τον οίκον του όσα εχρειάζοντο προς συντήρησίν του. Ενα μήνα κάθε έτος είχεν αναλάβει έκαστος από αυτούς να χορηγή στον βασιλέα τα προς διατροφήν.

Γ Βασ. 4,8          καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· Βενὼρ ἐν ὄρει Ἐφραίμ, εἷς·

Γ Βασ. 4,8                 Αυτά δε ήσαν τα ονόματα των κατά περιοχάς αρχόντων αυτών· Ο Βενώρ εις την ορεινήν περιοχήν Εφραίμ,

Γ Βασ. 4,9          υἱὸς Δακὰρ ἐν Μαχεμὰς καὶ ἐν Σαλαβὶν καὶ Βαιθσαμὺς καὶ Αἰλὼν ἕως Βηθανάν, εἷς·

Γ Βασ. 4,9                 ο υιός Δακάρ εις την περιοχήν Μεχαμάς, εις Σαλαβίν, εις Βαιθσαμύς και εις Αιλών έως Βηθανάν·

Γ Βασ. 4,10        υἱὸς Ἐσδὶ ἐν Ἀραβώθ, αὐτοῦ Σωχὼ καὶ πᾶσα ἡ γῆ Ὀφέρ·

Γ Βασ. 4,10               ο υιός του Εσδί εις Αραβώθ. Εις αυτόν υπήγετο η Σωχώ και όλη η χώρα Οφέρ.

Γ Βασ. 4,11        Χαναδὰβ καὶ Ἀναφαθέ, ἀνὴρ Ταβλήθ, θυγάτηρ Σαλωμὼν ἦν αὐτῷ εἰς γυναῖκα, εἷς·

Γ Βασ. 4,11                Εις Χαναδάβ και Αναφαθέ ο ανήρ της Ταβλήθ, μιας θυγατρός του Σολομώντος, την οποίαν αυτός είχε λάδει ως σύζυγον.

Γ Βασ. 4,12        Βαανὰ υἱὸς Ἀχιλὶδ Θαανὰχ καὶ Μαγεδδὼ καὶ πᾶς ὁ οἶκος Σὰν ὁ παρὰ Σεσαθὰν ὑποκάτω τοῦ Ἐσραὲ καὶ ἐκ Βηθσὰν ἕως Σαβελμαουλᾶ, ἕως Μαεβὲρ Λουκάμ, εἷς·

Γ Βασ. 4,12               Ο Βαανά ο υιός του Αχιλίδ, έχων δικαιοδοσίαν εις Θαανάχ και Μαγεδδώ και επί όλου του οίκου του Σαν, του ευρισκομένου πλησίον της Σεσαθάν κάτω του Εσραέ και από την Βηθσάν μέχρι Σαβελμαουλά, μέχρι του Μαεβέρ Λουκάμ.

Γ Βασ. 4,13        υἱὸς Γαβὲρ ἐν Ῥεμὰθ Γαλαάδ, τούτῳ σχοίνισμα Ἐρεγαβά, ἣ ἐν τῇ Βασάν, ἑξήκοντα πόλεις μεγάλαι τειχήρεις καὶ μοχλοὶ χαλκοῖ, εἷς·

Γ Βασ. 4,13               Ο υιός Γαβέρ έχων δικαιοδοσίαν εις Ρεμάθ Γαλαάδ. Εις αυτόν υπήγετο η περιοχή Ερεγαβά, η οποία περιελαμβάνετο εις την Βασάν. Εκεί υπήρχον εξήκοντα μεγάλαι πόλεις ωχυρωμέναι με τείχη, εις τας πύλας των οποίων υπήρχαν μοχλοί χάλκινοι.

Γ Βασ. 4,14        Ἀχιναδὰβ υἱὸς Σαδδὼ Μααναΐμ, εἷς·

Γ Βασ. 4,14               Ο Αχιναδάβ, ο υιός του Σαδδώ, εις Μααναΐμ,

Γ Βασ. 4,15        Ἀχιμαὰς ἐν Νεφθαλίμ, καὶ οὗτος ἔλαβε τὴν Βασεμμὰθ θυγατέρα Σαλωμὼν εἰς γυναῖκα, εἷς·

Γ Βασ. 4,15               ο Αχιμαάς εις Νεφθαλίμ. Αυτός έλαβεν ως σύζυγόν του την Βασεμμάθ, θυγατέρα του Σολομώντος.

Γ Βασ. 4,16        Βαανᾶ υἱὸς Χουσὶ ἐν Ἀσὴρ καὶ ἐν Βααλώθ, εἷς·

Γ Βασ. 4,16               Ο Βαανά ο υιός Χουσί εις την Ασήρ και την Βααλώθ,

Γ Βασ. 4,17        Σαμαὰ υἱὸς Ἠλὰ ἐν τῷ Βενιαμίν·

Γ Βασ. 4,17               Ο Σαμαά υιός του Ηλά εις την περιοχήν Βενιαμίν,

Γ Βασ. 4,18        Γαβὲρ υἱὸς Ἀδαΐ ἐν τῇ γῇ Γάδ, καὶ Σηὼν βασιλέως τοῦ Ἐσεβὼν καὶ Ὢγ βασιλέως τοῦ Βασάν· καὶ νασὶφ εἷς ἐν γῇ Ἰούδα·

Γ Βασ. 4,18               Ο Γαβέρ υιός του Αδα εις την χώραν Γαδ και την χώραν του Σηών του βασιλέως της πόλεως Εσεβών και του Ωγ του βασιλέως της χώρας Βασάν. Ο Νασίφ ήτο εις την Ιουδαίαν.

Γ Βασ. 4,19        Ἰωσαφὰτ υἱὸς Φουασοὺδ ἐν Ἰσσάχαρ.

Γ Βασ. 4,19               Δωδέκατος δε ήτο ο Ιωσαφάτ ο υιός του Φουασούδ, εις την περιοχήν Ισσάχαρ.

Γ Βασ. 20           καὶ Ἰσραὴλ πολλοὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ ἐπὶ τῆς θαλάσσης εἰς πλῆθος ἔσθοντες καὶ πίνοντες καὶ εὐφραινόμενοι.]

Γ Βασ. 4,20              Οι Ιουδαίοι και οι Ισραηλίται ήσαν πολλοί, ωσάν την άμμον της θαλάσσης κατά το πλήθος. Αυτοί έτρωγαν και έπιναν και ηυφραίνοντο.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 5

 

Γ Βασ. 5,1          [Καὶ Σαλωμὼν ἦν ἐξουσιάζων ἐν πᾶσι τοῖς βασιλείοις ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίου Αἰγύπτου προσεγγίζοντες δῶρα καὶ δουλεύοντες τῷ Σαλωμὼν πάσας ἡμέρας ζωῆς αὐτοῦ.] Καὶ ἐχορήγουν οἱ καθεσταμένοι οὕτως τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν καὶ πάντα τὰ διαγγέλματα ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως, ἕκαστος μῆνα αὐτοῦ, οὐ παραλλάσσουσι λόγον·

Γ Βασ. 5,1                  Ο Σολομών εξουσίαζεν εις όλας τας βασιλείας εκείνας, αι οποίαι εξετείνοντο από τον ποταμόν Ευφράτην έως την χώραν των Φιλισταίων και έως εις τα σύνορα της Αιγύπτου. Οι βασιλείς αυτοί προσέφεραν δώρα στον Σολομώντα και ήσαν υποτελείς εις αυτόν όλας τας ημέρας της ζωής του. Οι δε προαναφερθέντες δώδεκα τοπάρχαι επρομήθευον στον βασιλέα Σολομώντα, σύμφωνα με τας εντολάς τας οποίας είχον λάβει, όλα όσα εχρειάζετο δια την βασιλικήν τράπεζαν. Καθε ενας από αυτούς δι' ένα μήνα ανελάμβανε την χορήγησιν, Ολοι δε αυτοί ετηρούσαν με ακρίβειαν την υποχρέωσίν των αυτήν.

Γ Βασ. 5,2          καὶ τὰς κριθὰς καὶ τὸ ἄχυρον τοῖς ἵπποις καὶ τοῖς ἅρμασιν ᾖρον εἰς τὸν τόπον, οὗ ἂν ᾖ ὁ βασιλεύς, ἕκαστος κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. καὶ ταῦτα τὰ δέοντα τῷ Σαλωμὼν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως καὶ ἑξήκοντα κόροι ἀλεύρου κεκοπανισμένου.

Γ Βασ. 5,2                 Οι τοπάρχαι αυτοί εφρόντιζαν να προμηθεύουν κριθήν και άχυρα δι' όλους τους ίππους και δι' εκείνους, που ήσαν ζευγμένοι εις τα βασιλικά πολεμικά άρματα. Αυτήν δε την τροφοδοσίαν των ίππων έφεραν στον τόπον, όπου εκάστοτε ευρίσκετο ο βασιλεύς. Καθένας από τους τοπάρχας αυτούς έφερε το μερίδιόν του. Τα δε προς διατροφήν απαιτούμενα δια την βασιλικήν τράπεζαν του Σολομώντος ήσαν εκάστην ημέραν τα εξής· Τριάκοντα κόροι σημιγδάλι, εξήκοντα κόροι αλεύρου κοπανισμένου,

Γ Βασ. 5,3          καὶ δέκα μόσχοι ἐκλεκτοὶ καὶ εἴκοσι βόες νομάδες καὶ ἑκατὸν πρόβατα ἐκτὸς ἐλάφων καὶ δορκάδων ἐκλεκτῶν, σιτευτά·

Γ Βασ. 5,3                 δέκα εκλεκτά μοσχάρια καλοθρεμμένα, είκοσι βόδια από εκείνα που βόσκουν εις τα λειβάδια, εκατόν πρόβατα, εκτός βέβαια από τα ελάφια και τα ζαρκάδια, τα οποία ήσαν εκλεκτά και καλοθρεμμένα.

Γ Βασ. 5,4          ὅτι ἦν ἄρχων πέραν ποταμοῦ, καὶ ἦν αὐτῷ εἰρήνη ἐκ πάντων τῶν μερῶν κυκλόθεν.

Γ Βασ. 5,4                 Ο Σολομών ήτο μέγας βασιλεύς, διότι εκυριαρχούσεν εις χώρας και πέραν του Ευφράτου ποταμού. Και μολονότι τοιαύτην έκτασιν είχεν η βασιλεία του, επικρατούσε εις όλην την περιοχήν εντός και γύρω της αυτοκρατορίας του ειρήνη.

Γ Βασ. 5,5          Καὶ ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σαλωμὼν καὶ σοφίαν πολλὴν σφόδρα καὶ χύμα καρδίας ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὴν θάλασσαν.

Γ Βασ. 5,5                 Ο Κυριος έδωκεν στον Σολομώντα σύνεσιν και σοφίαν πολλήν και μεγάλην ευρύτητα αντιλήψεως, όση είναι η άμμος, που ευρίσκεται πλησίον εις την θάλασσαν.

Γ Βασ. 5,10        καὶ ἐπληθύνθη Σαλωμὼν σφόδρα ὑπὲρ τὴν φρόνησιν πάντων ἀρχαίων ἀνθρώπων καὶ ὑπὲρ πάντας φρονίμους Αἰγύπτου

Γ Βασ. 5,10               Ο Σολομών απέκτησε πολύ μεγάλην σοφίαν και σύνεσιν, μεγαλυτέραν από την σοφίαν και σύνεσιν όλων των αρχαίων ανδρών και αυτών ακόμη των σοφών της Αιγύπτου.

Γ Βασ. 5,11        καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ Γαιθὰν τὸν Ζαρείτην καὶ τὸν Αἰνὰν καὶ τὸν Χαλκὰλ καὶ Δαρδὰ υἱοὺς Μάλ.

Γ Βασ. 5,11                Εγινε σοφώτερος από όλους τους ανθρώπους. Σοφώτερος από τον Γαιθάν τον Ζαρείτην, τον Αινάν, τον Χαλκάλ, τον Δαρδά, οι οποίοι ήσαν υιοί του Μαλ.

Γ Βασ. 5,12        καὶ ἐλάλησε Σαλωμὼν τρισχιλίας παραβολάς, καὶ ἦσαν ᾠδαὶ αὐτοῦ πεντακισχίλιαι.

Γ Βασ. 5,12               Ο Σολομών έγραψε τρεις χιλιάδες αποφθέγματα και παροιμίας και πέντε χιλιάδας ωδάς.

Γ Βασ. 5,13        καὶ ἐλάλησεν ὑπὲρ τῶν ξύλων ἀπὸ τῆς κέδρου τῆς ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ἕως τῆς ὑσσώπου τῆς ἐκπορευομένης διὰ τοῦ τοίχου καὶ ἐλάλησε περὶ τῶν κτηνῶν καὶ περὶ τῶν πετεινῶν καὶ περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ περὶ τῶν ἰχθύων.

Γ Βασ. 5,13               Ωμίλησε δι' όλα τα δένδρα από τα μεγάλα κέδρα, που υπάρχουν στον Λιβανον, μέχρι του μικρού φυτού του υσσώπου, που φυτρώνει στους τοίχους. Ωμίλησε δια τα ζώα, δια τα πτηνά, δια τα ερπετά και δια τους ιχθύς.

Γ Βασ. 5,14        καὶ παρεγίνοντο πάντες οἱ λαοὶ ἀκοῦσαι τῆς σοφίας Σαλωμὼν καὶ ἐλάμβανε δῶρα παρὰ πάντων τῶν βασιλέων τῆς γῆς, ὅσοι ἤκουον τῆς σοφίας αὐτοῦ.

Γ Βασ. 5,14               Ολοι οι άνθρωποι προσήρχρντο να ακούσουν την σοφίαν του Σολομώντος. Ο δε Σολομών ελάμβανε δώρα από όλους τους βασιλείς της γης, όσοι ήρχοντο να ακούσουν την σοφίαν του.

Γ Βασ. 5,14α      Καὶ ἔλαβε Σαλωμὼν τὴν θυγατέρα Φαραὼ αὐτῷ εἰς γυναῖκα καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν πόλιν Δαυὶδ ἕως συντελέσαι αὐτὸν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον ἑαυτοῦ καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλήμ.

Γ Βασ. 5,14α             Ο Σολομών επήρεν ως σύζυγόν του την θυγατέρα του Φαραώ της Αιγύπτου, την οποίαν και έφερεν εις την πόλιν Δαυίδ και την εγκατέστησεν εκεί, μέχρις ότου ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του ιδικού του ανακτόρου και του τείχους, το οποίον περιέβαλλε την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 5,14β      τότε ἀνέβη Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ προκατελάβετο τὴν Γαζὲρ καὶ ἐνεπύρισεν αὐτὴν καὶ τὸν Χανανίτην τὸν κατοικοῦντα ἐν Μεργάβ, καὶ ἔδωκεν αὐτὰς Φαραὼ ἀποστολὰς θυγατρὶ αὐτοῦ γυναικὶ Σαλωμών, καὶ Σαλωμὼν ᾠκοδόμησε τὴν Γαζέρ.

Γ Βασ. 5,14β             Τοτε δε ο Φαραώ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσε και κατέλαβε κατ' αρχάς την Γαζέρ, την οποίαν και επυρπόλησε. Κατόπιν υπέταξε τους Χαναναίους, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Μεργάβ. Αυτάς δε τας χώρας έδωκεν ο Φαραώ ως προίκα εις την θυγατέρα του, την σύζυγον του Σολομώντος. Ο Σολομών ανοικοδόμησε τότε την πυρποληθείσαν Γαζέρ.

Γ Βασ. 5,15        Καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου τοὺς παῖδας αὐτοῦ χρῖσαι τὸν Σαλωμὼν ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅτι ἀγαπῶν ἦν Χιρὰμ τὸν Δαυὶδ πάσας τὰς ἡμέρας.

Γ Βασ. 5,15               Ο δε βασιλεύς της πόλεως Τυρου, ο Χιράμ, έστειλεν ανθρώπους, δια να συγχαρή τον Σολομώντα, ο οποίος ανεδείχθη βασιλεύς αντί του πατρός του, διότι ο Χιράμ ήτο φίλος του Δαυίδ όλας τας ημέρας της ζωής του.

Γ Βασ. 5,16        καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν πρὸς Χιρὰμ λέγων·

Γ Βασ. 5,16               Ο Σολομών έστειλεν ανθρώπους και παρεκάλεσε τον Χιράμ λέγων·

Γ Βασ. 5,17        σὺ οἶδας τὸν πατέρα μου Δαυὶδ ὅτι οὐκ ἠδύνατο οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου ἀπὸ προσώπου τῶν πολέμων τῶν κυκλωσάντων αὐτὸν ἕως τοῦ δοῦναι Κύριον αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ἴχνη τῶν ποδῶν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 5,17               “συ γνωρίζεις ότι ο πατήρ μου ο Δαυίδ δεν ημπορούσε να ανοικοδομήση ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματος του Κυρίου του Θεού μου εξ αιτίας των πολέμων, τους οποίους είχε διεξαγάγει ολόγυρα, μέχρις ότου ο Κυριος υπέταξεν υπό τους πόδας του Δαυίδ όλους αυτούς τους εχθρούς του.

Γ Βασ. 5,18        καὶ νῦν ἀνέπαυσε Κύριος ὁ Θεός μου ἐμοὶ κυκλόθεν· οὐκ ἔστιν ἐπίβουλος καὶ οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα πονηρόν.

Γ Βασ. 5,18               Και τώρα Κυριος ο Θεός έδωσεν εις εμέ ειρήνην και ησυχίαν από τους γύρω μου εχθρούς. Κανείς πλέον εχθρός δεν υπάρχει, ούτε και υφίσταται κανένα θέμα επικίνδυνον και πονηρόν, ικανόν να διαταράξη την ειρήνην.

Γ Βασ. 5,19        καὶ ἰδοὺ ἐγὼ λέγω οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου, λέγων· ὁ υἱός σου, ὃν δώσω ἀντὶ σοῦ ἐπὶ τὸν θρόνον σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἴκον τῷ ὀνόματί μου.

Γ Βασ. 5,19               Και έτσι εγώ λέγω και επήρα την απόφασιν, να οικοδομήσω ναόν στο όνομα Κυρίου του Θεού μου, όπως είπε Κυριος ο Θεός προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ λέγων· Ο υιός σου, τον οποίον εγώ προορίζω να σε διαδεχθή στον βασιλικόν σου θρόνον, αυτός θα οικοδομήση τον ναόν επ' ονόματί μου.

Γ Βασ. 5,20        καὶ νῦν ἔντειλαι καὶ κοψάτωσάν μοι ξύλα ἐκ τοῦ Λιβάνου, καὶ ἰδοὺ οἱ δοῦλοί μου μετὰ τῶν δούλων σου· καὶ τὸν μισθὸν δουλείας σου δώσω σοι κατὰ πάντα, ὅσα ἂν εἴπῃς, ὅτι σὺ οἶδας ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν εἰδὼς ξύλα κόπτειν καθὼς οἱ Σιδώνιοι.

Γ Βασ. 5,20              Και τώρα δώσε εντολήν να κόψουν δι' εμέ ξύλα από τα δένδρα του όρους Λιβάνου. Ιδού οι δούλοι μου είναι εις την διάθεσίν σου, δια να συνεργασθούν με τους ιδικούς σου δούλους. Εγώ δε θα δώσω ως μισθόν δια τους δούλους σου ο,τι συ μου ζητήσης. Ας αναλάβουν οι δούλοι σου το κόψιμο των δένδρων, διότι, όπως και συ γνωρίζεις, δεν υπάρχουν εις την περιοχήν μας ξυλοκόποι ικανοί, όπως είναι οι Σιδώνιοι”.

Γ Βασ. 5,21        καὶ ἐγενήθη καθὼς ἤκουσε Χιρὰμ τῶν λόγων Σαλωμών, ἐχάρη σφόδρα καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς ὁ Θεὸς σήμερον, ὃς ἔδωκε τῷ Δαυὶδ υἱὸν φρόνιμον ἐπὶ τὸν λαὸν τὸν πολὺν τοῦτον

Γ Βασ. 5,21               Οταν ο Χιράμ ήκουσε τα λόγια αυτά του Σολομώντος εχάρη πάρα πολύ και είπε· “δοξασμένος ας είναι σήμερον ο Θεός, ο οποίος έδωσεν στον Δαυίδ υιόν τόσον συνετόν ως κυβερνήτην δια τον πολυάριθμον αυτόν λαόν του Ισραήλ”.

Γ Βασ. 5,22        καὶ ἀπέστειλε πρὸς Σαλωμὼν λέγων· ἀκήκοα περὶ πάντων, ὧν ἀπέσταλκας πρός με· ἐγὼ ποιήσω πᾶν θέλημά σου, ξύλα κέδρινα καὶ πεύκινα·

Γ Βασ. 5,22              Ο Χιράμ απήντησε προς τον Σολομώντα και του είπε· “ήκουσα με προσοχήν όλα εκείνα, τα οποία μου παρήγγειλες. Εγώ θα κάμω κάθε τι, που μου εζήτησες, δηλαδή να προμηθεύσω εις σε ξύλα από κέδρον και πεύκην.

Γ Βασ. 5,23        οἱ δοῦλοί μου κατάξουσιν αὐτὰ ἐκ τοῦ Λιβάνου εἰς τὴν θάλασσαν, ἐγὼ θήσομαι αὐτὰ σχεδίας ἕως τοῦ τόπου, οὗ ἐὰν ἀποστείλῃς πρός με, καὶ ἐκτινάξω αὐτὰ ἐκεῖ, καὶ σὺ ἀρεῖς· καὶ ποιήσεις τὸ θέλημά μου, τοῦ δοῦναι ἄρτους τῷ οἴκῳ μου.

Γ Βασ. 5,23               Οι δούλοι μου θα κόψουν και θα καταβιβάσουν αυτά από το όρος Λιβανον εις την θάλασσαν, θα τα τοποθετήσω επάνω εις σχεδίας και θα τα μεταφέρω δια θαλάσσης έως εις την παράλιον περιοχήν, την οποίαν συ θα μου ορίσης. Εκεί εγώ θα τα αποθέσω, και από εκεί εσύ θα τα πάρης. Συ δε θα εκπληρώσης και το ιδικόν μου θέλημα θα δώσης δηλαδή τρόφιμα στον οίκον μου”.

Γ Βασ. 5,24        καὶ ἦν Χιρὰμ διδοὺς τῷ Σαλωμὼν κέδρους καὶ πεύκας καὶ πᾶν θέλημα αὐτοῦ.

Γ Βασ. 5,24              Πράγματι ο Χιράμ εχορηγούσε στον Σολομώντα κέδρα και πεύκα και ο,τι άλλο εκείνος ήθελε.

Γ Βασ. 5,25        καὶ Σαλωμὼν ἔδωκε τῷ Χιρὰμ εἴκοσι χιλιάδας κόρους πυροῦ καὶ μαχεὶρ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ εἴκοσι χιλιάδας βαὶθ ἐλαίου κεκομμένου· κατὰ τοῦτο ἐδίδου Σαλωμὼν τῷ Χιρὰμ κατ᾿ ἐνιαυτόν.

Γ Βασ. 5,25               Ο δε Σολομών έδιδε τακτικώς στον Χιράμ τέσσαρα και πλέον εκατομμύρια κιλά σίτου και τροφάς δια τον βασιλικόν του οίκον. Ακόμη δε τετρακοσίας είκοσι χιλιάδας και πλέον κιλά ελαίου από τα ελαιοπιεστήρια. Αυτό το ποσόν έδιδε κάθε έτος ο Σολομών στον Χιράμ.

Γ Βασ. 5,26        καὶ Κύριος ἔδωκε σοφίαν τῷ Σαλωμών, καθὼς ἐλάλησεν αὐτῷ· καὶ ἦν εἰρήνη ἀνὰ μέσον Χιρὰμ καὶ ἀνὰ μέσον Σαλωμών, καὶ διέθεντο διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτῶν.

Γ Βασ. 5,26              Ο Κυριος έδωσε σοφίαν στον Σολομώντα, όπως είχεν υποσχεθή εις αυτόν. Και επικρατούσε ειρήνη μεταξύ του Χιράμ και του Σολομώντος. Αυτοί συνήψαν συμφωνίαν μεταξύ των.

Γ Βασ. 5,27        καὶ ἀνήνεγκεν ὁ βασιλεὺς φόρον ἐκ παντὸς Ἰσραήλ, καὶ ἦν ὁ φόρος τριάκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν.

Γ Βασ. 5,27               Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Σολομών, ώρισεν ως αχθοφόρους από όλους τους Ισραηλίτας τριάντα χιλιάδες άνδρας.

Γ Βασ. 5,28        καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν Λίβανον, δέκα χιλιάδες ἐν τῷ μηνί, ἀλλασσόμενοι, μῆνα ἦσαν ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ δύο μῆνας ἐν οἴκῳ αὐτῶν· καὶ Ἀδωνιρὰμ ἐπὶ τοῦ φόρου.

Γ Βασ. 5,28              Εστειλε δε αυτούς εις τα όρος Λιβανον, δια να εργάζωνται ανά δέκα χιλιάδες κατά μήνα. Αυτοί ενηλλάσσοντο, ώστε ένα μήνα ήσαν στον Λιβανον και δύο μήνας ευρίσκοντο εις τα σπίτια των. Επόπτης δε αυτών ήτο ο Αδωνιράμ.

Γ Βασ. 5,29        καὶ ἦν τῷ Σαλωμὼν ἑβδομήκοντα χιλιάδες αἴροντες ἄρσιν καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδες λατόμων ἐν τῷ ὄρει,

Γ Βασ. 5,29              Υπήρχον ακόμη εις την υπηρεσίαν του Σολομώντος εβδομήκοντα χιλιάδες αχθοφόροι και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμοι στο όρος.

Γ Βασ. 5,30        χωρὶς τῶν ἀρχόντων τῶν καθεσταμένων ἐπὶ τῶν ἔργων τῷ Σαλωμών, τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι ἐπιστάται οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα.

Γ Βασ. 5,30               Εις αυτούς δεν συμπεριελαμβάνοντο οι επόπται των έργων, τους οποίους είχε διορίσει ο Σολομών και των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας εξακοσίους.

Γ Βασ. 5,32        καὶ ἡτοίμασαν τοὺς λίθους καὶ τὰ ξύλα τρία ἔτη.

Γ Βασ. 5,32               Αυτοί εργαζόμενοι επί τρία κατά συνέχειαν έτη ητοίμασαν όλους τους λίθους και τα ξύλα.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 6

 

Γ Βασ. 6,1          Καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ καὶ τετρακοσιοστῷ ἔτει τῆς ἐξόδου υἱῶν Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, τῷ ἔτει τῷ τετάρτῳ ἐν μηνὶ τῷ δευτέρῳ βασιλεύοντος τοῦ βασιλέως Σαλωμὼν ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ, (Κεφ. Ε 31 )

Γ Βασ. 6,1                 Κατά το τετρακοσιοστόν τεσσαρακοστόν έτος από της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου και κατά τον δεύτερον μήνα του τετάρτου έτους, που εβασίλευεν ο Σολομών στον ισραηλιτικόν λαόν,

Γ Βασ. 6,1α        καὶ ἐνετείλατο ὁ βασιλεὺς ἵνα αἴρωσι λίθους μεγάλους τιμίους εἰς τὸν θεμέλιον τοῦ οἴκου, καὶ λίθους ἀπελεκήτους. (Κεφ. Ε 32)

Γ Βασ. 6,1α                ο βασιλεύς Σολομών διέταξε και μετέφεραν τους μεγάλους και ωραίους λίθους δια τα θεμέλια του ναού. Αυτοί δε οι λίθοι ήσαν απελέκητοι.

Γ Βασ. 6,1β        καὶ ἐπελέκησαν οἱ υἱοὶ Σαλωμὼν καὶ οἱ υἱοὶ Χιρὰμ καὶ ἔβαλαν αὐτούς.

Γ Βασ. 6,1β               Αυτούς τους λίθους είχον κόψει προηγουμένως οι δούλοι του Σολομώντος και οι δούλοι του Χιράμ από το όρος και κατόπιν, αφού τους επελέκησαν, τους έθεσαν ως θεμέλιον του ναού.

Γ Βασ. 6,1γ        ἐν τῷ ἔτει τῷ τετάρτῳ ἐθεμελίωσε τὸν οἶκον Κυρίου ἐν μηνὶ Νισώ, καὶ τῷ δευτέρῳ μηνὶ

Γ Βασ. 6,1γ               Κατά δε το τέταρτον έτος και τον μήνα Νισώ, τον δεύτερον αυτόν μήνα, εθεμελίωσεν ο Σολομών τον ναόν του Κυρίου.

Γ Βασ. 6,1δ        ἐν ἑνδεκάτῳ ἐνιαυτῷ, ἐν μηνὶ Βαὰλ (οὗτος ὁ μὴν ὁ ὄγδοος) συνετελέσθη ὁ οἶκος εἰς πάντα λόγον αὐτοῦ καὶ εἰς πᾶσαν διάταξιν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 6,1δ               Κατά δε το ενδέκατον έτος, τον μήνα Βαάλ (αυτός είναι ο όγδοος μην) απεπερατώθη ο ναός του Θεού καθ' όλην την αρχιτεκτονικήν αυτού και την άλλην τάξιν.

Γ Βασ. 6,2          καὶ ὁ οἶκος, ὃν ᾠκοδόμησεν ὁ βασιλεὺς τῷ Κυρίῳ, τεσσαράκοντα ἐν πήχει μῆκος αὐτοῦ καὶ εἴκοσιν ἐν πήχει πλάτος αὐτοῦ καὶ πέντε καὶ εἴκοσιν ἐν πήχει τὸ ὕψος αὐτοῦ.

Γ Βασ. 6,2                 Ο οίκος αυτός του Κυρίου, τον οποίον ανοικοδόμησεν ο βασιλεύς Σολομών προς τιμήν του Κυρίου, είχε μήκος μεν τεσσαράκοντα εβραϊκούς πήχεις, πλάτος είκοσι πήχεις και οψος είκοσι πέντε πήχεις.

Γ Βασ. 6,3          καὶ τὸ αἰλὰμ κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ, εἴκοσιν ἐν πήχει μῆκος αὐτοῦ εἰς τὸ πλάτος τοῦ οἴκου καὶ δέκα ἐν πήχει τὸ πλάτος αὐτοῦ κατὰ πρόσωπον τοῦ οἴκου. καὶ ᾠκοδόμησε τὸν οἶκον καὶ συνετέλεσεν αὐτόν.

Γ Βασ. 6,3                 Εμπρός στον ναόν υπήρχεν η στοα. Το μήκος της προσόψεώς της ήτο τόσοι, πήχεις, όσον ήτο το πλάτος του ναού, δηλαδή είκοσι πήχεις. Το δε βάθος της στοάς, που έφθανε μέχρι του ναού, ήτο δέκα πήχεις. Ετσι ανοικοδόμησε και έφερεν εις πέρας ο Σολομών τον ναόν τούτον του Κυρίου.

Γ Βασ. 6,4          καὶ ἐποίησε τῷ οἴκῳ θυρίδας παρακυπτομένας κρυπτάς.

Γ Βασ. 6,4                 Ο βασιλεύς διέταξε και κατεσκεύασαν στον ναόν παράθυρα με κιγκλιδώματα.

Γ Βασ. 6,5          καὶ ἔδωκεν ἐπὶ τὸν τοῖχον τοῦ οἴκου μέλαθρα κυκλόθεν τῷ ναῷ καὶ τῷ δαβὶρ καὶ ἐποίησε πλευρὰς κυκλόθεν.

Γ Βασ. 6,5                 Προς τον παρά τον τοίχον του κυρίως ναού χώρον και γύρω από τον ναόν τούτον και από το άδυτον του ναού διέταξεν ο Σολομών και κατεσκεύασαν δωμάτια. Τα δωμάτια ήσαν εις επαλλήλους ορόφους γύρω από τον ναόν.

Γ Βασ. 6,6          ἡ πλευρὰ ἡ ὑποκάτω πέντε πήχεων ἐν πήχει τὸ πλάτος αὐτῆς, καὶ τὸ μέσον ἕξ, καὶ ἡ τρίτη ἑπτὰ ἐν πήχει τὸ πλάτος αὐτῆς· ὅτι διάστημα ἔδωκε τῷ οἴκῳ κυκλόθεν ἔξωθεν τοῦ οἴκου, ὅπως μὴ ἐπιλαμβάνωνται τῶν τοίχων τοῦ οἴκου.

Γ Βασ. 6,6                 Ο πρώτος όροφος, ο κατώτερος, είχε πλάτος πέντε πήχεις, ο μεσαίος εξ πήχεις και ο τρίτος επτά πήχεις. Μεταξύ των οικοδομημάτων αυτών και του κυρίως ναού υπήρχε, σεβασμού ένεκεν, μία απόστασις, δια να μη εγγίζουν αυτά τα οικοδομήματα στον τοίχον του ναού.

Γ Βασ. 6,7          καὶ ὁ οἶκος ἐν τῷ οἰκοδομεῖσθαι αὐτὸν λίθοις ἀκροτόμοις ἀργοῖς ᾠκοδομήθη, καὶ σφῦρα καὶ πέλεκυς καὶ πᾶν σκεῦος σιδηροῦν οὐκ ἠκούσθη ἐν τῷ οἴκῳ ἐν τῷ οἰκοδομεῖσθαι αὐτόν.

Γ Βασ. 6,7                 Δια την ανοικοδόμησιν του ναού εχρησιμοποιήθησαν συμπαγείς λίθοι, οι οποίοι δεν είχον ανάγκην κατεργασίας. Ησαν μεγάλοι και έτοιμοι. Ετσι δε κανένα σιδερένιο εργαλείον, κανείς πέλεκυς και κανένα σφυρί δεν ηκούσθη στον ναόν κατά το διάστημα της ανοικοδομήσεως.

Γ Βασ. 6,8          καὶ ὁ πυλὼν τῆς πλευρᾶς τῆς ὑποκάτωθεν ὑπὸ τὴν ὠμίαν τοῦ οἴκου τὴν δεξιάν, καὶ ἑλικτὴ ἀνάβασις εἰς τὸ μέσον καὶ ἐκ τῆς μέσης ἐπὶ τὰ τριώροφα,

Γ Βασ. 6,8                 Εις το δεξιόν μέρος του ναού, στο ισόγειον των παραπλεύρως οικοδομημάτων, υπήρχε μία πύλη, η οποία με ελικοειδή κλίμακα ωδηγούσε στον μεσαίον όροφον και από εκεί στον τρίτον όροφον.

Γ Βασ. 6,9          καὶ ᾠκοδόμησε τὸν οἶκον καὶ συνετέλεσεν αὐτόν· καὶ ἐκοιλοστάθμησε τὸν οἶκον κέδροις.

Γ Βασ. 6,9                 Ο Σολομών οικοδόμησε και έφερεν εις πέρας τον ναόν. Εχρησιμοποίησε δε δια τον ναόν ξυλείαν από κέδρους.

Γ Βασ. 6,10        καὶ ᾠκοδόμησε τοὺς ἐνδέσμους δι᾿ ὅλου τοῦ οἴκου πέντε ἐν πήχει τὸ ὕψος αὐτοῦ, καὶ συνέσχε τὸν σύνδεσμον ἐν ξύλοις κεδρίνοις.

Γ Βασ. 6,10               Ανοικοδόμησε γύρω από τον ναόν και δωμάτια. Το ύψος του κάθε δωματίου ήτο πέντε πήχεις. Δια το όλον αυτό οικοδομικόν συγκρότημα εχρησιμοποίησε κέδρους.

Γ Βασ. 6,11        [Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαλωμὼν λέγων·

Γ Βασ. 6,11                Είπε δε τότε ο Κυριος προς τον Σολομώντα·

Γ Βασ. 6,12        ὁ οἶκος οὗτος, ὃν σὺ οἰκοδομεῖς, ἐὰν ὁδεύῃς τοῖς προστάγμασί μου καὶ τὰ κρίματά μου ποιῇς καὶ φυλάσσῃς πάσας τὰς ἐντολάς μου ἀναστρέφεσθαι ἐν αὐταῖς, στήσω τὸν λόγον μου, ὃν ἐλάλησα πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα σου

Γ Βασ. 6,12               “ο ναός αυτός, τον οποίον συ οικοδομείς, θα δοξασθή και θα με δόξαση, εάν συ πορευθής σύμφωνα με τα προστάγματά μου και εφαρμόσης τας αποφάσεις μου και φυλάξης όλας τας εντολάς μου, αναστρεφόμενος και ζων σύμφωνα με αυτά. Και τότε εγώ θα τηρήσω και θα εφαρμόσω την υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκα στον πατέρα σου Δαυίδ·

Γ Βασ. 6,13        καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω τὸν λαόν μου Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 6,13               θα κατασκηνώσω δηλαδή εν μέσω του Ισραηλιτικού λαού και δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν”.

Γ Βασ. 6,14        καὶ ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τὸν οἶκον καὶ συνετέλεσε αὐτόν.]

Γ Βασ. 6,14               Ο Σολομών, οικοδομών κατ' αυτόν τον τρόπον, επεράτωσε την ανοικοδόμησιν του ναού.

Γ Βασ. 6,15        καὶ ᾠκοδόμησε τοὺς τοίχους τοῦ οἴκου ἔσωθεν διὰ ξύλων κεδρίνων ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τοῦ οἴκου καὶ ἕως τῶν τοίχων καὶ ἕως τῶν δοκῶν· ἐκοιλοστάθμησε συνεχόμενα ξύλοις ἔσωθεν καὶ περιέσχε τὸ ἔσω τοῦ οἴκου ἐν πλευραῖς πευκίναις.

Γ Βασ. 6,15               Ενέδυσε δε τους εσωτερικούς τοίχους του ναού από το έδαφος έως εις τας δοκούς της οροφής με ξύλα κέδρινα εφαρμοστά. Ολον το δάπεδον του ναού έστρωσε με σανίδας εκ πεύκων.

Γ Βασ. 6,16        καὶ ᾠκοδόμησε τοὺς εἴκοσι πήχεις ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ τοίχου τὸ πλευρὸν τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἕως τῶν δοκῶν, καὶ ἐποίησε ἐκ τοῦ δαβὶρ εἰς τὸ ἅγιον τῶν ἁγίων.

Γ Βασ. 6,16               Εις το εσωτερικόν του ναού και εις απόστασιν είκοσι πήχεων από την οπισθίαν πλευράν του κυρίως ναού ανήγειρεν από το έδαφος έως εις την οροφήν το δαβίρ, τα άγια των αγίων.

Γ Βασ. 6,17        καὶ τεσσαράκοντα πήχεων ἦν ὁ ναὸς [ὁ ἐσώτατος

Γ Βασ. 6,17               Ο κυρίως ναός είχε μήκος τεσσαράκοντα πήχεις.

Γ Βασ. 6,18        καὶ διὰ κέδρου πρὸς τὸν οἶκον ἔσω πλοκὴν ἐπαναστήσεις καὶ πέταλον καὶ ἀνάγλυφα πάντα κέδρινα οὐκ ἐφαίνετο λίθος.]

Γ Βασ. 6,18               “Με σανίδας εκ κέδρων θα επενδύσης, είπεν ο Θεός, το εσωτερικόν του ναού. Με σανίδας εκ κέδρου, επί των οποίων θα είναι ανάγλυφα σκαλίσματα ανθέων. Αι σανίδες θα εφαρμόζουν μία προς την άλλην, ώστε να μη φαίνεται ο λίθινος τοίχος του ναού”.

Γ Βασ. 6,19        κατὰ πρόσωπον τοῦ δαβὶρ ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου ἔσωθεν δοῦναι ἐκεῖ τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου.

Γ Βασ. 6,19               Το τμήμα του ναού, που ελέγετο Αγια, ήτο έμπροσθεν του αδύτου, το οποίον ευρίσκετο εις το βάθος του ναού. Εχρησίμευε δε το άδυτον, δια να τοποθετήται εκεί η Κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου.

Γ Βασ. 6,20        εἴκοσι πήχεις μῆκος καὶ εἴκοσι πήχεις πλάτος καὶ εἴκοσι πήχεις τὸ ὕψος αὐτοῦ, καὶ παριέσχεν αὐτὸ χρυσίῳ συγκεκλεισμένῳ. καὶ ἐποίησε θυσιαστήριον [κέδρου

Γ Βασ. 6,20              Το άδυτον, τα Αγια των Αγίων, είχον μήκος είκοσι πήχεις και πλάτος επίσης είκοσι πήχεις και ύψος είκοσι πήχεις. Τα εσωτερικά δε τοιχώματα τούτου είχον καλύψει με καθαρόν χρυσόν. Κατεσκεύασεν επίσης και το θυσιαστήριον του θυμιάματος από ξύλα κέδρινα.

Γ Βασ. 6,21        καὶ περιεπύλωσε Σαλωμὼν τὸν οἶκον ἔνδοθεν χρυσίῳ ἀποκλειστῷ καὶ παρήγαγεν ἐν καθηλώμασι χρυσίου.]

Γ Βασ. 6,21               Ο Σολομών ενέδυσεν εσωτερικώς τον ναόν με ελάσματα από καθαρόν χρυσόν, τα οποία εκάρφωσε με χρυσά καρφιά.

Γ Βασ. 6,21        κατὰ πρόσωπον τοῦ δαβίρ, καὶ περιέσχεν αὐτὸ χρυσίῳ.

Γ Βασ. 6,21               Ετοποθέτησε δε εμπρός εις τα Αγια των Αγίων το θυσιαστήριον του θυμιάματος, το οποίον εκάλυψεν επίσης με χρυσόν.

Γ Βασ. 6,22        καὶ ὅλον τὸν οἶκον περιέσχε χρυσίῳ ἕως συντελείας παντὸς τοῦ οἴκου [καὶ ὅλον τὸ ἔσω τοῦ δαβὶρ ἐπετάλωσε χρυσίῳ.]

Γ Βασ. 6,22              Ολα τα εσωτερικά τοιχώματα του ναού, από το δάπεδον και έως την οροφήν, εκάλυψε με χρυσόν. Ολον τον εσωτερικόν χώρον του Αδύτου εκάλυψεν επίσης με ελάσματα χρυσού.

Γ Βασ. 6,23        καὶ ἐποίησεν ἐν τῷ δαβὶρ δύο Χερουβὶμ δέκα πήχεων μέγεθος ἐσταθμωμένον.

Γ Βασ. 6,23              Μέσα δε στον χώρον αυτόν, εις τα Αγια Αγίων, ετοποθέτησε δύο Χερουβίμ, των οποίων το ύψος ήτο δέκα πήχεις με ακρίβειαν μετρημένους.

Γ Βασ. 6,24        καὶ πέντε πήχεων πτερύγιον τοῦ Χερουβὶμ τοῦ ἑνὸς καὶ πέντε πήχεων πτερύγιον αὐτοῦ τὸ δεύτερον, ἐν πήχει δέκα ἀπὸ μέρους πτερυγίου αὐτοῦ εἰς μέρος πτερυγίου αὐτοῦ·

Γ Βασ. 6,24              Η μία πτέρυξ του ενός Χερουβίμ είχε μήκος πέντε πήχεις. Πέντε πήχεις είχε και η άλλη πτέρυξ του ιδίου Χερουβίμ. Ετσι δε ήσαν δέκα πήχεις από το ένα άκρον της μιας πτέρυγος έως το άλλο άκρον της άλλης πτέρυγος του ιδίου Χερουβίμ.

Γ Βασ. 6,25        οὕτως τῷ Χερουβὶμ τῷ δευτέρῳ, ἐν μέτρῳ ἑνὶ συντέλεια μία ἀμφοτέροις.

Γ Βασ. 6,25              Τας αυτάς διαστάσεις είχε και το δεύτερον Χερουβίμ. Αι διαστάσεις και η μορφή ήσαν τα ίδια και δια τα δύο Χερουβίμ.

Γ Βασ. 6,26        καὶ τὸ ὕψος τοῦ Χεροὺβ τοῦ ἑνὸς δέκα ἐν πήχει, καὶ οὕτω τῷ Χεροὺβ τῷ δευτέρῳ.

Γ Βασ. 6,26              Το ύψος του ενός Χερουβείμ ήτο δέκα πήχεις. Επίσης δε δέκα πήχεις ήτο και το ύψος του άλλου Χερουβείμ.

Γ Βασ. 6,27        καὶ ἀμφότερα τὰ Χερουβὶμ ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου τοῦ ἐσωτάτου· καὶ διεπέτασε τὰς πτέρυγας αὐτῶν, καὶ ἥπτετο πτέρυξ μία τοῦ τοίχου, καὶ πτέρυξ Χεροὺβ τοῦ δευτέρου ἥπτετο τοῦ τοίχου τοῦ δευτέρου, καὶ αἱ πτέρυγες αὐτῶν ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου ἥπτοντο πτέρυξ πτέρυγος.

Γ Βασ. 6,27              Και τα δύο Χερουβίμ ευρίσκοντο στο μέσον του χώρου, που ονομάζεται Αγια Αγίων. Είχον ανοικτάς τας πτέρυγάς των και η μία πτέρυξ του ενός Χερουβείμ ήγγιζεν στον τοίχον, η δε άλλη πτέρυξ του άλλου Χερουβείμ στον απέναντι τοίχον. Αι δε δύο άλλαι πτέρυγες των Χερουβίμ ήγγιζαν η μία την άλλην.

Γ Βασ. 6,28        καὶ περιέσχε τὰ Χερουβὶμ χρυσίῳ.

Γ Βασ. 6,28              Ο Σολομών περιέβαλε και αυτά τα Χερουβίμ με χρυσόν.

Γ Βασ. 6,29        καὶ πάντας τοὺς τοίχους τοῦ οἴκου κύκλῳ ἐγκολαπτὰ ἔγραψε γραφίδι Χερουβίμ, καὶ φοίνικες τῷ ἐσωτέρῳ καὶ τῷ ἐξωτέρῳ.

Γ Βασ. 6,29              Με ειδικόν δε εργαλείον εχάραξεν εις όλας τας εσωτερικάς και εξωτερικάς πλευράς του τοίχου του ναού και του αδύτου αναγλύφους μορφάς Χερουβίμ και φοινίκων.

Γ Βασ. 6,30        καὶ τὸ ἔδαφος τοῦ οἴκου περιέσχε χρυσίῳ, τοῦ ἐσωτάτου καὶ τοῦ ἐξωτάτου.

Γ Βασ. 6,30              Το δάπεδον δε του ναού, τόσον του εσωτάτου, του Αγίου των Αγίων, όσον και του εξωτερικού, των Αγίων, εκάλυψε με χρυσόν.

Γ Βασ. 6,31        καὶ τῷ θυρώματι τοῦ δαβὶρ ἐποίησε θύρας ξύλων ἀρκευθίνων εἰς φλιὰς πενταπλᾶς

Γ Βασ. 6,31               Κατεσκεύασε δε και θύραν του αδύτου, της οποίας τα πενταπλά θυρόφυλλα ήσαν από ξύλον αρκεύθου.

Γ Βασ. 6,32        καὶ δύο θύρας ξύλων πευκίνων καὶ ἐγκολαπτὸν ἐπ᾿ αὐτῶν ἐγκεκολαμμένα Χερουβὶμ καὶ φοίνικας καὶ πέταλα διαπεπετασμένα· καὶ περιέσχε χρυσίῳ καὶ κατέβαινεν ἐπὶ τὰ Χερουβὶμ καὶ ἐπὶ τοὺς φοίνικας τὸ χρυσίον.

Γ Βασ. 6,32              Εις τα θυρόφυλλα δέ, που είχαν κατασκευασθή από ξύλα πεύκου, είχαν χαραχθή ανάγλυφοι μορφαί Χερουβίμ, φοινίκων και ανοιγμένων ανθέων. Και αυτά τα ενέδυσε με χρυσόν. Ο χρυσός αυτός κατέβαινε και εις τας αναγλύφους μορφάς των Χερουβίμ και των φοινίκων.

Γ Βασ. 6,33        καὶ οὕτως ἐποίησε τῷ πυλῶνι τοῦ ναοῦ, φλιαὶ ξύλων ἀρκευθίνων, στοαὶ τετραπλῶς.

Γ Βασ. 6,33               Καθ' όμοιον τρόπον κατεσκεύασε θύραν δια τα Αγια του κυρίως ναού. Οι παραστάται αυτής ήσαν από ξύλον αρκεύθου. Το δε άνοιγμά της είχε σχήμα τετραπλεύρου.

Γ Βασ. 6,34        καὶ ἐν ἀμφοτέραις ταῖς θύραις ξύλα πεύκινα· δύο πτυχαὶ ἡ θύρα ἡ μία καὶ στροφεῖς αὐτῶν, καὶ δύο πτυχαὶ ἡ θύρα ἡ δευτέρα, στρεφόμενα·

Γ Βασ. 6,34              Και τα δύο θυρόφυλλα είχον καταακευασθή από ξύλα πεύκης. Το ένα θυρόφυλλον απετελείτο από δύο ξύλινα τμήματα, τα οποία δια στροφίγγων ανοιγόκλειαν. Επίσης και το άλλο θυρόφυλλον είχε κατασκευασθή από δύο ξύλινα τεμάχια, τα οποία δια στροφίγγων επίσης ανοιγόκλειαν.

Γ Βασ. 6,35        ἐγκεκολαμμένα Χερουβὶμ καὶ φοίνικες καὶ διαπεπετασμένα πέταλα καὶ περιεχόμενα χρυσίῳ καταγομένῳ ἐπὶ τὴν ἐκτύπωσιν.

Γ Βασ. 6,35               Επάνω εις αυτά είχαν χαραχθή Χερουβείμ, φοίνικες και άνθη με ανοικτά τα πέταλα. Είχον δε καλυφθή και αυτά με χρυσόν, ο οποίος εξετείνετο μέχρι και των αναγλύφων παραστάσεων.

Γ Βασ. 6,36        καὶ ᾠκοδόμησε τὴν αὐλὴν τὴν ἐσωτάτην τρεῖς στίχους ἀπελεκήτων, καὶ στίχος κατειργασμένης κέδρου κυκλόθεν.

Γ Βασ. 6,36              Εκτισε κύκλω την εσωτερικήν αυλήν με τρεις σειράς απελεκήτων λίθων και με μίαν σειράν από κέδρινα δοκάρια.

Γ Βασ. 6,36α       καὶ ᾠκοδόμησε τὸ καταπέτασμα τῆς αὐλῆς τοῦ αἰλὰμ τοῦ οἴκου τοῦ κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ.

Γ Βασ. 6,36α             Επίσης κατεσκεύασε το καταπέτασμα του προνάου, ο οποίος ευρίσκετο εμπρός στον κυρίως ναόν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 7

 

Γ Βασ. 7,1          Καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν καὶ ἔλαβε τὸν Χιρὰμ ἐκ Τύρου,

Γ Βασ. 7,1                  Ο βασιλεύς Σολομών έστειλε και εκάλεσε από την Τυρον τον Χιράμ.

Γ Βασ. 7,2          υἱὸν γυναικὸς χήρας, καὶ οὗτος ἀπὸ τῆς φυλῆς τῆς Νεφθαλίμ, καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἀνὴρ Τύριος, τέκτων χαλκοῦ καὶ πεπληρωμένος τῆς τέχνης καὶ συνέσεως καὶ ἐπιγνώσεως τοῦ ποιεῖν πᾶν ἔργον ἐν χαλκῷ· καὶ εἰσηνέχθη πρὸς τὸν βασιλέα Σαλωμὼν καὶ ἐποίησε πάντα τὰ ἔργα.

Γ Βασ. 7,2                 Αυτός ήτο υιός μιας χήρας από την φυλήν Νεφθαλίμ. Ο δε πατήρ του κατήγετο από την Τυρον. Είχεν ειδικότητα εις την κατεργασίαν του χαλκού. Είχεν ανεπτυγμένην την καλαισθησίαν και ήτο πλήρης σοφίας και αντιλήψεως, στο να κατασκευάζη κάθε έργον δια του χαλκού. Αυτός ωδηγήθη στον βασιλέα τον Σολομώντα και ανέλαβε να κατασκευάση όλα τα ιερά σκεύη.

Γ Βασ. 7,3          καὶ ἐχώνευσε τοὺς δύο στήλους τῷ αἰλὰμ τοῦ οἴκου, ὀκτωκαίδεκα πήχεις ὕψος τοῦ στύλου, καὶ περίμετρον τεσσαρεσκαίδεκα πήχεις ἐκύκλου αὐτόν, καὶ τὸ πάχος τοῦ στύλου τεσσάρων δακτύλων τὰ κοιλώματα, καὶ οὕτως ὁ στῦλος ὁ δεύτερος.

Γ Βασ. 7,3                 Εχυσε και κατεσκεύασε δύο στύλους δια την είσοδον του ναού. Το ύψος του ενός στύλου ήτο δέκα οκτώ πήχεις, η δε περίμετρός του ήτο δέκα τέσσαρες πήχεις. Αι προεξοχαί των κοίλον ραβδώσεών του είχον πάχος τέσσαρας δακτύλους. Καθ' όμοιον τρόπον κατεσκευάσθη και ο δεύτερος στύλος.

Γ Βασ. 7,4          καὶ δύο ἐπιθέματα ἐποίησε δοῦναι ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν στύλων, χωνευτὰ χαλκᾶ· πέντε πήχεις τὸ ὕψος τοῦ ἐπιθέματος τοῦ ἑνός, καὶ πέντε πήχεις τὸ ὕψος τοῦ ἐπιθέματος τοῦ δευτέρου.

Γ Βασ. 7,4                 Κατεσκεύασεν επίσης δύο κιονόκρανα, δια να τοποθετηθούν εις τας κορυφάς αυτών των στύλων. Τα έκαμε χωνευτά χάλκινα. Το ύψος του ενός κιονοκράνου ήτο πέντε πήχεις. Πέντε επίσης πήχεις ήτο και το ύψος του κιονοκράνου του άλλου στύλου.

Γ Βασ. 7,5          καὶ ἐποίησε δύο δίκτυα περικαλύψαι τὸ ἐπίθεμα τῶν στύλων, καὶ δίκτυον τῷ ἐπιθέματι τῷ ἑνί, καὶ δίκτυον τῷ ἐπιθέματι τῷ δευτέρῳ.

Γ Βασ. 7,5                 Κατεσκεύασε δύο δικτυωτά, δια να περικαλύψη το κιονόκρανον των στύλων. Ενα δικτυωτόν στο κιονόκρανον του ενός στύλου και άλλο δικτυωτόν στο κιονόκρανον του δευτέρου.

Γ Βασ. 7,6          καὶ ἔργον κρεμαστόν, δύο στίχοι ῥοῶν χαλκῶν δεδικτυωμένοι, ἔργον κρεμαστόν, στίχος ἐπὶ στίχον· καὶ οὕτως ἐποίησε τῷ ἐπιθέματι τῷ δευτέρῳ.

Γ Βασ. 7,6                 Επίσης κατεσκεύασε δια το κάθε κιονόκρανον ένα καλλιτεχνικόν κρεμαστόν ανάγλυφον. Αυτό απετελείτο από δύο σειράς χαλκίνων ομοιωμάτων καρπών ροδιάς εντός του δικτύου. Ητο δε κρεμαστόν εις δύο σειράς παραλλήλους. Το ίδιο καλλιτεχνικόν έργον έκαμε και δια το δεύτερον κιονόκρανον.

Γ Βασ. 7,7          καὶ ἔστησε τοὺς στύλους τοῦ αἰλὰμ τοῦ ναοῦ· καὶ ἔστησε τὸν στῦλον τὸν ἕνα καὶ ἐπεκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰαχούμ· καὶ ἔστησε τὸν στῦλον τὸν δεύτερον καὶ ἐπεκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Βαάς.

Γ Βασ. 7,7                 Τους δύο αυτούς στύλους ετοποθέτησεν εις την είσοδον του ναού. Ετοποθέτησε τον πρώτον στύλον, τον οποίον ωνόμασεν Ιαχούμ. Ετοποθέτησεν έπειτα τον δεύτερον στύλον, τον οποίον ωνόμασε Βαάς.

Γ Βασ. 7,8          καὶ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν στύλων ἔργον κρίνου κατὰ τὸ αἰλὰμ τεσσάρων πηχῶν.

Γ Βασ. 7,8                 Επάνω δε από τους στύλους αυτούς, που είχαν τοποθετηθή εις την είσοδον του ναού, ετοποθετήθη χάλκινον ομοίωμα κρίνου ύψους τεσσάρων πήχεων.

Γ Βασ. 7,9          καὶ μέλαθρον ἐπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν στύλων, καὶ ἐπάνωθεν τῶν πλευρῶν ἐπίθεμα τὸ μέλαθρον τῷ πάχει.

Γ Βασ. 7,9                 Επάνω δε από αυτό υπήρχεν επιστύλιον και στους δύο στύλους. Εις την άνω επιφάνειαν των επιστυλίων υπήρχε κιονόκρανον με πάχος ίσον προς το επιστύλιον.

Γ Βασ. 7,10        καὶ ἐποίησε τὴν θάλασσαν δέκα ἐν πήχει ἀπὸ τοῦ χείλους αὐτῆς ἕως τοῦ χείλους αὐτῆς, στρογγύλον κύκλῳ τὸ αὐτό· πέντε ἐν πήχει τὸ ὕψος αὐτῆς, καὶ συνηγμένοι τρεῖς καὶ τριάκοντα ἐν πήχει ἐκύκλουν αὐτήν.

Γ Βασ. 7,10               Κατεσκεύασεν επίσης την χαλκίνην θάλασσαν. Η απόστασις του ενός χείλους από το άλλο, η διάμετρος δηλαδή της επιφανείας της θαλάσσης, ήτο δέκα πήχεις. Αυτή ήτο ολόγυρα στρογγυλή. Το ύψος της ήτο πέντε πήχεις, η δε περίμετρος, που περιέβαλλε το χείλος της, ήτο τριάκοντα τρεις πήχεις.

Γ Βασ. 7,11        καὶ ὑποστηρίγματα ὑποκάτωθεν τοῦ χείλους αὐτῆς κυκλόθεν ἐκύκλουν αὐτήν, δέκα ἐν πήχει κυκλόθεν

Γ Βασ. 7,11                Κατω από το χείλος και γύρω-γύρω περιέβαλλον την θάλασσαν αυτήν δέκα υποστηρίγματα απέχοντα το ένα από το άλλο ένα πήχυν.

Γ Βασ. 7,12        καὶ τὸ χεῖλος αὐτῆς ὡς ἔργον χείλους ποτηρίου, βλαστὸς κρίνου, καὶ τὸ πάχος αὐτοῦ παλαιστής.

Γ Βασ. 7,12               Το χείλος της θαλάσσης ήτο ωσάν το χείλος του ποτηρίου, όπως ο βλαστός του κρίνου, το δε πάχος του χείλους αυτού ήτο μία παλάμη.

Γ Βασ. 7,13        καὶ δώδεκα βόες ὑποκάτω τῆς θαλάσσης, οἱ τρεῖς ἐπιβλέποντες βοῤῥᾶν καὶ οἱ τρεῖς ἐπιβλέποντες θάλασσαν καὶ οἱ τρεῖς ἐπιβλέποντες νότον καὶ οἱ τρεῖς ἐπιβλέποντες ἀνατολήν, καὶ πάντα τὰ ὀπίσθια εἰς τὸν οἶκον, καὶ ἡ θάλασσα ἐπ᾿ αὐτῶν ἐπάνωθεν.

Γ Βασ. 7,13               Κατω από την χαλκίνην αυτήν θάλασσαν υπήρχον δώδεκα ομοιώματα χαλκίνων βοών. Οι τρεις από αυτούς έστρεφον το πρόσωπόν των προς βορράν, οι άλλοι τρεις έβλεπαν προς την Μεσόγειον Θαλασσαν, δηλαδή προς δυσμάς, οι άλλοι τρεις προς νότον και οι άλλοι τρεις έβλεπαν προς ανατολάς. Τα πίσω μέρη των ήσαν εστραμμένα προς το κέντρον εντός της αυλής του ναού. Επάνω εις αυτούς εστηρίζετο η χαλκίνη θάλασσα.

Γ Βασ. 7,14        καὶ ἐποίησε δέκα μεχωνὼθ χαλκᾶς· πέντε πήχεις μῆκος τῆς μεχωνὼθ τῆς μιᾶς, καὶ τέσσαρες πήχεις τὸ πλάτος αὐτῆς, καὶ ἓξ ἐν πήχει τὸ ὕψος αὐτῆς.

Γ Βασ. 7,14               Κατεσκεύασεν επίσης δέκα κινητά χάλκινα πλυντήρια. Το μήκος κάθε τοιούτου δοχείου ήτο πέντε πήχεις, το πλάτος του τέσσαρες πήχεις και το ύψος του εξ πήχεις.

Γ Βασ. 7,15        καὶ τοῦτο τὸ ἔργον τῶν μεχωνὼθ συγκλειστὸν αὐτοῖς, καὶ συγκλειστὸν ἀνὰ μέσον τῶν ἐξεχομένων.

Γ Βασ. 7,15               Τα πλυντήρια δε αυτά είχαν την εξής κατασκευήν· Ησαν κλεισμένα υδατοστεγώς με παραπλεύρους πλάκας. Αι πλάκες αυταί ευρίσκοντο μέσα εις πλαίσια, που προεξείχον.

Γ Βασ. 7,16        καὶ ἐπὶ τὰ συγκλείσματα αὐτῶν ἀνὰ μέσον τῶν ἐξεχομένων λέοντες καὶ βόες καὶ Χερουβίμ, καὶ ἐπὶ τῶν ἐξεχομένων οὕτως· καὶ ἐπάνωθεν καὶ ὑποκάτωθεν τῶν λεόντων καὶ τῶν βοῶν χῶραι, ἔργον καταβάσεως

Γ Βασ. 7,16               Εις τας πλευράς μεταξύ των πλαισίων των προεξεχόντων ήσαν σκαλισμένοι λέοντες, βόες και Χερουβίμ. Αι ίδιαι παραστάσεις υπήρχον και εις τα προεξέχοντα πλαίσια. Επάνω και υποκάτω από τας παραστάσεις των λεόντων και των βοών υπήρχον ανάγλυφοι παραστάσεις, που προεξείχαν τόσον, ώστε να φαίνωνται ότι εκρέμαντο επάνω από τας παραστάσεις των λεόντων και των βοών.

Γ Βασ. 7,17        καὶ τέσσαρες τροχοὶ χαλκοῖ τῇ μεχωνὼθ τῇ μιᾷ, καὶ τὰ προσέχοντα χαλκᾶ καὶ τέσσαρα μέρη αὐτῶν, ὠμίαι ὑποκάτω τῶν λουτήρων.

Γ Βασ. 7,17               Εις κάθε δε τέτοιο δοχείον- λουτήρα υπήρχον τέσσαρες χάλκινοι τροχοί και οι άξονες αυτών, οι εξέχοντες, επίσης χαλκοί. Εις τα τέσσαρα προς τα έξω μέρη των τροχών υπήρχον υποστηρίγματα χάλκινα ομοιάζοντα με ώμον, που υπεβάσταζαν τους λουτήρας αυτούς.

Γ Βασ. 7,18        καὶ χεῖρες ἐν τοῖς τροχοῖς ἐν τῇ μεχωνώθ, καὶ τὸ ὕψος τοῦ τροχοῦ τοῦ ἑνὸς πήχεος καὶ ἡμίσους.

Γ Βασ. 7,18               Επάνω στους τροχούς του κάθε λουτήρος εστηρίζοντο χάλκινοι βραχίονες. Το ύψος εκάστου τροχού ήτο ένας και ήμισυς πήχυς.

Γ Βασ. 7,19        καὶ τὸ ἔργον τῶν τροχῶν ἔργον τροχῶν ἅρματος· αἱ χεῖρες αὐτῶν καὶ οἱ νῶτοι αὐτῶν καὶ ἡ πραγματεία αὐτῶν, τὰ πάντα χωνευτά.

Γ Βασ. 7,19               Οι τροχοί αυτοί ήσαν κατεσκευασμένοι όπως οι τροχοί ενός άρματος· δηλαδή οι βραχίονές των, τα πλευρά και η όλη αυτών κατασκευή ήσαν χωνευτά.

Γ Βασ. 7,20        αἱ τέσσαρες ὠμίαι ἐπὶ τῶν τεσσάρων γωνιῶν τῆς μεχωνὼθ τῆς μιᾶς, ἐκ τῆς μεχωνὼθ οἱ ὦμοι αὐτῆς.

Γ Βασ. 7,20              Εις κάθε λουτήρα υπήρχον τέσσαρα υποστηρίγματα, ένα εις κάθε γωνίαν. Τα υποστηρίγματα αυτά ήσαν κολλημένα στον λουτήρα.

Γ Βασ. 7,21        καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς μεχωνὼθ ἥμισυ τοῦ πήχεος μέγεθος αὐτῆς στρογγύλον κύκλῳ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς μεχωνώθ, καὶ ἀρχὴ χειρῶν αὐτῆς καὶ τὰ συγκλείσματα αὐτῆς, καὶ ἠνοίγετο ἐπὶ τὰς ἀρχὰς τῶν χειρῶν αὐτῆς.

Γ Βασ. 7,21               Εις το άλλο μέρος του λουτήρος υπήρχε το σκέπασμα καθ' όλην την επιφάνειαν, σχήματος κυρτού με κυρτότητα ημίσεος πήχεως. Εις το επάνω μέρος του λουτήρος υπήρχον αι χειρολαβαί, εκεί όπου ήτο το μέρος, στο οποίον ήνοιγε και έκλειεν ο λουτήρ. Ηνοιγε δε και έκλειε με αυτάς τας χειρολαβάς.

Γ Βασ. 7,22        καὶ τὰ συγκλείσματα αὐτῆς Χερουβὶμ καὶ λέοντες καὶ φοίνικες ἑστῶτα, ἐχόμενον ἕκαστον κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἔσω καὶ τὰ κυκλόθεν.

Γ Βασ. 7,22              Επάνω δε εις τα χάλκινα αυτά τεμάχια, τα δια το κλείσιμον και άνοιγμα του λουτήρος, είχον σκαλισθή Χερουβίμ, λέοντες, και φοίνικες όρθιοι. Η κάθε μία δε από τας παραστάσεις αυτάς κατείχε την θέσιν της εσωτερικώς και κύκλω.

Γ Βασ. 7,23        κατ᾿ αὐτὴν ἐποίησε πάσας τὰς δέκα μεχωνώθ, τάξιν μίαν καὶ μέτρον ἐν πάσαις.

Γ Βασ. 7,23               Κατά παρόμοιον τρόπον έκαμε όλους τους δέκα λουτήρας. Είχαν όλοι τας ιδίας διαστάσεις και την αυτήν μορφήν εξ ολοκλήρου.

Γ Βασ. 7,24        καὶ ἐποίησε δέκα χυτροκαύλους χαλκοῦς, τεσσαράκοντα χοεῖς χωροῦντα τὸν ἕνα χυτρόκαυλον μετρήσει τεσσάρων πηχῶν· ὁ χυτρόκαυλος ὁ εἷς ἐπὶ τῆς μεχωνὼθ τῆς μιᾶς ταῖς δέκα μεχωνώθ.

Γ Βασ. 7,24              Κατεσκεύασεν επίσης δέκα μεγάλας χαλκίνας χύτρας. Καθε χύτρα είχε μήκος τέσσαρας πήχεις και εχωρούσε σαράντα αττικούς χόας. Εις κάθε λουτήρα αντιστοιχούσε και μία από τας δέκα αυτάς χύτρας.

Γ Βασ. 7,25        καὶ ἔθετο τὰς πέντε μεχωνὼθ ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου ἐκ δεξιῶν καὶ πέντε ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου ἐξ ἀριστερῶν· καὶ ἡ θάλασσα ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου ἐκ δεξιῶν κατ᾿ ἀνατολὰς ἀπὸ τοῦ κλίτους τοῦ νότου.

Γ Βασ. 7,25               Διέταξε δε ο Σολομών και ετοποθέτησαν τους πέντε λουτήρας εις την δεξιάν πλευράν του ναού και τους άλλους πέντε εις την αριστεράν πλευράν του ναού, την δε χαλκίνην θάλασσαν ετοποθέτησαν προς τα δεξιά του ναού, μεταξύ ανατολής και νότου, ήτοι νοτιοανατολικώς.

Γ Βασ. 7,26        καὶ ἐποίησε Χιρὰμ τοὺς λέβητας καὶ τὰς θερμάστρεις καὶ τὰς φιάλας, καὶ συνετέλεσε Χιρὰμ ποιῶν πάντα τὰ ἔργα, ἃ ἐποίησε τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν οἴκῳ Κυρίου,

Γ Βασ. 7,26              Κατεσκεύασεν ακόμη ο Χιράμ τους λέβητας, τας θερμάστρας και τας φιάλας. Εφερεν εις πέρας όλα τα έργα του ναού, τα οποία του είχεν αναθέσει ο βασιλεύς Σολομών να κατασκευάση στον οίκον του Κυρίου.

Γ Βασ. 7,27        στύλους δύο καὶ τὰ στρεπτὰ τῶν στύλων ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν στύλων δύο καὶ τὰ δίκτυα δύο τοῦ καλύπτειν ἀμφότερα τὰ στρεπτὰ τῶν γλυφῶν τὰ ὄντα ἐπὶ τῶν στύλων,

Γ Βασ. 7,27               Κατεσκεύασε, δηλαδή, τους δύο στύλους και τα περί τας κεφαλάς των δύο αυτών στύλων περιστρεπτά καλλιτεχνήματα. Τα δύο δίκτυα, δια να σκεπάζουν τα ανάγλυφα ομοιώματα αλυσίδων με τας ελικοειδείς στροφάς που υπήρχον στους στύλους.

Γ Βασ. 7,28        τὰς ῥοὰς τετρακοσίας ἀμφοτέροις τοῖς δικτύοις, δύο στίχοι ῥοῶν τῷ δικτύῳ τῷ ἑνὶ περικαλύπτειν ἀμφότερα τὰ ὄντα τὰ στρεπτὰ τῆς μεχωνὼθ ἐπ᾿ ἀμφοτέροις τοῖς στύλοις,

Γ Βασ. 7,28              Κατεσκεύασε τετρακόσια ομοιώματα καρπών ροδιάς, που υπήρχον εις τα δύο δικτυωτά ανάγλυφα. Δυο σειραί από καρπούς ροδιάς υπήρχον στο κάθε δικτυωτόν. Αυτά εχρησίμευαν, δια να σκεπάζουν τας δύο αναγλύφους ελικοειδείς στροφάς των κιονοκράνων.

Γ Βασ. 7,29        καὶ τὰ μεχωνὼθ δέκα καὶ τοὺς χυτροκαύλους δέκα ἐπὶ τῶν μεχωνὼθ

Γ Βασ. 7,29              Ετσι κατεσκεύασε τους δέκα λουτήρας και τας δέκα χύτρας, αι οποίαι θα ήσαν επάνω στους λουτήρας.

Γ Βασ. 7,30        καὶ τὴν θάλασσαν μίαν καὶ τοὺς βόας δώδεκα ὑποκάτω τῆς θαλάσσης

Γ Βασ. 7,30               Κατεσκεύασε μίαν θάλασσαν και υποκάτω από αυτήν τα δώδεκα χάλκινα ομοιώματα βοδιών.

Γ Βασ. 7,31        καὶ τοὺς λέβητας καὶ τὰς θερμάστρεις καὶ τὰς φιάλας καὶ πάντα τὰ σκεύη, ἃ ἐποίησε Χιρὰμ τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν τῷ οἴκῳ Κυρίου· καὶ οἱ στῦλοι τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ οἴκου Κυρίου. πάντα τὰ ἔργα τοῦ βασιλέως, ἃ ἐποίησε Χιράμ, χαλκᾶ ἄρδην·

Γ Βασ. 7,31               Κατεσκεύασε τους λέβητας, τας θερμάστρας, τας φιάλας και όλα τα άλλα ιερά σκεύη, τα οποία ο Χιράμ κατ' εντολήν του βασιλέως Σολομώντος ανέλαβε να κατασκευάση δια τον ναόν του Κυρίου. Οι στύλοι, που κατεσκευάσθησαν στον οίκον του βασιλέως και εις τον ναόν του Κυρίου, ήσαν τεσσαράκοντα οκτώ. Ολα δε αυτά ήσαν εξ ολοκλήρου από χαλκόν.

Γ Βασ. 7,32        οὐκ ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ, οὗ ἐποίησε πάντα τὰ ἔργα ταῦτα, ἐκ πλήθους σφόδρα· οὐκ ἦν τέρμα τῶν σταθμῶν τοῦ χαλκοῦ.

Γ Βασ. 7,32               Δεν ήτο δυνατόν δε να υπολογισθή ο χαλκός, ο οποίος εχρησιμοποιήθη δι' όλα αυτά τα έργα, επειδή ήτο πάρα πολύς. Ο χαλκός αυτός ήτο ανυπολόγιστος.

Γ Βασ. 7,33        ἐν τῷ περιοίκῳ τοῦ Ἰορδάνου ἐχώνευσεν αὐτὰ ἐν τῷ πάχει τῆς γῆς ἀνὰ μέσον Σοκχὼθ καὶ ἀνὰ μέσον Σειρά.

Γ Βασ. 7,33               Το χυτήριον δέ, όπου κατεσκεύασαν όλα αυτά τα χάλκινα είδη, ευρίσκετο εις την περιοχήν του Ιορδάνου εις κάποιον αργιλλώδη τόπον μεταξύ Σοκχώθ και Σειρά.

Γ Βασ. 7,34        καὶ ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν τὰ σκεύη, ἃ ἐποίησεν, ἐν οἴκῳ Κυρίου, τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν καὶ τὴν τράπεζαν, ἐφ᾿ ἧς οἱ ἄρτοι τῆς προσφορᾶς, χρυσῆν,

Γ Βασ. 7,34               Εδωσεν εντολήν ο βασιλεύς Σολομών να κατασκευασθούν επίσης και τα άλλα ιερά χρυσά σκεύη, τα οποία ο ίδιος ο Χιράμ κατεσκεύασε δια τον οίκον του Κυρίου. Δηλαδή το χρυσούν θυσιαστήριον του θυμιάματος, η χρυσή τράπεζα, επάνω εις την οποίαν ετοποθετούντο οι άρτοι της προθέσεως.

Γ Βασ. 7,35        καὶ τὰς λυχνίας πέντε ἐξ ἀριστερῶν καὶ πέντε ἐκ δεξιῶν κατὰ πρόσωπον τοῦ δαβίρ, χρυσᾶς συγκλειομένας, καὶ τὰ λαμπάδια καὶ τοὺς λύχνους καὶ τὰς ἐπαρυστρίδας χρυσᾶς

Γ Βασ. 7,35               Αι χρυσαί λυχνίαι πέντε εξ αριστερών και πέντε εκ δεξιών εντός του χώρου των Αγίων εμπρός εις τα Αγια των Αγίων. Αι λυχνίαι αυταί ήσαν κατασκευασμέναι από καθαρόν χρυσόν μαζή με τα λαμπάδια και τους λύχνους και τα χρυσά λαδικά.

Γ Βασ. 7,36        καὶ τὰ πρόθυρα καὶ οἱ ἧλοι καὶ αἱ φιάλαι καὶ τὰ τρυβλία καὶ αἱ θυΐσκαι χρυσαῖ, σύγκλειστα, καὶ τὰ θυρώματα τῶν θυρῶν τοῦ οἴκου τοῦ ἐσωτάτου, ἁγίου τῶν ἁγίων, καὶ τὰς θύρας τοῦ ναοῦ χρυσᾶς.

Γ Βασ. 7,36               Επίσης αι θύραι, τα καρφιά, αι φιάλαι, τα πινάκια, τα χρυσά θυαιατήρια, ήσαν κατασκευασμένα από καθαρόν χρυσίον. Τα θυρόφυλλα της θύρας του εσωτάτου μέρους του ναού, δηλαδή του Αδύτου, όπως και αι θύραι του ναού, ήτοι των Αγίων, και αυτά ήσαν χρυσά.

Γ Βασ. 7,37        καὶ ἀνεπληρώθη πᾶν τὸ ἔργον, ὃ ἐποίησε Σαλωμὼν οἴκου Κυρίου, καὶ εἰσήνεγκε Σαλωμὼν τὰ ἅγια Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ἅγια Σαλωμών, τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὰ σκεύη, ἔδωκεν εἰς τοὺς θησαυροὺς οἴκου Κυρίου.

Γ Βασ. 7,37               Ετσι δε ωλοκληρώθη όλον το έργον, το οποίον έκαμεν ο Σολομών, δηλαδή ο οίκος του Κυρίου. Κατόπιν ο Σολομών έφερε και έθεσεν στον ναόν του Κυρίου όλα τα αφιερώματα του πατρός του Δαυίδ και κάθε τι, που αυτός ο ίδιος ο Σολομών είχεν αφιερώσει εις άργυρον, χρυσόν και σκεύη. Ολα αυτά τα αφιέρωσεν στο θησαυροφυλάκιον του ναού του Κυρίου.

Γ Βασ. 7,38        Καὶ τὸν οἶκον ἑαυτῷ ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τρισκαίδεκα ἔτεσι.

Γ Βασ. 7,38               Ο Σολομών ανοικοδόμησε και δια τον εαυτόν του ανάκτορον εις χρονικόν διάστημα δέκα τριών ετών.

Γ Βασ. 7,39        καὶ ᾠκοδόμησε τὸν οἶκον δρυμῷ τοῦ Λιβάνου· ἑκατὸν πήχεις μῆκος αὐτοῦ, καὶ πεντήκοντα πήχεις πλάτος αὐτοῦ, καὶ τριάκοντα πηχῶν ὕψος αὐτοῦ· καὶ τριῶν στίχων στύλων κεδρίνων, καὶ ὠμίαι κέδριναι τοῖς στύλοις.

Γ Βασ. 7,39               Ανοικοδόμησεν επίσης και άλλον οίκον, ο οποίος ως εκ των πολλών κέδρων, που εχρησιμοποιήθησαν, υπενθύμιζε το δάσος του Λιβάνου. Το οικοδόμημα αυτό είχε μήκος εκατόν εβραϊκούς πήχεις, πλάτος πεντήκοντα πήχεις και ύψος τριάκοντα πήχεις. Εις το οικοδόμημα αυτό υπήρχον τρεις σειραί από κεδρίνους στύλους, επάνω δε στους στύλους αυτούς υπήρχον δοκάρια κέδρινα.

Γ Βασ. 7,40        καὶ ἐφάτνωσε τὸν οἶκον ἄνωθεν ἐπὶ τῶν πλευρῶν τῶν στύλων, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν στύλων τεσσαράκοντα καὶ πέντε ὁ στίχος·

Γ Βασ. 7,40              Εστέγασε δε τον οίκον με σκεπήν από ξύλα κέδρου επάνω από τους στύλους. Ο δε αριθμός των στύλων ήτο εν συνόλω σαράντα πέντε τακτοποιημένων εις τρεις σειράς.

Γ Βασ. 7,41        καὶ μέλαθρα τρία καὶ χώρα ἐπὶ χώραν τρισσῶς·

Γ Βασ. 7,41               Υπήρχον δε τρεις όροφοι, οι οποίοι διαιρούσαν έτσι το οικοδόμημα από την μίαν πλευράν έως εις την άλλην εις τρία επάλληλα τμήματα.

Γ Βασ. 7,42        καὶ πάντα τὰ θυρώματα καὶ αἱ χῶραι τετράγωνοι μεμελαθρωμέναι καὶ ἀπὸ τοῦ θυρώματος ἐπὶ θύραν τρισσῶς.

Γ Βασ. 7,42              Ολαι αι θύραι και οι παραστάται αυτών ήσαν κατασκευασμένα από τετραγώνους σανίδας, θύραι και παράθυρα του οικοδομήματος εξετείνοντο εις τρεις σειράς.

Γ Βασ. 7,43        καὶ τὸ αἰλὰμ τῶν στύλων πεντήκοντα μῆκος καὶ πεντήκοντα ἐν πλάτει, ἐζυγωμένα, αἰλὰμ ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν, καὶ στῦλοι καὶ πάχος ἐπὶ πρόσωπον αὐτῆς τοῖς αἰλαμμίμ.

Γ Βασ. 7,43               Μια δε άλλη στοά μήκους πεντήκοντα πήχεων και πλάτους πεντήκοντα επίσης πήχεων υπήρχε με στύλους συμμετρικώς τοποθετημένους. Εμπρός από αυτήν υπήρχεν άλλη επίσης στοά με στύλους. Εμπρός δε εις αυτήν την στοάν υπήρχεν υψωμένον έδαφος με κλίμακα δια τας άλλας στοάς.

Γ Βασ. 7,44        καὶ τὸ αἰλὰμ τῶν θρόνων, οὗ κρινεῖ ἐκεῖ, αἰλὰμ τοῦ κριτηρίου.

Γ Βασ. 7,44              Ακόμη δε υπήρχε και η στοά των θρόνων, εκεί όπου εδίκαζεν ο βασιλεύς· η στοά δηλαδή του δικαστηρίου.

Γ Βασ. 7,45        καὶ ὁ οἶκος αὐτῶν, ἐν ᾧ καθήσεται ἐκεῖ, αὐλὴ μία ἐξελισσομένη τούτοις κατὰ τὸ ἔργον τοῦτο· καὶ οἶκον τῇ θυγατρὶ Φαραώ, ἣν ἔλαβε Σαλωμών, κατὰ τὸ αἰλὰμ τοῦτο.

Γ Βασ. 7,45               Επί πλέον υπήρχε και ο οίκος, στον οποίον παρέμενεν ο βασιλεύς μαζή με τους αυλικούς του. Ο οίκος αυτός ήτο κτισμένος εις μίαν αυλήν με στοάς κατά παρόμοιον τρόπον κατασκευασμένος. Κατεσκεύασεν επίσης ο Σολομών δια την θυγατέρα του Φαραώ, την οποίαν είχε λάβει ως σύζυγόν του, όμοιον με την στοάν αυτήν οίκον.

Γ Βασ. 7,46        πάντα ταῦτα ἐκ λίθων τιμίων κεκολαμμένα ἐκ διαστήματος ἔσωθεν καὶ ἐκ τοῦ θεμελίου ἕως τῶν γεισῶν καὶ ἔξωθεν εἰς τὴν αὐλὴν τὴν μεγάλην

Γ Βασ. 7,46              Ολα δε αυτά τα οικοδομήματα είχαν κατασκευασθή από ωραίους λίθους, οι οποίοι εκόπησαν και εσκαλίσθησαν κανονικά και είχαν τοποθετηθή από το θεμέλιον έως στους γείσους της οροφής, στο εσωτερικόν των οικοδομημάτων και εις την μεγάλην εξωτερικήν αυλήν.

Γ Βασ. 7,47        τὴν τεθεμελιωμένην ἐν τιμίοις λίθοις μεγάλοις, λίθοις δεκαπήχεσι καὶ τοῖς ὀκταπήχεσι,

Γ Βασ. 7,47               Αυτή δε η αυλή είχε θεμελιωθή με ωραίους μεγάλους λίθους μήκους δέκα η οκτώ πήχεων.

Γ Βασ. 7,48        καὶ ἐπάνωθεν τιμίοις κατὰ τὸ μέτρον ἀπελεκήτων καὶ κέδροις.

Γ Βασ. 7,48              Επάνω δε από αυτούς υπήρχον προσηρμοσμένοι άλλοι ωραιότατοι λίθοι, σύμφωνα με το μέτρον των απελεκήτων λίθων, και ξύλα από κέδρους.

Γ Βασ. 7,49        τῆς αὐλῆς τῆς μεγάλης κύκλῳ τρεῖς στίχοι ἀπελεκήτων καὶ στίχος κεκολαμμένης κέδρου. καὶ συνετέλεσε Σαλωμὼν ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Γ Βασ. 7,49              Αυτήν δε την αυλήν την περιέβαλλον κύκλω τρεις σειραί από μεγάλους απελέκητους λίθους και μία σειρά δοκάρια από κέδρα καλοκομμένα. Ετσι δε ο Σολομών έφερεν εις πέρας όλον το ανάκτορόν του.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 8

 

Γ Βασ. 8,1          Καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ μετὰ εἴκοσιν ἔτη, τότε ἐξεκκλησίασεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους Ἰσραὴλ ἐν Σιὼν τοῦ ἀνενεγκεῖν τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἐκ πόλεως Δαυὶδ (αὕτη ἐστὶ Σιὼν)

Γ Βασ. 8,1                 Οταν δε ο Σολομών ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του ιδικού του ανακτόρου εις χρονικόν διάστημα είκοσι ετών, εκάλεσεν όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραηλιτικού λαού εις την Σιών, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου από την πόλιν Δαυίδ (αυτή είναι η Σιών).

Γ Βασ. 8,2          ἐν μηνὶ Ἀθανίν.

Γ Βασ. 8,2                 Αυτό έγινε κατά τον μήνα Αθανίν.

Γ Βασ. 8,3          καὶ ᾖραν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν

Γ Βασ. 8,3                 Οι ιερείς εσήκωσαν και μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης

Γ Βασ. 8,4          καὶ τὸ σκήνωμα τοῦ μαρτυρίου καὶ τὰ σκεύη τὰ ἅγια τὰ ἐν τῷ σκηνώματι τοῦ μαρτυρίου,

Γ Βασ. 8,4                 και την Σκηνήν του Μαρτυρίου και τα άγια σκεύη, τα οποία υπήρχον εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Γ Βασ. 8,5          καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἔμπροσθεν τῆς κιβωτοῦ θύοντες πρόβατα καὶ βόας ἀναρίθμητα.

Γ Βασ. 8,5                 Κατά την επίσημον εκείνην πομπήν επροπορεύετο της Κιβωτού ο βασιλεύς και όλος ο Ισραηλιτικός λαός. Καθ' οδόν δε εθυσίαζον αναρίθμητα πρόβατα και βόδια.

Γ Βασ. 8,6          καὶ εἰσφέρουσιν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς εἰς τὸ δαβὶρ τοῦ οἴκου, εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν Χερουβίμ·

Γ Βασ. 8,6                 Οταν η πομπή έφθασεν στον ναόν, οι ιερείς έφεραν και ετοποθέτησαν την Κιβωτόν εις την θέσιν της, στο άδυτον του ναού, εις τα Αγια των Αγίων, κάτω από τας πτέρυγας των Χερουβίμ.

Γ Βασ. 8,7          ὅτι τὰ Χερουβὶμ διαπεπετασμένα ταῖς πτέρυξιν ἐπὶ τὸν τόπον τῆς κιβωτοῦ, καὶ περιεκάλυπτον τὰ Χερουβὶμ ἐπὶ τὴν κιβωτὸν καὶ ἐπὶ τὰ ἅγια αὐτῆς ἐπάνωθεν,

Γ Βασ. 8,7                 Διότι τα Χερουβίμ είχαν τας πτέρυγάς των ανοιγμένας επάνω από τον τόπον, όπου ευρίσκετρ η Κιβωτός, και εσκέπαζαν με τας πτέρυγάς των την Κιβωτόν και τα άγια, τα οποία υπήρχαν εις αυτήν.

Γ Βασ. 8,8          καὶ ὑπερεῖχον τὰ ἡγιασμένα, καὶ ἐνεβλέποντο αἱ κεφαλαὶ τῶν ἡγιασμένων ἐκ τῶν ἁγίων εἰς πρόσωπον τοῦ δαβὶρ καὶ οὐκ ὠπτάνοντο ἔξω.

Γ Βασ. 8,8                 Τα άκρα δε των ιερών ράβδων της Κιβωτού εξείχαν και εφαίνοντο αι κεφαλαί των και από τον άλλον χώρον του ναού. Από τον χώρον όμως τον εκτός του ναού δεν εφαίνοντο αι ράβδοι.

Γ Βασ. 8,9          οὐκ ἦν ἐν τῇ κιβωτῷ πλὴν δύο πλάκες λίθιναι, πλάκες τῆς διαθήκης, ἃς ἔθηκεν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐν Χωρήβ, ἃς διέθετο Κύριος μετὰ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 8,9                 Μέσα εις την Κιβωτόν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, παρά μόνον αι δύο λίθιναι πλάκες της Διαθήκης, τας οποίας ο Μωυσής είχε τοποθετήσει μέσα εις αυτήν στο όρος Χωρήβ. Αυταί δε αι πλάκες περιείχον την Διαθήκην, που έκαμεν ο Θεός με τους Ισραηλίτας, όταν αυτοί είχαν εξέλθει από την χώραν της Αιγύπτου και είχαν φθάσει στο όρος Σινά.

Γ Βασ. 8,10        καὶ ἐγένετο ὡς ἐξῆλθον οἱ ἱερεῖς ἐκ τοῦ ἁγίου, καὶ ἡ νεφέλη ἔπλησε τὸν οἶκον·

Γ Βασ. 8,10               Οταν οι ιερείς, μετά την επίσημον αυτήν τελετήν, εξήλθον από τον ναόν, η νεφέλη εγέμισε τον ναόν.

Γ Βασ. 8,11        καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἱερεῖς στήκειν λειτουργεῖν ἀπὸ προσώπου τῆς νεφέλης, ὅτι ἔπλησε δόξα Κυρίου τὸν οἶκον.

Γ Βασ. 8,11                Οι ιερείς δεν ημπορούσαν να παραμείνουν εκεί και να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εξ αιτίας της νεφέλης, διότι το φως και η θεία λάμψις της εγέμισε τον ναόν τούτον του Κυρίου.

Γ Βασ. 8,14        Καὶ ἀπέστρεψεν ὁ βασιλεὺς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ εὐλόγησεν ὁ βασιλεὺς πάντα Ἰσραήλ, καὶ πᾶσα ἐκκλησία Ἰσραὴλ εἱστήκει·

Γ Βασ. 8,14               Επειτα ο βασιλεύς εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον ισραηλιτικόν λαόν και ευλόγησεν όλον αυτόν τον λαόν. Ολοι δε οι Ισραηλίται εστέκοντο όρθιοι.

Γ Βασ. 8,15        καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ σήμερον, ὃς ἐλάλησεν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ περὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ ἐπλήρωσε λέγων·

Γ Βασ. 8,15               Ο βασιλεύς ανέπεμψεν αυτήν την προσευχήν· “Ευλογημένος ας είναι σήμερον ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος εξεπλήρωσε την υπόσχεσιν, που με το ίδιο του το στόμα είχε δώσει προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ, την ανοικοδόμησιν δηλαδή του ναού, λέγων·

Γ Βασ. 8,16        ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐξήγαγον τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, οὐκ ἐξελεξάμην ἐν πόλει ἐν ἑνὶ σκήπτρῳ Ἰσραὴλ τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τοῦ εἶναι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ. καὶ ἐξελεξάμην ἐν Ἱερουσαλὴμ εἶναι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ· καὶ ἐξελεξάμην τὸν Δαυὶδ τοῦ εἶναι ἐπὶ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 8,16               Από την ημέραν, που έβγαλα ελεύθερον τον λαόν μου τον Ισραηλιτικόν εκ της Αιγύπτου, δεν εξέλεξα άλλην πόλιν από την περιοχήν του Ισραηλιτικού λαού, δια να οικοδομήσω τον ναόν μου, δια να είναι και να δοξάζεται εκεί το όνομά μου. Εδιάλεξα την Ιερουσαλήμ ως τόπον, όπου θα αναφέρωνται αι δοξολογίαι και και προσευχαί στο όνομά μου. Ως βασιλέα δε εδιάλεξα τον Δαυίδ, δια να κυβερνήση αυτός τον ισραηλιτικόν λαόν μου.

Γ Βασ. 8,17        καὶ ἐγένετο ἐπὶ τῆς καρδίας τοῦ πατρός μου οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 8,17               Ο πατήρ μου επεθύμησε με όλην του την καρδίαν να ανοικοδομήση τον ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματος Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.

Γ Βασ. 8,18        καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου· ἀνθ᾿ ὧν ἦλθεν ἐπὶ τὴν καρδίαν σου τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καλῶς ἐποίησας ὅτι ἐγενήθη ἐπὶ τὴν καρδίαν σου·

Γ Βασ. 8,18               Ο Κυριος όμως απήντησε προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ· Καλή είναι η επιθυμία της καρδίας σου να οικοδομήσης ναόν προς δόξαν του ονόματός μου. Καλώς έπραξες, που εγενήθη αυτή η επιθυμία μέσα εις την καρδίαν σου.

Γ Βασ. 8,19        πλὴν σὺ οὐκ οἰκοδομήσεις τὸν οἶκον, ἀλλ᾿ ἢ ὁ υἱός σου ὁ ἐξελθὼν ἐκ τῶν πλευρῶν σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἶκον τῷ ὀνόματί μου.

Γ Βασ. 8,19               Αλλά δεν θα οικοδομήσης συ τούτον τον ναόν, ει μη μόνον ο υιός σου, ο οποίος εβγήκεν από τα σπλάγχνα σου. Αυτός θα οικοδομήση τον ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματός μου.

Γ Βασ. 8,20        καὶ ἀνέστησε Κύριος τὸ ῥῆμα αὐτοῦ, ὃ ἐλάλησε, καὶ ἀνέστην ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἐκάθισα ἐπὶ τοῦ θρόνου Ἰσραήλ, καθὼς ἐλάλησε Κύριος, καὶ ᾠκοδόμησα τὸν οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 8,20              Ο Θεός εξεπλήρωσεν αυτήν την υπόσχεσιν, την οποίαν είπε προς τον πατέρα μου, διότι εγώ ήλθον εις την θέσιν του πατρός μου, εκάθησα στον θρόνον του Ισραηλιτικού λαού, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει ο Κυριος, και οικοδόμησα τον ναόν αυτόν προς δόξαν του ονόματος Κυρίου του Θεού του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 8,21        καὶ ἐθέμην ἐκεῖ τόπον τῇ κιβωτῷ, ἐν ᾗ ἐστιν ἐκεῖ διαθήκη Κυρίου, ἣν διέθετο Κύριος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν ἐν τῷ ἐξαγαγεῖν αὐτὸν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 8,21               Εκεί καθώρισα τον τόπον δια την Κιβωτόν, εντός της οποίας υπάρχουν αι πλάκες της Διαθήκης, την οποίαν συνήψεν ο Κυριος με τους προπάτοράς μας, αφού τους έβγαλεν ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου”.

Γ Βασ. 8,22        Καὶ ἀνέστη Σαλωμὼν κατὰ πρόσωπον τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου ἐνώπιον πάσης ἐκκλησίας Ἰσραὴλ καὶ διεπέτασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν,

Γ Βασ. 8,22              Εστάθη ο Σολομών όρθιος εμπρός από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου ενώπιον όλης της συγκεντρώσεως του Ισραηλιτικού λαού, ήπλωσε τας χείρας του προς τον ουρανόν

Γ Βασ. 8,23        καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, οὐκ ἔστιν ὡς σὺ Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, φυλάσσων διαθήκην καὶ ἔλεος τῷ δούλῳ σου τῷ πορευομένῳ ἐνώπιόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ,

Γ Βασ. 8,23              και είπε· “Κυριε, Θεέ του Ισραηλιτικού λαού, δεν υπάρχει άλλος Θεός, όπως συ, ούτε άνω στον ουρανόν ούτε κάτω εις την γην. Διότι συ εκπληρώνεις την υπόσχεσίν σου και παρέχστο έλεός σου εις εμέ τον δούλον σου, ο οποίος με όλην του την καρδίαν πορεύεται κατά το θέλημά σου ενώπιόν σου,

Γ Βασ. 8,24        ἃ ἐφύλαξας τῷ δούλῳ σου Δαυὶδ τῷ πατρί μου· καὶ γὰρ ἐλάλησας ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν χερσί σου ἐπλήρωσας ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη.

Γ Βασ. 8,24              όπως εξεπλήρωσες αυτά στον δούλον σου, τον πατέρα μου τον Δαυίδ· διότι όσα με το ίδιο σου το στόμα του υπεσχέθης, τα εξεπλήρωσες σήμερον, κατά την ημέραν αυτήν δια της δυνάμεώς σου.

Γ Βασ. 8,25        καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, φύλαξον τῷ δούλῳ σου Δαυὶδ τῷ πατρί μου ἃ ἐλάλησας αὐτῷ λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σου ἀνὴρ ἐκ προσώπου μου καθήμενος ἐπὶ θρόνου Ἰσραήλ, πλὴν ἐὰν φυλάξωνται τὰ τέκνα σου τὰς ὁδοὺς αὐτῶν τοῦ πορεύεσθαι ἐνώπιόν μου, καθὼς ἐπορεύθης ἐνώπιον ἐμοῦ.

Γ Βασ. 8,25              Και τώρα, Κυριε ο Θεός του Ισραήλ, εκπλήρωσε στον δούλον σου τον Δαυίδ, τον πατέρα μου, όσα υπεσχέθης εις αυτόν λέγων· Δεν θα λείψη άνθρωπος ενώπιόν μου από τους απογόνους σου, ο οποίος θα κάθεται στον βασιλικόν θρόνον του ισραηλιτικού λαού, υπό τον όρον όμως ότι οι απόγονοί σου θα τηρούν τας εντολάς μου και θα πορεύωνται ενώπιόν μου, όπως επορεύθης και συμπεριεφέρθης συ ενώπιόν μου.

Γ Βασ. 8,26        καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, πιστωθήτω δὴ τὸ ῥῆμά σου τῷ Δαυὶδ τῷ πατρί μου.

Γ Βασ. 8,26              Και τώρα παρακαλώ, Κυριε, Θεέ του ισραηλιτικού λαού, ας αποδειχθή αληθινή και ας πραγματοποιηθή η υπόσχεσις, την οποίαν είπες προς τον πατέρα μου Δαυίδ·

Γ Βασ. 8,27        ὅτι εἰ ἀληθῶς κατοικήσει ὁ Θεὸς μετὰ ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς; εἰ ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ οὐκ ἀρκέσουσί σοι, πλὴν καὶ ὁ οἶκος οὗτος, ὃν ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου;

Γ Βασ. 8,27              ότι δηλαδή, συ ο Θεός θα κατοικήσης μαζή με τους ανθρώπους εις την γην. Εάν ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν, πως θα γίνη κατοικητήριόν σου ο ναός αυτός, τον οποίον εγώ οικοδόμησα προς δόξαν του Ονόματός σου;

Γ Βασ. 8,28        καὶ ἐπιβλέψῃ ἐπὶ τὴν δέησίν μου, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ἀκούειν τῆς προσευχῆς, ἧς ὁ δοῦλός σου προσεύχεται ἐνώπιόν σου πρός σε σήμερον,

Γ Βασ. 8,28              Σε παρακαλώ όμως, Κυριε, ρίψε ευμενές βλέμα εις την δέησίν μου. Κυριε και Θεέ του ισραηλιτικού λαού, άκουσε την προσευχήν μου, την οποίαν ο δούλός σου απευθύνει προς σε σήμερον.

Γ Βασ. 8,29        τοῦ εἶναι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἠνεῳγμένους εἰς τὸν οἶκον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός, εἰς τὸν τόπον, ὃν εἶπας· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ, τοῦ εἰσακούειν τῆς προσευχῆς, ἧς προσεύχεται ὁ δοῦλός σου εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός.

Γ Βασ. 8,29              Ας είναι σε παρακαλώ οι οφθαλμοί σου ανοικτοί ημέραν και νύκτα προς τον ναόν τούτον, στον τόπον αυτόν, δια τον οποίον είπες· Θα είμαι εγώ εκεί, δια να ακούω την προσευχήν, την οποίαν θα απευθύνη ο δούλος μου στον τόπον τούτον, ημέραν και νύκτα.

Γ Βασ. 8,30        καὶ εἰσακούσῃ τῆς δεήσεως τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ, ἃ ἂν προσεύξωνται εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατοικήσεώς σου ἐν οὐρανῷ καὶ ποιήσεις καὶ ἵλεως ἔσῃ.

Γ Βασ. 8,30              Ναι θα ακούης την προσευχήν εμού του δούλου σου και τας προσευχάς του ισραηλιτικού λαού, τας οποίας θα απευθύνουν προς σε από τον ιερόν τούτον τόπον. Θα ακούης τας προσευχάς μας από την ουράνιον κατοικίαν σου και θα κάμης ο,τι σε παρακαλέσουν, δεικνύων έλεος και ευσπλαγχνίαν προς όλους μας.

Γ Βασ. 8,31        ὅσα ἂν ἁμάρτῃ ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἐὰν λάβῃ ἐπ᾿ αὐτὸν ἀρὰν τοῦ ἀράσασθαι αὐτόν, καὶ ἔλθῃ καὶ ἐξαγορεύσῃ κατὰ πρόσωπον τοῦ θυσιαστηρίου σου ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ,

Γ Βασ. 8,31               Εάν κανείς αδικήση τον πλησίον του και εκείνος αναγκάση τον αδικήσαντα να πάρη όρκον, θα έλθη ο αδικήσας στο θυσιαστήριον τούτο των ολοκαυτωμάτων του ναού και θα δώση μετά κατάρας ένορκον διαβεβαίωσιν.

Γ Βασ. 8,32        καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσεις καὶ κρινεῖς τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ ἀνομηθῆναι ἄνομον, δοῦναι τὴν ὁδὸν αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τοῦ δικαιῶσαι δίκαιον, δοῦναι αὐτῷ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.

Γ Βασ. 8,32              Συ δε θα ακούσης από τον ουρανόν την ένορκον αυτήν διαβεβαίωσιν και θα δικάσης αυτόν, όπως και κάθε άλλον Ισραηλίτην, εκφέρων την δικαίαν απόφασίν σου, ώστε να πέση η δικαία τιμωρία σου επί την κεφαλήν του παρανομήσαντος και να δικαιωθή ο δίκαιος, σύμφωνα με το δίκαιόν του.

Γ Βασ. 8,33        ἐν τῷ πταῖσαι τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ ἐνώπιον ἐχθρῶν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ ἐπιστρέψουσι καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ προσεύξονται καὶ δεηθήσονται ἐν τῷ οἴκῳ τούτω,

Γ Βασ. 8,33               Οταν ο ισραηλιτικός λαός νικηθή από τους εχθρούς του, διότι ημάρτησεν εις σέ, και κατόπιν μετανοήσουν και επιστρέψουν και δοξάσουν το Ονομά σου και σου απευθύνουν προσευχάς και δεήσεις εστραμμένοι προς τον ναόν τούτον,

Γ Βασ. 8,34        καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ λαοῦ σου Ἰσραὴλ καὶ ἐπιστρέψεις αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας τοῖς πατράσιν αὐτῶν.

Γ Βασ. 8,34              συ θα ακούσης τας δεήσεις των από τον ουρανόν, θα φανής ευσπλαγχνικός εις τας αμαρτίας του ισραηλιτικού λαού, θα απελευθερώσης αυτούς από την αιχμαλωσίαν και ελευθέρους θα τους επαναφέρης εις την χώραν αυτήν, την οποίαν συ έδωκες ως κληρονομίαν στους προπάτοράς των.

Γ Βασ. 8,35        ἐν τῷ συσχεθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ μὴ γενέσθαι ὑετόν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ἀποστρέψουσιν, ὅταν ταπεινώσῃς αὐτούς,

Γ Βασ. 8,35               Οταν δε κλείση ο ουρανός και δεν θα πέση βροχή εις την γην, διότι ημάρτησαν απέναντί σου οι Ισροηλίται, προσευχηθούν δε στον τόπον αυτόν, δοξολογήσουν το Ονομά σου και ξεκόψουν από τας αμαρτίας των, όταν δια της ανομβρίας τιμωρής αυτούς,

Γ Βασ. 8,36        καὶ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ· ὅτι δηλώσεις αὐτοῖς τὴν ὁδὸν τὴν ἀγαθὴν πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ καὶ δώσεις ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας τῷ λαῷ σου ἐν κληρονομίᾳ.

Γ Βασ. 8,36              θα εισακούσης την προσευχήν των από τον ουρανόν, θα γίνης ίλεως εις τας αμαρτίας των δούλων σου των Ισραηλιτών. Θα διδάξης αυτούς και πάλιν την αγαθήν οδόν να βαδίζουν αυτήν, και τότε θα δώσης την βροχήν εις την γην, την οποίαν συ έδωκες ως κληρονομίαν στον λαόν σου τον ισραηλιτικόν.

Γ Βασ. 8,37        λιμὸς ἐὰν γένηται, θάνατος ἐὰν γένηται, ὅτι ἔσται ἐμπυρισμός, βροῦχος, ἐρυσίβη ἐὰν γένηται, καὶ ἐὰν θλίψῃ αὐτὸν ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἐν μιᾷ τῷν πόλεων αὐτοῦ, πᾶν συνάντημα, πάντα πόνον,

Γ Βασ. 8,37               Εάν δε πέση λιμός εις την χώραν, εάν απλωθή επιδημία θανατικής νόσου, εάν πνεύση καυστικός άνεμος, εάν πέσουν σμήνη ακρίδων, εάν προσβάλη τα φυτά η ερυσίβη, εάν ο εχθρός πολιορκήση μίαν από τας πόλεις και την φέρη εις δύσκολον θέσιν, γενικώς εάν συμβή κάποιο κακό γεγονός η οδυνηρά νόσος,

Γ Βασ. 8,38        πᾶσαν προσευχήν, πᾶσαν δέησιν, ἐὰν γένηται παντὶ ἀνθρώπῳ ὡς ἂν γνῶσιν ἕκαστος ἁφὴν καρδίας αὐτοῦ καὶ διαπετάσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οἶκον τοῦτον,

Γ Βασ. 8,38              και κάθε Ισραηλίτης, στον οποίον θα πέση η θλίψις αυτή, σου απευθύνη ολόθερμον προσευχήν και δέησιν, υψώση δε τας χείρας του προς τον ναόν τούτον και προσευχηθή,

Γ Βασ. 8,39        καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ἵλεως ἔσῃ καὶ ποιήσεις καὶ δώσεις ἀνδρὶ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καθὼς ἂν γνῷς τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ὅτι σὺ μονώτατος οἶδας τὴν καρδίαν πάντων υἱῶν ἀνθρώπων,

Γ Βασ. 8,39              συ θα εισακούσης την δέησίν του από τον ουρανόν, από το άριστον και πανυπερτέλειον κατοικητήριόν σου, και θα γίνης ίλεως προς αυτόν και θα δώσης στον άνθρωπον αυτόν ανάλογα με την διαγωγήν του, ανάλογα με τας διαθέσεις της καρδίας του, διότι συ μόνος, και κανείς άλλος, γνωρίζεις τας καρδίας των ανθρώπων.

Γ Βασ. 8,40        ὅπως φοβῶνταί σε πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας αὐτοὶ ζῶσιν ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν ἡμῶν.

Γ Βασ. 8,40              Αι πράξεις δε αυταί του ελέους και της τιμωρίας σου προς τους ανθρώπους θα έχουν αποτέλεσμα να σε φοβούνται και σε σέβωνται όλας τας ημέρας της ζωής των, όσας θα ζουν εις την γην, την οποίαν συ έδωκες κληρονομίαν στους προπάτοράς μας.

Γ Βασ. 8,41        καὶ τῷ ἀλλοτρίῳ, ὃς οὐκ ἔστιν ἀπὸ λαοῦ σου οὗτος,

Γ Βασ. 8,41               Ακόμη δε και την προσευχήν εκείνου του ξένου, ο οποίος δεν είναι Ισραηλίτης,

Γ Βασ. 8,42        καὶ ἥξουσι καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον,

Γ Βασ. 8,42              θα έλθη όμως εις τον τόπον αυτόν να προσευχηθή,

Γ Βασ. 8,43        καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ποιήσεις κατὰ πάντα, ὅσα ἂν ἐπικαλέσηταί σε ὁ ἀλλότριος, ὅπως γνῶσι πάντες οἱ λαοὶ τὸ ὄνομά σου, καὶ φοβῶνταί σε, καθὼς ὁ λαός σου Ἰσραήλ, καὶ γνῶσιν ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπικέκληται ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησα.

Γ Βασ. 8,43              συ, Κυριε, θα την εισακούσης από τον ουρανόν, από το τέλειον κατοικητήριόν σου, και θα δώσης εις αυτόν όλα όσα σε παρακαλεί ο ξένος ούτος. Ετσι δε όλοι οι λαοί θα γνωρίσουν το Ονομά σου, θα σε σέβωνται και θα σε φοβούνται, όπως ο ισραηλιτικός λαός, και θα μάθουν ότι είναι αφιερωμένος στο ένδοξον Ονομά σου ο ναός αυτός, τον οποίον εγώ οικοδόμησα.

Γ Βασ. 8,44        ὅτι ἐξελεύσεται ὁ λαός σου εἰς πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐν ὁδῷ, ᾗ ἐπιστρέψεις αὐτούς, καὶ προσεύξονται ἐν ὀνόματι Κυρίου ὁδὸν τῆς πόλεως, ἧς ἐξελέξω ἐν αὐτῇ, καὶ τοῦ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου,

Γ Βασ. 8,44              Οταν δε ο λαός σου εξέλθη εις πόλεμον εναντίον των εχθρών του στον δρόμον, τον οποίον συ υπέδειξες εις αυτούς, και προσευχηθή εν τω ονόματί σου του Κυρίου στρεφόμενος προς την πόλιν, την οποίον συ εξέλεξες και προς τον ναόν, τον οποίον εγώ οικοδόμησα εις δόξαν του Ονόματός σου,

Γ Βασ. 8,45        καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τῆς δεήσεως αὐτῶν καὶ τῆς προσευχῆς αὐτῶν καὶ ποιήσεις τὸ δικαίωμα αὐτοῖς.

Γ Βασ. 8,45              συ από τον ουρανόν θα ακούσης την δέησιν αυτών και θα αποδώσης εις αυτούς το δίκαιόν των.

Γ Βασ. 8,46        ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται καὶ ἐπάξεις αὐτοὺς καὶ παραδώσεις αὐτοὺς ἐνώπιον ἐχθρῶν καὶ αἰχμαλωτιοῦσιν οἱ αἰχμαλωτίζοντες εἰς γῆν μακρὰν καὶ ἐγγύς,

Γ Βασ. 8,46              Εάν δε αμαρτήσουν απέναντί σου, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος να μη αμαρτήση, και τιμωρήσης αυτούς και παραδώσης αυτούς στους εχθρούς των, οι οποίοι θα τους αιχμαλωτίσουν και θα τους μεταφέρουν εις χώραν ευρισκομένην μακράν η πλησίον,

Γ Βασ. 8,47        καὶ ἐπιστρέψουσι καρδίας αὐτῶν ἐν τῇ γῇ, οὗ μετήχθησαν ἐκεῖ, καὶ ἐπιστρέψουσιν ἐν γῇ μετοικίας αὐτῶν καὶ δεηθῶσί σου λέγοντες· ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν,

Γ Βασ. 8,47              τότε, εάν μετανοήσουν με όλην των την καρδίαν εις την χώραν όπου ωδηγήθησαν αιχμάλωτοι, εάν εις την χώραν της αιχμαλωσίας επιστρέψουν προς σε και προσευχηθούν και είπουν· Ημαρτήσαμεν, ηδικήσαμεν, ηνομήσαμεν·

Γ Βασ. 8,48        καὶ ἐπιστρέψωσι πρός σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτῶν καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτῶν ἐν τῇ γῇ ἐχθρῶν αὐτῶν, οὗ μετήγαγες αὐτούς, καὶ προσεύξονται πρός σε, ὁδὸν γῆς αὐτῶν, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ τῆς πόλεως, ἧς ἐξελέξω, καὶ τοῦ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμηκα τῷ ὀνόματί σου,

Γ Βασ. 8,48              εάν μετανοήσουν και επιστρέψουν προς σε με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν εις την χώραν των εχθρών των, όπου ωδήγησες αυτούς και εκεί προσευχηθούν προς σε με το πρόσωπον και την καρδίαν των προς την γην, την οποίαν συ εξέλεξες δι' αυτούς, και προς τον ναόν, τον οποίον εγώ οικοδόμησα προς δόξαν του Ονόματός σου,

Γ Βασ. 8,49        καὶ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου

Γ Βασ. 8,49              συ θα εισακούσης την προσευχήν των από τον ουρανόν από το πανυπερτέλειον κατοικητήριόν σου

Γ Βασ. 8,50        καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, αἷς ἥμαρτόν σοι, καὶ κατὰ πάντα τὰ ἀθετήματα αὐτῶν, ἃ ἠθέτησάν σοι, καὶ δώσεις αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμοὺς ἐνώπιον αἰχμαλωτευόντων αὐτούς, καὶ οἰκτειρήσουσιν αὐτούς·

Γ Βασ. 8,50              και θα γίνης ίλεως δια τας αδικίας, τας οποίας διέπραξαν ενώπιόν σου και γενικώς δι' όλας τας παραβάσεις και τας ανομίας, τας οποίας διέπραξαν ενώπιόν σου. Θα εμβάλης εις τας καρδίας αυτών, που τους αιχμαλώτισαν, συναισθήματα καλωσύνης και ελέους δι' αυτούς και θα τους ευσπλαγχνισθούν.

Γ Βασ. 8,51        ὅτι λαός σου καὶ κληρονομία σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐκ μέσου χωνευτηρίου σιδήρου.

Γ Βασ. 8,51               Τούτο δέ, διότι αυτός ο λαός σου είναι ιδικός σου, είναι κληρονομία σου, αυτοί τους οποίους συ ελευθέρους έβγαλες από την Αίγυπτον, από την σιδηράν κάμινον, εις την οποίαν έλυωναν.

Γ Βασ. 8,52        καὶ ἔστρωσαν οἱ ὀφθαλμοί σου καὶ τὰ ὦτά σου ᾐνεῳγμένα εἰς τὴν δέησιν τοῦ δούλου σου καὶ εἰς τὴν δέησιν τοῦ λαοῦ σου Ἰσραὴλ εἰσακούειν αὐτῶν ἐν πᾶσιν, οἷς ἂν ἐπικαλέσωνταί σε,

Γ Βασ. 8,52              Ας είναι λοιπόν οι οφθαλμοί σου, Κυριε, και τα ώτα σου ανοικτά εις την δέησιν του κάθε Ισραηλίτου και εις την δέησιν όλου του Ισραηλιτικού λαού, δια να εισακούης αυτούς εις όλα, όσα θα σε παρακαλέσουν.

Γ Βασ. 8,53        ὅτι σὺ διέστειλας αὐτοὺς σεαυτῷ εἰς κληρονομίαν ἐκ πάντων τῶν λαῶν τῆς γῆς, καθὼς ἐλάλησας ἐν χειρὶ δούλου σου Μωυσῆ ἐν τῷ ἐξαγαγεῖν σε τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου, Κύριε Κύριε.

Γ Βασ. 8,53               Διότι συ εξεχώρισες αυτούς από όλους τους άλλους λαούς της γης, δια να γίνουν ιδική σου κληρονομία, όπως εδήλωσες δια του δούλου σου του Μωϋσέως, όταν, Κυριε, Κυριε, έβγαλες τους προγόνους ημών ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου”.

Γ Βασ. 8,53α      Τότε ἐλάλησε Σαλωμὼν ὑπὲρ τοῦ οἴκου, ὡς συνετέλεσε τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτόν, Ἥλιον ἐγνώρισεν ἐν οὐρανῷ Κύριος, εἶπε τοῦ κατοικεῖν ἐν γνόφῳ· οἰκοδόμησον οἶκόν μου, οἶκον εὐπρεπῆ σεαυτῷ, τοῦ κατοικεῖν ἐπὶ καινότητος. οὐκ ἰδοὺ αὕτη γέγραπται ἐν βιβλίῳ τῆς ᾠδῆς;

Γ Βασ. 8,53α             Εις την περίστασιν αυτήν, όταν δηλαδή ο Σολομών απεπεράτωσε την ανοικοδόμησιν του ναού, ωμίλησε δια τον ναόν και είπεν· “Ο Κυριος εν τη σοφία του έθεσε τον ήλιον στον ουρανόν, δια να φωτίζη τους ανθρώπους, ενώ αυτός ο ίδιος κατοικεί στον γνόφον και μένει αόρατος. Αυτός με διέταξε και μου είπε· Οικοδόμησε τον ναόν μου, σεμνόν και ωραίον στους οφθαλμούς μου, δια να κατοικώ στον καινούργιον αυτόν οίκον”. Αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον εκείνο που ονομάζεται ωδή;

Γ Βασ. 8,54        Καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν προσευχόμενος πρὸς Κύριον ὅλην τὴν προσευχὴν καὶ τὴν δέησιν ταύτην, καὶ ἀνέστη ἀπὸ προσώπου τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου ὀκλακὼς ἐπὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ διαπεπετασμέναι εἰς τὸν οὐρανόν.

Γ Βασ. 8,54              Οταν ο Σολομών γονατιστός εμπρός στο θυσιαστήριον του Κυρίου και με τας χείρας υψωμένας προς τον ουρανόν ετελείωσεν όλην την προσευχήν του, την δέησιν αυτήν, ηγέρθη από έμπροσθεν του θυσιαστηρίου,

Γ Βασ. 8,55        καὶ ἔστη καὶ εὐλόγησε πᾶσαν ἐκκλησίαν Ἰσραὴλ φωνῇ μεγάλῃ λέγων·

Γ Βασ. 8,55               εστάθη και ευλόγησεν όλην την συγκέντρωσιν των Ισραηλιτών με μεγάλην φωνήν και είπεν·

Γ Βασ. 8,56        εὐλογητὸς Κύριος σήμερον, ὃς ἔδωκε κατάπαυσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ Ἰσραὴλ κατὰ πάντα, ὅσα ἐλάλησεν· οὐ διεφώνησε λόγος εἷς ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Μωυσῆ.

Γ Βασ. 8,56              “ας είναι δοξασμένος ο Κυριος σήμερον, ο οποίος ανέπαυσε τον ισραηλιτικόν του λαόν και επραγματοποίησεν όλα, όσα υπεσχέθη ότι θα κάμη. Καμμία από τας αγαθάς υποσχέσεις, τας οποίας έδωσε δια του Μωϋσέως στον ισραηλιτικόν λαόν, δεν έμεινεν ανεκπλήρωτος.

Γ Βασ. 8,57        γένοιτο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν μεθ᾿ ἡμῶν, καθὼς ἦν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν· μὴ ἐγκαταλίποιτο ἡμᾶς μηδὲ ἀποστρέψοιτο ἡμᾶς,

Γ Βασ. 8,57               Είθε Κυριος ο Θεός ημών να είναι μαζή μας, όπως ήτο μαζή με τους προπάτοράς μας. Είθε να μη αποστρέψη ποτέ το πρόσωπόν του από ημάς και να μη μας εγκαταλείψη.

Γ Βασ. 8,58        ἐπικλῖναι καρδίας ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτὸν τοῦ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν πάσας ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ, ἃ ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν.

Γ Βασ. 8,58              Ας ελκύση τας καρδίας μας προς αυτόν, δια να πορευώμεθα συμφώνως προς τας οδούς αυτού, να τηρούμεν όλας τας εντολάς του και τα προστάγματα του, τα οποία διέταξεν στους προπάτοράς μας.

Γ Βασ. 8,59        καὶ ἔστρωσαν οἱ λόγοι οὗτοι, ὡς δεδέημαι ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν, ἐγγίζοντες πρὸς Κύριον Θεὸν ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός, τοῦ ποιεῖν τὸ δικαίωμα τοῦ δούλου σου καὶ τὸ δικαίωμα λαοῦ Ἰσραὴλ ῥῆμα ἡμέρας ἐν ἡμέρᾳ ἐνιαυτοῦ,

Γ Βασ. 8,59              Οι ικευτικοί αυτοί λόγοι, τους οποίους ως δέησιν απηύθυνα προς τον Κυριον και Θεόν μας, ας είναι ενώπιον Κυρίου του Θεού μας ημέραν και νύκτα ως δίκαιον αίτημα εμού του δούλου σου, αλλά και όλου του Ισραηλιτικού λαού καθ' όλας τας ημέρας του έτους,

Γ Βασ. 8,60        ὅπως γνῶσιν πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς Θεὸς καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι.

Γ Βασ. 8,60              δια να μάθουν όλοι οι λαοί της γης ότι Κυριος ο Θεός ημών αυτός είναι ο αληθινός Θεός, και δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού.

Γ Βασ. 8,61        καὶ ἔστρωσαν οἱ καρδίαι ἡμῶν τέλειαι πρὸς Κύριον Θεὸν ἡμῶν καὶ ὁσίως πορεύεσθαι ἐν τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν ἐντολὰς αὐτοῦ ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη.

Γ Βασ. 8,61               Αι καρδίαι μας ας είναι αγνοί και καθαραί προς Κυριον τον Θεόν μας, ώστε να πορευώμεθα με οσιότητα σύμφωνα με τα προστάγματά του και να φυλάσσωμεν τας εντολάς του, όπως γίνεται κατά την ημέραν αυτήν”.

Γ Βασ. 8,62        Καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἔθυσαν θυσίαν ἐνώπιον Κυρίου.

Γ Βασ. 8,62              Ο βασιλεύς και όλοι οι Ισραηλίται προσέφεραν κατά την ημέραν εκείνην θυσίας ενώπιον του Κυρίου.

Γ Βασ. 8,63        καὶ ἔθυσεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν τὰς θυσίας τῶν εἰρηνικῶν, ἃς ἔθυσε τῷ Κυρίῳ, βοῶν δύο καὶ εἴκοσι χιλιάδας καὶ προβάτων ἑκατὸν καὶ εἴκοσι χιλιάδας· καὶ ἐνεκαίνισε τὸν οἶκον Κυρίου ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 8,63              Ο Σολομών προσέφερεν ειρηνικάς θυσίας προς τον Κυριον εικοσιδύο χιλιάδες βόδια, εκατόν είκοσι χιλιάδες πρόβατα και εγκαινίασε ναόν του Κυρίου ο βασιλεύς και όλοι οι Ισραηλίται μαζή με αυτόν.

Γ Βασ. 8,64        τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡγίασεν ὁ βασιλεὺς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς τὸ κατὰ πρόσωπον τοῦ οἴκου Κυρίου· ὅτι ἐποίησεν ἐκεῖ τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰ στέατα τῶν εἰρηνικῶν, ὅτι τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν τὸ ἐνώπιον Κυρίου μικρόν· τοῦ μὴ δύνασθαι τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ τὰς θυσίας τῶν εἰρηνικῶν ὑπενεγκεῖν.

Γ Βασ. 8,64              Κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν ηγίασεν ο βασιλεύς την εσωτερικήν αυλήν, η οποία ευρίσκεται εμπρός στον ναόν του Κυρίου. Διότι εκεί προσέφερε τας θυσίας των ολοκαυτωμάτων, τας αναιμάκτους θυσίας και τα επί των ειρηνικών θυσιών, επειδή το χαλκούν θυσιαστήριον, που ευρίσκετο ενώπιον του ναού του Κυρίου, ήτο μικρόν και δεν επαρκούσε δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων και των ειρηνικών θυσιών.

Γ Βασ. 8,65        καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν ἑορτὴν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐκκλησία μεγάλη ἀπὸ τῆς εἰσόδου Ἡμὰθ ἕως ποταμοῦ Αἰγύπτου, ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἐν τῷ οἴκῳ, ᾧ ᾠκοδόμησεν, ἐσθίων καὶ πίνων καὶ εὐφραινόμενος ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἑπτὰ ἡμέρας.

Γ Βασ. 8,65              Ο Σολομών κατά την ημέραν εκείνην των εγκαινίων ετέλεσε και την εορτήν της Σκηνοπηγίας και μαζή με αυτόν όλος ο ισραηλιτικός λαός. Ητο μεγάλη συγκέντρωσις ανθρώπων, οι οποίοι ήλθον από βορρά μεν από την είσοδον της Ημάθ, από δε νότου μέχρι και από τον ποταμόν, που υπάρχει εις τα όρια της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Αυτοί συνεκεντρώθησαν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας στον ναόν, τον οποίον οικοδόμησαν. Ολοι δε έτρωγαν και έπιναν και ευφραίνοντο ενώπιον Κυρίου του Θεού μας επί επτά κατά συνέχειαν ημέρας.

Γ Βασ. 8,66        καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἐξαπέστειλε τὸν λαὸν καὶ εὐλόγησαν τὸν βασιλέα, καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ χαίροντες καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἐποίησε Κύριος τῷ Δαυὶδ δούλῳ αὐτοῦ καὶ τῷ Ἰσραὴλ λαῷ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 8,66              Κατά την ογδόην ημέραν ο βασιλεύς απέλυσε τον λαόν, δια να αναχωρήσουν, και ο λαός εδόξασε τον βασιλέα. Καθένας από τους Ισραηλίτας επανήλθεν εις την κατοικίαν του χαίρων και με ευφραινομένην την καρδίαν δια τα αγαθά, που ο Κυριος έδωσεν στον δούλον του Δαυίδ και στον λαόν του τον ισραηλιτικόν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 9

 

Γ Βασ. 9,1          Καὶ ἐγενήθη ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν οἰκοδομεῖν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ πᾶσαν τὴν πραγματείαν Σαλωμών, ὅσα ἠθέλησε ποιῆσαι,

Γ Βασ. 9,1                 Οταν ο Σολομών έφερεν εις πέρας την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του βασιλικού του ανακτόρου και γενικώς όλα τα άλλα οικοδομήματα, που ηθέλησε να κάμη,

Γ Βασ. 9,2          καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Σαλωμὼν δεύτερον, καθὼς ὤφθη ἐν Γαβαών,

Γ Βασ. 9,2                 ο Κυριος παρουσιάσθη εις αυτόν δευτέραν φοράν, όπως είχε παρουσιασθή δια πρώτην φοράν εις την Γαβαών,

Γ Βασ. 9,3          καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Κύριος· ἤκουσα τῆς φωνῆς τῆς προσευχῆς σου καὶ τῆς δεήσεώς σου, ἧς ἐδεήθης ἐνώπιόν μου· πεποίηκά σοι κατὰ πᾶσαν τὴν προσευχήν σου, ἡγίακα τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησας τοῦ θέσθαι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ἔσονται οἱ ὀφθαλμοί μου ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία μου πάσας τὰς ἡμέρας.

Γ Βασ. 9,3                 και είπε προς αυτόν· “ήκουσα τα λόγια της προσευχής και της δεήσεώς σου, την οποίαν απηύθυνες προς εμέ. Εξεπλήρωσα όσα μου είχες ζητήσει. Ηγίασα τον ναόν τούτον, τον οποίον οικοδόμησες, δια να δοξάζεται εκεί αιωνίως το όνομά μου και θα είναι εστραμμένοι οι οφθαλμοί μου και η καρδία μου προς τα εκεί πάντοτε.

Γ Βασ. 9,4          καὶ σὺ ἐὰν πορευθῇς ἐνώπιον ἐμοῦ, καθὼς ἐπορεύθη Δαυὶδ ὁ πατήρ σου, ἐν ὁσιότητι καρδίας καὶ ἐν εὐθύτητι καὶ τοῦ ποιεῖν κατὰ πάντα, ἃ ἐνετειλάμην αὐτῷ, καὶ τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου φυλάξῃς,

Γ Βασ. 9,4                 Εάν δε συ πορευθής ενώπιόν μου, όπως έζησε και επορεύθη ο πατήρ σου Δαυίδ, με οσιότητα καρδίας, με ειλικρίνειαν και ευθύτητα, δια να τηρής όλα όσα παρήγγειλα προς εκείνον και να εφαρμόζης τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου,

Γ Βασ. 9,5          καὶ ἀναστήσω τὸν θρόνον τῆς βασιλείας σου ἐν Ἰσραὴλ εἰς τὸν αἰῶνα, καθὼς ἐλάλησα Δαυὶδ πατρί σου λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σοι ἀνὴρ ἡγούμενος ἐν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 9,5                 εγώ θα δοξάσω και θα στερεώσω τον θρόνον της βασιλείας σου επί του ισραηλιτικού λαού αιωνίως, όπως υπεσχέθην στον πατέρα σου τον Δαυίδ λέγων, ότι δεν θα λείψη απόγονός σου άρχων επί του ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 9,6          ἐὰν δὲ ἀποστραφέντες ἀποστραφῆτε ὑμεῖς καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ μὴ φυλάξητε τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ προστάγματά μου, ἃ ἔδωκε Μωυσῆς ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ πορευθῆτε καὶ δουλεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς,

Γ Βασ. 9,6                 Εάν όμως αποστραφήτε και απομακρυνθήτε από εμέ σεις και τα παιδιά σας και δεν φυλάξετε τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου, τα οποία έδωκεν ο Μωϋσής ενώπιόν σας, και πορευθήτε να λατρεύσετε άλλους θεούς και προσκυνήσετε αυτούς,

Γ Βασ. 9,7          καὶ ἐξαρῶ τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς ἣν ἔδωκα αὐτοῖς, καὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ἡγίασα τῷ ὀνόματί μου, ἀποῤῥίψω ἐκ προσώπου μου, καὶ ἔσται Ἰσραὴλ εἰς ἀφανισμὸν καὶ εἰς λάλημα εἰς πάντας τοὺς λαούς.

Γ Βασ. 9,7                 εγώ θα ξερριζώσω τον ισραηλιτικόν λαόν από την γην, την οποίαν έχω δώσει εις αυτούς· και τον ναόν, τον οποίον αφιέρωσα στο όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπόν μου. Ο ισραηλιτικός λαός θα εξαφανισθή από την πατρίδα του και θα γίνη περίγελως μεταξύ όλων των λαών της γης.

Γ Βασ. 9,8          καὶ ὁ οἶκος οὗτος ἔσται ὁ ὑψηλός, πᾶς ὁ διαπορευόμενος δι᾿ αὐτοῦ ἐκστήσεται καὶ συριεῖ καὶ ἐροῦσιν· ἕνεκεν τίνος ἐποίησε Κύριος οὕτως τῇ γῇ ταύτῃ καὶ τῷ οἴκῳ τούτῳ;

Γ Βασ. 9,8                 Ο δε μεγαλοπρεπής και υψηλός αυτός ναός θα έλθη εις τέτοιο κατάντημα, ώστε καθένας, που θα διέρχεται από εμπρός του, θα εκπλήσσεται, θα συρίζη δε εις έκφρασιν απορίας και θα λέγη· Δια ποίαν αιτίαν ο Κυριος έστειλεν αυτό το κακόν εις την γην αυτήν και εις αυτόν τον ναόν;

Γ Βασ. 9,9          καὶ ἐροῦσιν· ἀνθ᾿ ὧν ἐγκατέλιπον Κύριον Θεὸν αὐτῶν, ὃς ἐξήγαγε τοὺς πατέρας αὐτῶν ἐξ Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας, καὶ ἀντελάβοντο θεῶν ἀλλοτρίων καὶ προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ ἐδούλευσαν αὐτοῖς, διὰ τοῦτο ἐπήγαγε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν κακίαν ταύτην.

Γ Βασ. 9,9                 Θα τους δίδεται δε η απάντησις· Επειδή εγκατέλιπαν Κυριον τον Θεόν των, ο οποίος τους έβγαλεν ελευθέρους από την Αίγυπτον, από την χώραν της δουλείας, και παρεδέχθησαν ξένους θεούς και προσεκύνησαν αυτούς και υπεδουλώθησαν εις αυτούς, δια τούτο έστειλεν ο Κυριος εναντίον των αυτήν την τιμωρίαν”.

Γ Βασ. 9,9α        Τότε ἀνήγαγε Σαλωμὼν τὴν θυγατέρα Φαραὼ ἐκ πόλεως Δαυὶδ εἰς οἶκον αὐτοῦ, ὃν ᾠκοδόμησεν ἑαυτῷ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις.

Γ Βασ. 9,9α               Τοτε ο Σολομών οδήγησε την θυγατέρα του Φαραώ από την πόλιν Δαυίδ στο ανάκτορόν του, το οποίον οικοδόμησε δια τον εαυτόν του κατά τας ημέρας εκείνας.

Γ Βασ. 9,10        Εἴκοσιν ἔτη ἐν οἷς ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τοὺς δύο οἴκους, τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως,

Γ Βασ. 9,10               Εις διάστημα είκοσιν ετών οικοδόμησεν ο Σολομών τα δύο κτιριακά συγκροτήματα, τον ναόν του Κυρίου και το βασιλικόν του ανάκτορον.

Γ Βασ. 9,11        Χιρὰμ ὁ βασιλεὺς Τύρου ἀντελάβετο τοῦ Σαλωμὼν ἐν ξύλοις κεδρίνοις καὶ ἐν ξύλοις πευκίνοις καὶ ἐν χρυσίῳ καὶ ἐν παντὶ θελήματι αὐτοῦ. τότε ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τῷ Χιρὰμ εἴκοσι πόλεις ἐν τῇ γῇ τῇ Γαλιλαίᾳ.

Γ Βασ. 9,11                Ο Χιράμ, ο βασιλεύς της Τυρου, εβοήθησε τον Σολομώντα με κέδρινα ξύλα και με ξύλα από πεύκην, με χρυσόν και με ο,τι άλλο ηθέλησεν ο Σολομών. Τοτε ο βασιλεύς Σολομών έδωσεν στον Χιράμ είκοσι πόλεις εις την Γαλιλαίαν.

Γ Βασ. 9,12        καὶ ἐξῆλθε Χιρὰμ ἐκ Τύρου καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν Γαλιλαίαν τοῦ ἰδεῖν τὰς πόλεις, ἃς ἔδωκεν αὐτῷ Σαλωμών, καὶ οὐκ ἤρεσαν αὐτῷ·

Γ Βασ. 9,12               Ο δε Χιράμ εβγήκεν από την Τυρον και επορεύθη, προς την Γαλιλαίαν, δια να ίδη τας πόλεις, τας οποίας του έδωσεν ο Σολομών και αι οποίαι δεν του ήρεσαν.

Γ Βασ. 9,13        καὶ εἶπε· τί αἱ πόλεις αὗται, ἃς ἔδωκάς μοι, ἀδελφέ; καὶ ἐκάλεσεν αὐτὰς Ὅριον ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Γ Βασ. 9,13               Ο Χιράμ είπε τότε προς τον Σολομώντα· “τι πόλεις είναι αύται, τας οποίας μου έδωσες, αδελφέ μου; Ωνόμασε δε αυτάς “Οριον” και έτσι αυταί ονομάζονται μέχρι της ημέρας αυτής.

Γ Βασ. 9,14        καὶ ἤνεγκε Χιρὰμ τῷ Σαλωμὼν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι τάλαντα χρυσίου

Γ Βασ. 9,14               Ο Χιράμ έφερε και προσέφερε προς τον Σολομώντα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου.

Γ Βασ. 9,26        καὶ ναῦν ὑπὲρ οὗ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἐν Γασιὼν Γαβὲρ τὴν οὖσαν ἐχομένην Αἰλὰθ ἐπὶ τοῦ χείλους τῆς ἐσχάτης θαλάσσης ἐν γῇ Ἐδώμ.

Γ Βασ. 9,26              Εδωσεν επίσης στον Σολομώντα ναυτικόν, δια το οποίον ο βασιλεύς κατεσκεύασε ναύσταθμον εις Γασιών Γαβέρ, που ευρίσκεται πλησίον της Αιλάθ, εις την παραλίαν της Ερυθράς Θαλάσσης παρά την περιοχήν της Ιδουμαίας.

Γ Βασ. 9,27        καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ ἐν τῇ νειὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἄνδρας ναυτικοὺς ἐλαύνειν εἰδότας θάλασσαν μετὰ τῶν παίδων Σαλωμών.

Γ Βασ. 9,27              Δια την επάνδρωσιν δε του ναυτικού τούτου έστειλεν ο Χιράμ από το ιδικόν του ναυτικόν πλήρωμα, ανθρώπους, οι οποίοι εγνώριζαν την θάλασσαν και την τέχνην της ναυσιπλοΐας. Αυτοί ήσαν μαζή με το πλήρωμα των ανδρών του Σολομώντος.

Γ Βασ. 9,28        καὶ ἦλθον εἰς Σωφηρὰ καὶ ἔλαβον ἐκεῖθεν χρυσίου ἑκατὸν εἴκοσι τάλαντα καὶ ἤνεγκαν τῷ βασιλεῖ Σαλωμών.

Γ Βασ. 9,28              Το ναυτικόν τούτο έπλευσεν εις Σωφηρά και έλαβεν από εκεί εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσού, τα οποία έφεραν στον Σολομώντα.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 10

 

Γ Βασ. 10,1        Καὶ βασίλισσα Σαβὰ ἤκουσε τὸ ὄνομα Σαλωμὼν καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ ἦλθε πειράσαι αὐτὸν ἐν αἰνίγμασι·

Γ Βασ. 10,1                Η βασίλισσα της χώρας Σαβά ήκουσε την φήμην του ονόματος του Σολομώντος, όπως και τα περί του ονόματος του Κυρίου και ήλθε προς τον Σολομώντα, δια να τον γνωρίση προσωπικώς και να υποβάλη εις αυτόν μερικά αινιγματώδη ερωτήματα.

Γ Βασ. 10,2        καὶ ἦλθεν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν δυνάμει βαρείᾳ σφόδρα, καὶ κάμηλοι αἴρουσαι ἡδύσματα καὶ χρυσὸν πολὺν σφόδρα καὶ λίθον τίμιον, καὶ εἰσῆλθε πρὸς Σαλωμὼν καὶ ἐλάλησεν αὐτῷ πάντα ὅσα ἦν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.

Γ Βασ. 10,2               Ηλθεν εις την Ιερουσαλήμ με πολύ μεγάλην συνοδείαν, με καμήλους, αι οποίαι ήσαν φορτωμέναι με αρωματικά προϊόντα, με πολύν χρυσόν και με πολύτιμους λίθους. Παρουσιάσθη στον Σολομώντα και του είπεν όλα, όσα αινιγματώδη είχεν εις την διάνοιάν της.

Γ Βασ. 10,3        καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῇ Σαλωμὼν πάντας τοὺς λόγους αὐτῆς· οὐκ ἦν λόγος παρεωραμένος παρὰ τοῦ βασιλέως, ὃν οὐκ ἀπήγγειλεν αὐτῇ.

Γ Βασ. 10,3               Ο Σολομών απήντησεν εις όλους τους αινιγματώδεις αυτής λόγους. Καμμία απορία και ερωτησίς της δεν έμεινε χωρίς απάντησιν εκ μέρους του βασιλέως Σολομώντος. Εις όλας εκείνος απήντησε.

Γ Βασ. 10,4        καὶ εἶδε βασίλισσα Σαβὰ πᾶσαν τὴν φρόνησιν Σαλωμὼν καὶ τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε,

Γ Βασ. 10,4               Η βασίλισσα της χώρας Σαβά εγνώρισε προσωπικώς πλέον όλην την σοφίαν του Σολομώντος. Είδε δε και τον οίκον, τον οποίον αυτός είχεν οικοδομήσει.

Γ Βασ. 10,5        καὶ τὰ βρώματα Σαλωμὼν καὶ τὴν καθέδραν παίδων αὐτοῦ καὶ τὴν στάσιν λειτουργῶν αὐτοῦ καὶ τὸν ἱματισμὸν αὐτοῦ καὶ τοὺς οἰνοχόους αὐτοῦ, καὶ τὴν ὁλοκαύτωσιν αὐτοῦ, ἣν ἀνέφερεν ἐν οἴκῳ Κυρίου, καὶ ἐξ ἑαυτῆς ἐγένετο.

Γ Βασ. 10,5               Είδε την ποικιλίαν των φαγητών του Σολομώντος, τας κατοικίας, όπου έμειναν οι δούλοι του, την συμπεριφοράν των υπηρετών του, τα ενδύματά του, τους οινοχόους του και τα ζώα, τα οποία καθημερινώς προσεφέροντο προς ολοκαύτωσιν στον Κυριον και εξεπλάγη πάρα πολύ.

Γ Βασ. 10,6        καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα Σαλωμών· ἀληθινὸς ὁ λόγος, ὃν ἤκουσα ἐν τῇ γῇ μου περὶ τοῦ λόγου σου καὶ περὶ τῆς φρονήσεώς σου,

Γ Βασ. 10,6               Είπε δε αυτή προς τον βασιλέα Σολομώντα· “αληθινή ήτο η μεγάλη φήμη σου, την οποίαν εγώ ήκουσα εις την χώραν μου σχετικώς με το πρόσωπόν σου και ειδικώτερα σχετικώς με την σοφίαν σου.

Γ Βασ. 10,7        καὶ οὐκ ἐπίστευσα τοῖς λαλοῦσί μοι, ἕως ὅτου παρεγενόμην καὶ ἑωράκασιν οἱ ὀφθαλμοί μου, καὶ ἰδοὺ οὐκ εἰσὶ τὸ ἥμισυ καθὼς ἀπήγγειλάν μοι· προστέθεικας ἀγαθὰ πρὸς αὐτὰ ἐπὶ πᾶσαν τὴν ἀκοήν, ἣν ἤκουσα ἐν τῇ γῇ μου·

Γ Βασ. 10,7               Τοτε δεν επίστευσα εις αυτά, τα οποία μου έλεγαν οι άνθρωποι, μέχρις ότου ήλθα εδώ και είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Ιδού· εκείνα τα οποία μου είχαν είπει, δεν είναι ούτε τα μισά από όσα πράγματι υπάρχουν. Συ με την προσωπικήν μας γνωριμίαν μου προσέθεσες και με έκαμες να καταλάβω, ότι τα αγαθά τα ιδικά σου είναι πολύ ανώτερα, από όσα είχα ακούσει εις την χώραν μου.

Γ Βασ. 10,8        μακάριαι αἱ γυναῖκές σου, μακάριοι οἱ παῖδές σου οὗτοι οἱ παρεστηκότες ἐνώπιόν σου διόλου, οἱ ἀκούοντες πᾶσαν τὴν φρόνησίν σου·

Γ Βασ. 10,8               Ευτυχισμέναι είναι αι γυναίκες σου, ευτυχισμένοι οι δούλοι σου, οι οποίοι παρίστανται πάντοτε ενώπιόν σου και ακούουν καθημερινώς όλην την σοφίαν σου.

Γ Βασ. 10,9        γένοιτο Κύριος ὁ Θεός σου εὐλογημένος, ὃς ἠθέλησεν ἐν σοὶ δοῦναί σε ἐπὶ θρόνον Ἰσραήλ· διὰ τὸ ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Ἰσραὴλ στῆσαι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ἔθετό σε βασιλέα ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ ποιεῖν κρίμα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν κρίμασιν αὐτῶν.

Γ Βασ. 10,9               Ευλογημένος ας είναι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος ευηρεστήθη εις σε και ευδόκησε να σε εγκαταστήση στον θρόνον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού. Τούτο δε έγινε, διότι ο Θεός αγαπά τον ισραηλιτικόν λαόν και θέλει να στερεώση αυτόν στους αιώνας των αιώνων. Δια τούτο εγκατέστησε σε βασιλέα εις αυτούς, δια να αποδίδης εις αυτούς το δίκαιον, όταν αυτοί παρουσιάζονται να κριθούν σχετικώς με τας διαφοράς των”.

Γ Βασ. 10,10      καὶ ἔδωκε τῷ Σαλωμὼν ἑκατὸν εἴκοσι τάλαντα χρυσίου καὶ ἡδύσματα πολλὰ σφόδρα καὶ λίθον τίμιον· οὐκ ἐληλύθει κατὰ τὰ ἡδύσματα ἐκεῖνα ἔτι εἰς πλῆθος, ἃ ἔδωκε βασίλισσα Σαβὰ τῷ βασιλεῖ Σαλωμών.

Γ Βασ. 10,10             Η βασίλισσα έδωσεν στον Σολομώντα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου, πολλά λίαν αρωματώδη είδη και πολυτίμους λίθους. Ουδέποτε δε άλλοτε δεν προσεφέρθησαν τόσα πολλά αρωματώδη προϊόντα εις άλλον βασιλέα, από όσα προσέφερεν η βασίλισσα της χώρας Σαβά στον βασιλέα Σολομώντα.

Γ Βασ. 10 ,11     (καὶ ἡ ναῦς Χιρὰμ ἡ αἴρουσα τὸ χρυσίον ἐκ Σουφὶρ ἤνεγκε ξύλα πελεκητὰ πολλὰ σφόδρα καὶ λίθον τίμιον·

Γ Βασ. 10,11              (Το δε ναυτικόν το οποίον είχε δώσει ο Χιράμ στον Σολομώντα και το οποίον μετέφερεν από Σουφίρ χρυσίον, έφερεν επίσης στον Σολομώντα πάρα πολλά πολύτιμα ξύλα και πολυτίμους λίθους.

Γ Βασ. 10,12      καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς τὰ ξύλα τὰ πελεκητὰ ὑποστηρίγματα τοῦ οἴκου Κυρίου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ νάβλας καὶ κινύρας τοῖς ᾠδοῖς· οὐκ ἐληλύθει τοιαῦτα ξύλα ἀπελέκητα ἐπὶ τῆς γῆς, οὐδὲ ὤφθησάν που ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης).

Γ Βασ. 10,12             Και ο βασιλεύς Σολομών με τα πολύτιμα αυτά ξύλα κατεσκεύασε πελεκητά υποστηρίγματα δια τον ναόν του Κυρίου και δια το βασιλικόν ανάκτορον. Κατεσκεύασεν επίσης μουσικά όργανα, νάβλας και κινύρας δια τους μουσικούς, που έψαλλον στον ναόν. Τέτοια δε πολύτιμα ξύλα δεν είχαν βγη ποτέ από άλλα σημεία της γης, ούτε και είχαν παρουσιασθή πουθενά μέχρι της ημέρας εκείνης).

Γ Βασ. 10,13      καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἔδωκε τῇ βασιλίσσῃ Σαβὰ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ὅσα ᾐτήσατο, ἐκτὸς πάντων ὧν ἐδεδόκει αὐτῇ διὰ χειρὸς τοῦ βασιλέως Σαλωμών· καὶ ἀπεστράφη καὶ ἦλθεν εἰς τὴν γῆν αὐτῆς, αὐτὴ καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτῆς.

Γ Βασ. 10,13             Ο βασιλεύς Σολομών έδωσεν εις την βασίλισσαν Σαβά όλα όσα εκείνη ηθέλησεν, όλα όσα του εζήτησεν, εκτός βέβαια εκείνων τα οποία αυτός οικειοθελώς έδωσε προς αυτήν. Η βασίλισσα επέστρεψε κατόπιν αυτών και ήλθεν εις την χώραν της, αυτή και όλοι οι συνοδεύοντες αυτήν δούλοι.

Γ Βασ. 10,14      Καὶ ἦν ὁ σταθμὸς τοῦ χρυσίου τοῦ ἐληλυθότος τῷ Σαλωμὼν ἐν ἐνιαυτῷ ἑνὶ ἑξακόσια καὶ ἐξηκονταὲξ τάλαντα χρυσίου,

Γ Βασ. 10,14             Ο δε χρυσός, ο οποίος κάθε έτος εισήρχετο στο ταμείον του Σολομώντος ήτο εξακόσια εξήκοντα εξ τάλαντα χρυσού.

Γ Βασ. 10,15      χωρὶς τῶν φόρων τῶν ὑποτεταγμένων καὶ τῶν ἐμπόρων καὶ πάντων τῶν βασιλέων τοῦ πέραν καὶ τῶν σατραπῶν τῆς γῆς.

Γ Βασ. 10,15             Εις αυτά δεν συμπεριελαμβάνοντο οι φόροι των υποτελών εις αυτόν, δηλαδή των εμπόρων και όλων των βασιλέων, των εκτός της χώρας, και των διοικητών διαφόρων περιοχών.

Γ Βασ. 10,16      καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τριακόσια δόρατα χρυσᾶ ἐλατά. -τριακόσιοι χρυσοῖ ἐπῆσαν ἐπὶ τὸ δόρυ τὸ ἓν-

Γ Βασ. 10,16             Από τον χρυσόν αυτόν κατεσκεύασεν ο Σολομών τριακόσια δόρατα σφυρηλατημένα. Δια κάθε δε δόρυ εχρειάσθησαν τριακόσιοι χρυσοί σίκλοι.

Γ Βασ. 10,17      καὶ τριακόσια ὅπλα χρυσᾶ ἐλατὰ -καὶ τρεῖς μναῖ ἐνῆσαν χρυσοῦ εἰς τὸ ὅπλον τὸ ἓν- καὶ ἔδωκεν αὐτὰ ὁ βασιλεὺς εἰς οἶκον δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου.

Γ Βασ. 10,17             Κατεσκεύασε τριακόσια όπλα από σφυρηλατημένον χρυσόν, δια κάθε όπλον απητήθησαν τρεις μναι χρυσού, και έδωκεν αυτά ο βασιλεύς, να φυλαχθούν στο οικοδόμημα, το οποίον ωνομάζετο δάσος του Λιβάνου.

Γ Βασ. 10,18      καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς θρόνον ἐλεφάντινον μέγαν καὶ περιεχρύσωσεν αὐτὸν χρυσίῳ δοκίμῳ·

Γ Βασ. 10,18             Κατεσκεύασεν ακόμη ο βασιλεύς ένα μεγάλον θρόνον από ελεφαντοστούν, τον οποίον επεχρύσωσε με καθαρόν χρυσίον.

Γ Βασ. 10,19      ἓξ ἀναβαθμοὶ ἐν θρόνῳ καὶ προτομαὶ μόσχων τῷ θρόνῳ ἐκ τῶν ὀπίσω αὐτοῦ καὶ χεῖρες ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς καθέδρας, καὶ δύο λέοντες ἑστηκότες παρὰ τὰς χεῖρας,

Γ Βασ. 10,19             Εις τον θρόνον αυτόν υπήρχον εξ σκαλοπάτια. Εις το όπισθεν μέρος του θρόνου υπήρχον προτομαί κεφαλών μόσχων, εκατέρωθεν δε του καθίσματος του θρόνου βραχίονες, δια να στηρίζονται τα χέρια. Υπήρχον δε ακόμη και δύο αγάλματα ορθίων λεόντων πλησίον των βραχιόνων αυτών.

Γ Βασ. 10,20      καὶ δώδεκα λέοντες ἑστῶτες ἐκεῖ ἐπὶ τῶν ἓξ ἀναβαθμῶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν· οὐ γέγονεν οὕτως πάσῃ βασιλείᾳ.

Γ Βασ. 10,20            Εις δε τα εκατέρωθεν άκρα των εξ βαθμίδων υπήρχον δώδεκα άλλοι λέοντες. Τέτοιος θρόνος δεν υπήρξεν εις κανένα άλλο βασίλειον.

Γ Βασ. 10,21      καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ὑπὸ τοῦ Σαλωμὼν γεγονότα χρυσᾶ καὶ λουτῆρες χρυσοῖ, καὶ πάντα τὰ σκεύη οἴκου δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου χρυσίῳ συγκεκλεισμένα, οὐκ ἦν ἀργύριον, ὅτι οὐκ ἦν λογιζόμενον ἐν ταῖς ἡμέραις Σαλωμών·

Γ Βασ. 10,21             Επί πλέον δε όλα τα οικιακά σκεύη του Σολομώντος ήσαν χρυσά και οι λουτήρες ακόμη ήσαν χρυσοί. Ολα τα σκεύη του οικοδομήματος, που ελέγετο “δάσος Λιβάνου”, είχαν κατασκευασθή από εξαίρετον χρυσόν. Αργυρος δεν υπήρχε, διότι κατά τας ημέρας του Σολομώντος δεν ελαμβάνετο καθόλου υπ' όψει.

Γ Βασ. 10,22      ὅτι ναῦς Θαρσὶς τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν τῇ θαλάσσῃ μετὰ τῶν νηῶν Χιράμ, μία διὰ τριῶν ἐτῶν ἤρχετο τῷ βασιλεῖ ναῦς ἐκ θαρσὶς χρυσίου καὶ ἀργυρίου καὶ λίθων τορευτῶν καὶ πελεκητῶν.

Γ Βασ. 10,22            Το ναυτικόν του Σολομώντος μαζή με το ναυτικόν του Χιράμ μετέβαινε δια της Μεσογείου Θαλάσσης εις Θαρσίς. Καθε δε τρία έτη το ναυτικόν του Σολομώντος επέστρεφεν από την Θαρσίς με χρυσίον, με άργυρον, με πολυτίμους λίθους και με πολύτιμα ξύλα.

Γ Βασ. 10,22α    Αὕτη ἦν ἡ πραγματεία τῆς προνομῆς, ἧς ἀνήνεγκεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἄκραν, τοῦ περιφράξαι τὸν φραγμὸν τῆς πόλεως Δαυὶδ καὶ τὴν Ἀσσοὺρ καὶ τὴν Μαγδὰλ καὶ τὴν Γαζὲρ καὶ τὴν Βαιθωρὼν τὴν ἀνωτέρω καὶ τὴν Ἰεθαρμὰθ καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν ἁρμάτων καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν ἱππέων καὶ τὴν πραγματείαν Σαλωμών, ἣν ἐπραγματεύσατο οἰκοδομῆσαι ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ, τοῦ μὴ κατάρξαι αὐτοῦ.

Γ Βασ. 10,22α           Αυτή δε ήτο η μεριμνά και η προσεκτική συγκέντρωσις και επιλογή ανθρώπων και πραγμάτων, την οποίαν έκαμεν ο βασιλεύς Σολομών, δια την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου, του ιδικού του ανακτόρου, του τείχους της Ιερουσαλήμ, του φρουρίου, δια την ειδικήν περίφραξιν του τμήματος εκείνου της Ιερουσαλήμ, που ελέγετο “πόλις Δαυίδ”, δια το κτίσιμον και την οχύρωσιν της Ασσούρ, της Μαγδάλ, της Γαζέρ, της άνω Βαιθωρών, της Ιεθερμάθ και όλων των πόλεων, όπως επίσης των πολεμικών αρμάτων και των πόλεων, που έμεναν οι ιππείς. Αυτό ήτο το έργον, το οποίον επραγματοποίησεν ο Σολομών δια την ανοικοδόμησιν και οχύρωσιν της Ιερουσαλήμ και των άλλων πόλεων της υπαίθρου, ώστε να μη επέλθη και τας κυριεύση οιοσδήποτε εχθρός.

Γ Βασ. 10,22β    πάντα τὸν λαὸν τὸν ὑπολελειμμένον ὑπὸ τοῦ Χετταίου καὶ τοῦ Ἀμοῤῥαίου καὶ τοῦ Φερεζαίου καὶ τοῦ Χαναναίου καὶ τοῦ Εὐαίου καὶ τοῦ Ἰεβουσαίου καὶ τοῦ Γεργεσαίου, τῶν μὴ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ὄντων, τὰ τέκνα αὐτῶν τὰ ὑπολελειμμένα μετ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ, οὓς οὐκ ἐδύναντο οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς Σαλωμὼν εἰς φόρον ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Γ Βασ. 10,22β          Ολους τους κατοίκους της Χαναάν, οι οποίοι δεν ανήκον εις την φυλήν του Ισραήλ, δηλαδή τους Χετταίους, τους Αμορραίους, τους Φερεζαίους, Χαναναίους, Ευαίους, Ιεβουσαίους, Γεργεσαίους και οι οποίοι είχον εναπομείνει μετά την κατά κτήσιν της Παλαιστίνης από τους Ισραηλίτας και εζούσαν με τους Ισραηλίτας, αυτούς, τους οποίους οι Ισραηλίται δε ημπόρεσαν να εξολοθρεύσουν, τους υποχρέωσεν ο Σολομών εις μεταφοράς και αγγαρείας μέχρι της ημέρας αυτής.

Γ Βασ. 10,22γ     καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οὐκ ἔδωκε Σαλωμὼν πρᾶγμα, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ καὶ παῖδες αὐτοῦ καὶ ἄρχοντες καὶ τρισσοὶ αὐτοῦ καὶ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ καὶ ἱππεῖς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 10,22γ          Τους Ισραηλίτας όμως ο Σολομών δεν υπεχρέωσεν στοιαύτας μεταφοράς και αγγαρείας, διότι αυτοί ήσαν στρατιώται ασχολούμενοι με τους πολέμους. Ησαν αυλικοί του, άρχοντες, ανώτεροι αξιωματικοί και αρχηγοί των αρμάτων του και ιππείς αυτού.

Γ Βασ. 10,23      Καὶ ἐμεγαλύνθη Σαλωμὼν ὑπὲρ πάντας τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς πλούτῳ καὶ φρονήσει.

Γ Βασ. 10,23             Με αυτά δε τα έργα του, μάλιστα δέ με τον πλούτον και την σοφίαν, εδοξάσθη ο Σολομών περισσότερον από όλους τους βασιλείς της γης.

Γ Βασ. 10,24      καὶ πάντες βασιλεῖς τῆς γῆς ἐζήτουν τὸ πρόσωπον Σαλωμὼν τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φρονήσεως αὐτοῦ, ἧς ἔδωκε Κύριος τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 10,24            Ολοι δε οι βασιλείς της γης εζητούσαν να ίδουν τον Σολομώντα και να ακούσουν την σοφίαν, την οποίαν ο Κυριος είχε δώσει εις την διάνοιαν αυτού.

Γ Βασ. 10,25      καὶ αὐτοὶ ἔφερον ἕκαστος τὰ δῶρα, σκεύη χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν, στακτὴν καὶ ἡδύσματα καὶ ἵππους καὶ ἡμιόνους τὸ κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐνιαυτῷ.

Γ Βασ. 10,25             Προσέφεραν δε ο καθένας από αυτούς κάθε έτος διάφορα δώρα, σκεύη χρυσά, ιματισμόν, στακτήν και άλλα αρώματα, όπως επίσης ίππους και ημιόνους.

Γ Βασ. 10,26      καὶ ἦσαν τῷ Σαλωμὼν τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ἵπποι εἰς ἅρματα καὶ δώδεκα χιλιάδες ἱππέων, καὶ ἔθετο αὐτὰς ἐν ταῖς πόλεσι τῶν ἁρμάτων καὶ μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν Ἱερουσαλήμ. 26α καὶ ἦν ἡγούμενος πάντων τῶν βασιλέων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἕως γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίων Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 10,26            Ο Σολομών είχε τέσσαρας χιλιάδας φορβαδας δια τα πολεμικά του άρματα και δώδεκα χιλιάδας ιππείς. Είχε δε κατανείμει τας φορβάδας αυτάς εις τας πόλεις, όπου υπήρχον τα πολεμικά άρματα εκτός εκείνων, τας οποίας είχεν εις την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 10,27      καὶ ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον ἐν Ἱερουσαλὴμ ὡς λίθους, καὶ τὰς κέδρους ἔδωκεν ὡς συκαμίνους τὰς ἐν τῇ πεδινῇ εἰς πλῆθος,

Γ Βασ. 10,27             Ο βασιλεύς Σολομών διέθεσε τον χρυσόν και τον άργυρον εις την Ιερουσαλήμ εις τόσην αφθονίαν, ως εάν ήσαν λίθοι. Κατώρθωσεν επίσης, ώστε τα ξύλα εκ της κέδρου να είναι τόσον άφθονα, όπως αι συκάμινοι εις την πεδιάδα των Φιλισταίων.

Γ Βασ. 10,28      καὶ ἡ ἔξοδος Σαλωμὼν τῶν ἱππέων καὶ ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἐκ Θεκουέ, ἔμποροι τοῦ βασιλέως ἐλάμβανον ἐκ Θεκουὲ ἐν ἀλλάγματι·

Γ Βασ. 10,28            Εστελλε δε και αγόραζεν εις την Θεκουέ της Παλαιστίνης δια τους ιππείς του ίππους προερχομένους από την Αίγυπτον, τους οποίους έφερον εκεί οι έμποροι του βασιλέως. Τους ηγόραζε δέ με ανταλλάγματα.

Γ Βασ. 10,29      καὶ ἀνέβαινεν ἡ ἔξοδος ἐξ Αἰγύπτου, ἅρμα ἀντὶ ἑκατὸν ἀργυρίου καὶ ἵππος ἀντὶ πεντήκοντα ἀργυρίου· καὶ οὕτως πᾶσι τοῖς βασιλεῦσι Χεττιΐν καὶ βασιλεῦσι Συρίας κατὰ θάλασσαν ἐξεπορεύοντο.

Γ Βασ. 10,29            Καθε πολεμικόν άρμα, που έβγαινε από την Αίγυπτον, ηγοράζετο εις την Θεκουέ αντί εκατόν αργυρών σίκλων. Καθε δε ίππος αντί πεντήκοντα αργυρών σίκλων. Αυτοί δε οι έμποροι μετέβαινον κατόπιν και μετεπώλουν τα άρματα και τους ίππους, που τους επερίσσευαν, στους Χετταίους βασιλείς και στους βασιλείς της Συρίας και στους κατοικούντας τα παράλια της Μεσογείου Θαλάσσης.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 11

 

Γ Βασ. 11,1        Καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἦν φιλογύνης. καὶ ἦσαν αὐτῷ γυναῖκες ἄρχουσαι ἑπτακόσιαι καὶ παλλακαὶ τριακόσιαι. καὶ ἔλαβε γυναῖκας ἀλλοτρίας καὶ τὴν θυγατέρα Φαραώ, Μωαβίτιδας, Ἀμμανίτιδας, Σύρας καὶ Ἰδουμαίας, Χετταίας καὶ Ἀμοῤῥαίας,

Γ Βασ. 11,1                Ομως ο βασιλεύς Σολομών αγαπούσε τας γυναίκας. Είχε δε ως συζύγους πρώτης σειράς επτακοσίας ευγενούς καταγωγής και ως συζύγους δευτέρας σειράς τριακοσίας. Αι δε γυναίκες των ξένων λαών, τας οποίας έλαβεν, ήσαν· Η θυγάτηρ του Φαραώ, ήσαν κόραι Μωαβίτισσαι, Αμμανίτισσαι, όπως επίσης και κόραι από την Συρίαν, την Ιδουμαίαν, από τους Χετταίους και τους Αμορραίους.

Γ Βασ. 11,2        ἐκ τῶν ἐθνῶν, ὧν ἀπεῖπε Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· οὐκ εἰσελεύσεσθε εἰς αὐτούς, καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσελεύσονται εἰς ὑμᾶς, μὴ ἐκκλίνωσι τὰς καρδίας ὑμῶν ὀπίσω εἰδώλων αὐτῶν· εἰς αὐτοὺς ἐκολλήθη Σαλωμὼν τοῦ ἀγαπῆσαι

Γ Βασ. 11,2                Ετσι δε επήρε γυναίκας από τα έθνη τα ειδωλολατρικά, πράγμα το οποίον είχεν απαγορεύσει ο Κυριος στους Ισραηλίτας ειπών· “δεν θα συνάψετε με τους ειδωλολατρικούς αυτούς λαούς γάμους ούτε αυτοί θα νυμφευθούν ιδικάς σας γυναίκας, δια να μη εκτρέψουν τας καρδίας σας και ακολουθήσετε την λατρείαν των ειδώλων”. Ο Σολομών όμως προσεκολλήθη και ηγάπησεν, εξ αιτίας των γυναικών αυτών, τα έθνη των.

Γ Βασ. 11,3        [Καὶ ἦσαν αὐτῷ γυναῖκες ἄρχουσαι ἑπτακόσιαι καὶ παλλακαὶ τριακόσιαι καὶ ἐξέκλιναν γυναῖκες αὐτοῦ τὴν καρδίαν αὐτοῦ.]

Γ Βασ. 11,3                Είχε δε ως συζύγους πρώτης σειράς επτακοσίας πριγκίπισσας και ως συζύγους δευτέρας σειράς άλλας τριακοσίας. Αυταί δε και εξέκλιναν την καρδίαν του Σολομώντος από τον δρόμον του Θεού.

Γ Βασ. 11,4        καὶ ἐγενήθη ἐν καιρῷ γήρους Σαλωμὼν καὶ οὐκ ἦν ἡ καρδία αὐτοῦ τελεία μετὰ Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ, καθὼς ἡ καρδία Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐξέκλιναν γυναῖκες αἱ ἀλλότριαι τὴν καρδίαν αὐτοῦ ὀπίσω θεῶν αὐτῶν.

Γ Βασ. 11,4                Οταν δε ο Σολομών επροχώρησεν εις την ηλικίαν, δεν είχε πλέον την καρδίαν του αγνήν και καθαράν απέναντι του Θεού, όπως ήτο η καρδία του πατρός του Δαυίδ, διότι αι αλλόφυλοι γυναίκες εξέκλιναν αυτόν από την λατρείαν του αληθινού Θεού, ώστε να λατρεύη ξένους ειδωλικους θεούς.

Γ Βασ. 11,5        τότε ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν ὑψηλὸν τῷ Χαμώς, εἰδώλῳ Μωὰβ καὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῶν εἰδώλῳ υἱῶν Ἀμμὼν

Γ Βασ. 11,5                Τοτε ο Σολομών ανοικοδόμησε εις ένα υψηλόν τόπον ιερόν δια τον θεόν Χαμώς, είδωλον των Μωαβιτών, δια δε τον βασιλέα των στο είδωλον των Αμμωνιτών·

Γ Βασ. 11,6        καὶ τῇ Ἀστάρτῃ βδελύγματι Σιδωνίων,

Γ Βασ. 11,6                επίσης και δια την Αστάρτην, την αισχράν και αποκρουστικήν θεότητα των Σιδωνίων.

Γ Βασ. 11,7        καὶ οὕτως ἐποίησε πάσαις ταῖς γυναιξὶν αὐτοῦ ταῖς ἀλλοτρίαις, αἳ ἐθυμίων καὶ ἔθυον τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν.

Γ Βασ. 11,7                Τέτοια ειδωλολατρικά θυσιαστήρια ανοικοδόμησεν ο Σολομών προς χάριν όλων των αλλοφύλων γυναικών του, αι οποίαι και προσέφεραν θυμίαμα και θυσίας στους θεούς των.

Γ Βασ. 11,8        καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου· οὐκ ἐπορεύθη ὀπίσω Κυρίου ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,8                Ετσι δε ο Σολομών διέπραξε την πονηράν αυτήν πράξιν ενώπιον του Κυρίου και δεν επορεύθη ενώπιον του Κυρίου κατά το παράδειγμα του πατρός αυτού Δαυίδ.

Γ Βασ. 11,9        καὶ ὠργίσθη Κύριος ἐπὶ Σαλωμών, ὅτι ἐξέκλινε καρδίαν αὐτοῦ ἀπὸ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ δὶς

Γ Βασ. 11,9                Δια τούτο και ωργίσθη ο Κυριος εναντίον του Σολομώντος, επειδή η καρδία του είχε πλέον παρεκκλίνει από τον Κυριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος μάλιστα δύο φοράς είχε παρουσιασθή εις αυτόν

Γ Βασ. 11,10      καὶ ἐντειλαμένου αὐτῷ ὑπὲρ τοῦ λόγου τούτου, τὸ παράπαν μὴ πορευθῆναι ὀπίσω θεῶν ἑτέρων καὶ φυλάξασθαι ποιῆσαι, ἃ ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός, οὐδ᾿ ἦν ἡ καρδία αὐτοῦ τελεία μετὰ Κυρίου κατὰ τὴν καρδίαν Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,10              και του είχε δώσει ρητήν εντολήν να προσέξη πολύ και κατ' ουδένα λόγον να μη πορευθή οπίσω ειδωλολατρικών θεών και λατρεύση αυτούς, και του επέστησε την προσοχήν να τηρήση όλα, όσα ο Κυριος τον είχε διατάξει να κάμη. Ετσι δε η καρδία του Σολομώντος δεν υπήρξεν αγνή και καθαρά απέναντι του Κυρίου, όπως ήτο η καρδία του πατρός αυτού του Δαυίδ.

Γ Βασ. 11,11      καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Σαλωμών· ἀνθ᾿ ὧν ἐγένετο ταῦτα μετὰ σοῦ καὶ οὐκ ἐφύλαξας τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ προστάγματά μου, ἃ ἐνετειλάμην σοι, διαῤῥήσσων διαῤῥήξω τὴν βασιλείαν σου ἐκ χειρός σου καὶ δώσω αὐτὴν τῷ δούλῳ σου.

Γ Βασ. 11,11               Είπε δε τότε ο Κυριος προς τον Σολομώντα· “επειδή συ, μολονότι έλαβες τόσας μεγάλας δωρεάς εκ μέρους μου, δεν εφύλαξες όμως τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου, τα οποία εγώ σε διέταξα να τηρήσης, δια τούτο εγώ θα διασπάσω την βασιλείαν σου από τα χέρια σου και θα δώσω αυτήν στον δούλον σου.

Γ Βασ. 11,12      πλὴν ἐν ταῖς ἡμέραις σου οὐ ποιήσω αὐτὰ διὰ Δαυὶδ τὸν πατέρα σου· ἐκ χειρὸς υἱοῦ σου λήψομαι αὐτήν.

Γ Βασ. 11,12              Αλλά προς χάριν του πατρός σου Δαυίδ δεν θα πραγματοποιήσω την απόφασίν μου αυτήν εις τας ιδικάς σου ημέρας. Θα πάρω όμως την βασιλείαν σου από τα χέρια του παιδιού σου.

Γ Βασ. 11,13      πλὴν ὅλην τὴν βασιλείαν οὐ μὴ λάβω· σκῆπτρον ἓν δώσω τῷ υἱῷ σου διὰ Δαυὶδ τὸν δοῦλόν μου καὶ διὰ Ἱερουσαλὴμ τὴν πόλιν, ἣν ἐξελεξάμην.

Γ Βασ. 11,13              Αλλά και από τα χέρια του παιδιού σου δεν θα αφαιρέσω ολόκληρον την βασιλείαν. Θα αφήσω εις αυτό μίαν φυλήν και τούτο προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ και της πόλεως Ιερουσαλήμ, την οποίαν εγώ έχω εκλέξει ως κατοικίαν μου”.

Γ Βασ. 11,14      Καὶ ἤγειρε Κύριος σατὰν τῷ Σαλωμὼν τὸν Ἄδερ τὸν Ἰδουμαῖον καὶ τὸν Ἐσρὼμ υἱὸν Ἐλιαδαέ, τὸν ἐν Ῥαεμμὰθ Ἀδραζὰρ βασιλέα Σουβὰ κύριον αὐτοῦ· καὶ συνηθροίσθησαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἄνδρες, καὶ ἦν ἄρχων συστρέμματος καὶ προκατελάβετο τὴν Δαμασέκ· καὶ ἦσαν σατὰν τῷ Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας Σαλωμών. καὶ Ἄδερ ὁ Ἰδουμαῖος ἐκ τοῦ σπέρματος τῆς βασιλείας ἐν Ἰδουμαίᾳ·

Γ Βασ. 11,14              Παρεχώρησεν όμως ο Κυριος να εγερθούν προς τιμωρίαν του Σολομώντος πειρασμοί και πολέμιοι. Τέτοιοι δε πολέμιοι ήσαν ο Αδερ ο Ιδουμαίος, ο Εσρώμ ο υιός του Ελιαδαέ ο εις Ραεμμάθ, ο οποίος ήτο δούλος του Αδραζάρ, βασιλέως Σουβά. Γυρω δε από τον Εσρώμ ως περί αρχηγόν συνεκεντρώθησαν αρκετοί άνδρες και δι' αυτών ο Εσρώμ κατέλαβε την Δαμασκόν. Με ορμητήριον δε την Δαμασκόν κατέστη μάστιξ και πειρασμός των Ισραηλιτών όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας εβασίλευεν ο Σολομών. Αλλά και ο Αδερ ο Ιδουμαίος, ο οποίος κατήγετο από βασιλικόν γένος της Ιδουμαίας, υπήρξεν εξ ίσου μάστιξ των Ισραηλιτών.

Γ Βασ. 11,15      καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐξολοθρεῦσαι Δαυὶδ τὸν Ἐδὼμ ἐν τῷ πορευθῆναι Ἰωὰβ ἄρχοντα τῆς στρατιᾶς θάπτειν τοὺς τραυματίας, καὶ ἔκοψαν πᾶν ἀρσενικὸν ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ

Γ Βασ. 11,15              Η ιστορία δε του Αδερ είναι η εξής· Οταν ο Δαυίδ εις κάποιαν εκστρατείαν του εξωλόθρευσε τους Ιδουμαίους και ο αρχιστράτηγος του στρατού του ο Ιωάβ επορεύθη να θάψη τους νεκρούς, οι Ισραηλίται εφόνευσαν τότε κάθε άρρενα Ιδουμαίον.

Γ Βασ. 11,16      ὅτι ἓξ μῆνας ἐνεκάθητο ἐκεῖ Ἰωὰβ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ, ἕως ὅτου ἐξωλόθρευσε πᾶν ἀρσενικὸν ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ-

Γ Βασ. 11,16              Επί εξ μήνας ο Ιωάβ και ο ισραηλιτικός στρατός είχον εγκατασταθή εις την Ιδουμαίαν, μέχρις ότου εφόνευσαν όλα τα αρσενικά των Ιδουμαίων.

Γ Βασ. 11,17      καὶ ἀπέδρα Ἄδερ, αὐτὸς καὶ πάντες ἄνδρες Ἰδουμαῖοι τῶν παίδων τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθον εἰς Αἴγυπτον· καὶ Ἄδερ παιδάριον μικρόν.

Γ Βασ. 11,17              Τοτε ο Αδερ, ο οποίος ήτο μικρό παιδί, και όλοι οι Ιδουμαίοι άνδρες του βασιλικού περιβάλλοντος του πατρός του, οι οποίοι διέφυγον την σφαγήν, εδραπέτευσαν και εισήλθαν εις την Αίγυπτον.

Γ Βασ. 11,18      καὶ ἀνίστανται ἄνδρες ἐκ τῆς πόλεως Μαδιὰμ καὶ ἔρχονται εἰς Φαρὰν καὶ λαμβάνουσιν ἄνδρας μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ ἔρχονται πρὸς Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου, καὶ εἰσῆλθεν Ἄδερ πρὸς Φαραώ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ οἶκον καὶ ἄρτους διέταξεν αὐτῷ.

Γ Βασ. 11,18              Εξεκίνησαν άνδρες από την πόλιν Μαδιάμ, ήλθον εις την Φοράν, παρέλαβον από εκεί και άλλους άνδρας και όλοι μαζή ήλθον προς τον Φαραώ, τον βασιλέα της Αιγύπτου. Ο Αδερ παρουσιάσθη ενώπιον του Φαραώ. Ο Φαραώ του παρεχώρησε προς κατοικίαν οίκον και έδωσεν εντολήν να δίδουν εις αυτόν τροφάς.

Γ Βασ. 11,19      καὶ εὗρεν Ἄδερ χάριν ἐναντίον Φαραὼ σφόδρα, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ γυναῖκα ἀδελφὴν τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ἀδελφὴν Θεκεμίνας τὴν μείζω.

Γ Βασ. 11,19              Ο Αδερ απέκτησε την ιδιαιτέραν στοργήν και ευμένειαν του Φαραώ, ο οποίος και έδωσεν εις αυτόν ως γυναίκα την αδελφήν της συζύγου του, την μεγαλυτέραν αδελφήν της βασιλίσσης Θεκεμίνας.

Γ Βασ. 11,20      καὶ ἔτεκεν αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ Θεκεμίνας τῷ Ἄδερ τὸν Γανηβὰθ υἱὸν αὐτῆς, καὶ ἐξέθρεψεν αὐτὸν Θεκεμίνα ἐν μέσῳ υἱῶν Φαραώ, καὶ ἦν Γανηβὰθ ἐν μέσῳ υἱῶν Φαραώ.

Γ Βασ. 11,20             Η αδελφή δε της βασιλίσσης Θεκεμίνας εγέννησεν στον Αδερ ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Γανηβάθ. Η βασίλισσα Θεκεμίνα διέθρεψε και ανέθρεψεν αυτόν εν μέσω των υιών του Φαραώ. Ετσι δε ο Γανηβάθ ήτο μεταξύ των υιών του Φαραώ.

Γ Βασ. 11,21      καὶ Ἄδερ ἤκουσεν ἐν Αἰγύπτῳ ὅτι κεκοίμηται Δαυὶδ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ὅτι τέθνηκεν Ἰωὰβ ὁ ἄρχων τῆς στρατιᾶς· καὶ εἶπεν Ἄδερ πρὸς Φαραώ· ἐξαπόστειλόν με καὶ ἀποστρέψω εἰς τὴν γῆν μου.

Γ Βασ. 11,21              Οταν ο Αδερ έμεινεν εις την Αίγυπτον, επληροφορήθη ότι είχεν αποθάνει ο Δαυίδ και είχε ταφή με τους πατέρας του. Και ότι επίσης είχεν αποθάνει ο αρχιστράτηγος της στρατιάς του Δαυίδ, ο Ιωάβ. Είπε δε τότε ο Αδερ προς τον Φαραώ· “δος μου την άδειαν να επανέλθω εις την πατρίδα μου”.

Γ Βασ. 11,22      καὶ εἶπε Φαραὼ τῷ Ἄδερ· τίνι σὺ ἐλαττονῇ μετ᾿ ἐμοῦ; καὶ ἰδοὺ σὺ ζητεῖς ἀπελθεῖν εἰς τὴν γῆν σου. καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἄδερ, ὅτι ἐξαποστέλλων ἐξαποστελεῖς με· καὶ ἀνέστρεψεν Ἄδερ εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ. αὕτη ἡ κακία, ἣν ἐποίησεν Ἄδερ· καὶ ἐβαρυθύμησεν ἐν Ἰσραὴλ καὶ ἐβασίλευσεν ἐν γῇ Ἐδώμ

Γ Βασ. 11,22             Ο Φαραώ είπε προς τον Αδερ· “τι σου λείπει εδώ κοντά μου, και συ ζητείς να επανέλθης εις την πατρίδα σου;” Ο Αδερ είπε προς αυτόν· “σε παρακαλώ, δος μου την άδειαν να επιστρέψω”. Και πράγματι με την άδειαν του Φαραώ ο Αδερ επέστρεψεν εις την πατρίδα του, την Ιδουμαίαν. Εκεί ανεκηρύχθη βασιλεύς και με τας επιδρομάς του παρενωχλούσε συνεχώς τους Ισραηλίτας, ώστε οι Ισραηλίται βαρέως έφεραν αυτήν την θλίψιν.

Γ Βασ. 11,23      [Καὶ ἤγειρε Κύριος σατὰν τῷ Σαλωμὼν τὸν Ῥαζὼν υἱὸν Ἐλιαδαὲ τὸν Βαραμεὲθ Ἀδαδεζὲρ βασιλέα Σουβὰ κύριον αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,23             Ο Κυριος παρεχώρησεν εν συνεχεία, να αναφανή και άλλος πειρασμός εις βάρος του Σολομώντος. Αυτός δε ήτο ο Ραζών, ο υιός του Ελιαδαέ ο Βαραμεθίτης, ο οποίος είχε καταφύγει στον αυθέντην του τον Αδαδεζέρ, τον βασιλέα της Σουβά.

Γ Βασ. 11,24      καὶ συνηθροίσθησαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἄνδρες καὶ ἦν ἄρχων συστρέμματος ἐν τῷ ἀποκτείνειν Δαυὶδ αὐτούς, καὶ ἐπορεύθησαν εἰς Δαμασκὸν καὶ ἐκάθισαν ἐν αὐτῷ καὶ ἐβασίλευσεν ἐν Δαμασκῷ

Γ Βασ. 11,24             Αυτός επίσης είχε συγκεντρώσει γύρω του άνδρας, των οποίων έγινεν αρχηγός, όταν ο Δαυίδ είχεν εξολοθρεύσει τους στρατιώτας του κυρίου του. Τωρα αυτοί μετέβησαν εις την Δαμασκόν και ανεκήρυξαν τον Ραζών ως βασιλέα των.

Γ Βασ. 11,25      καὶ ἐγένετο ἀντικείμενος τῷ Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας Σαλωμών.

Γ Βασ. 11,25             Αυτός λοιπόν ο Ραζών υπήρξεν εχθρός των Ισραηλιτών καθ' όλον το διάστημα της ζωής του Σολομώντος.

Γ Βασ. 11 ,26     Καὶ Ἱεροβοὰμ υἱὸς Ναβὰτ ὁ Ἐφραθὶ ἐκ τῆς Σαριρὰ υἱὸς γυναικὸς χήρας δοῦλος Σαλωμών.

Γ Βασ. 11,26             Αλλος τρίτος εχθρός ήτο ο Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, ο οποίος κατήγετο εκ της φυλής Εφραίμ από την πόλιν Σαριρά. Ητο δε υιός μιας χήρας γυναικός και δούλος του Σολομώντος.

Γ Βασ. 11,27      καὶ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ὡς ἐπῄρατο χεῖρας ἐπὶ βασιλέα Σαλωμών. καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ᾠκοδόμησε τὴν ἄκραν, συνέκλεισε τὸν φραγμὸν τῆς πόλεως Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,27             Ιδού δέ πως ήλθαν τα πράγματα, ώστε ο Ιεροβοάμ να σηκώση χέρια εναντίον του βασιλέως Σολομώντος. Ο βασιλεύς Σολομών ανοικοδόμησε το φρούριον της πόλεως του Δαυίδ και έκλεισε τον φραγμόν, που ευρίσκετο πλησίον αυτής της πόλεως του πατρός του Δαυίδ.

Γ Βασ. 11,28      καὶ ὁ ἄνθρωπος Ἱεροβοὰμ ἰσχυρὸς δυνάμει, καὶ εἶδε Σαλωμὼν τὸ παιδάριον ὅτι ἀνὴρ ἔργων ἐστί, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὰς ἄρσεις οἴκου Ἰωσήφ.

Γ Βασ. 11,28             Ο άνθρωπος αυτός, ο Ιεροβοάμ, εφάνη εις την περίστασιν αυτήν ρωμαλέος και δυνατός. Ο Σολομών είδε τον νεαρόν ότι ήτο ανήρ έργων, και τον διώρισεν επόπτην εις τας αγγαρείας, τας οποίας εξετέλει τότε η φυλή του Ιωσήφ.

Γ Βασ. 11,29      καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ Ἱεροβοὰμ ἐξῆλθεν ἐξ Ἱερουσαλὴμ καὶ εὗρεν αὐτὸν Ἀχιὰ ὁ Σηλωνίτης ὁ προφήτης ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ἀπέστησεν αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ· καὶ Ἀχιὰ περιβεβλημένος ἱματίῳ καινῷ, καὶ ἀμφότεροι μόνοι ἐν τῷ πεδίῳ.

Γ Βασ. 11,29             Συνέβη δε κατά την εποχήν εκείνην ο Ιεροβοάμ εξήλθεν από την Ιερουσαλήμ και τον συνήντησε καθ' οδόν ο προφήτης Αχιά ο Σηλωνίτης, ο οποίος και τον απετράβηξεν από τον δρόμον του. Ο Αχιά δε εφορούσε τότε ένα καινουργές ιμάτιον. Οι δύο μόνοι των ευρίσκοντο εις την πεδιάδα.

Γ Βασ. 11,30      καὶ ἐπελάβετο Ἀχιὰ τοῦ ἱματίου αὐτοῦ τοῦ καινοῦ τοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ διέῤῥηξεν αὐτὸν δώδεκα ῥήγματα

Γ Βασ. 11,30             Ο Αχιά επήρε το καινούργιο ιμάτιόν του, το οποίον εφορούσε, το έσχισεν εις δώδεκα κομμάτια,

Γ Βασ. 11,31      καὶ εἶπε τῷ Ἱεροβοάμ· λάβε σεαυτῷ δέκα ῥήγματα, ὅτι τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἰδοὺ ἐγὼ ῥήσσω τὴν βασιλείαν ἐκ χειρὸς Σαλωμὼν καὶ δώσω σοι δέκα σκῆπτρα.

Γ Βασ. 11,31              και είπεν στον Ιεροβοάμ· “πάρε δια τον εαυτόν σου ως ιδικά σου δέκα κομμάτια, διότι αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού εγώ θα διασπάσω την βασιλείαν από τα χέρια του Σολομώντος και θα δώσω εις σε τον Ιεροβοάμ την αρχηγίαν των δέκα φυλών.

Γ Βασ. 11,32      καὶ δύο σκῆπτρα ἔσονται αὐτῷ διὰ τὸν δοῦλόν μου Δαυὶδ καὶ διὰ Ἱερουσαλὴμ τὴν πόλιν, ἣν ἐξελεξάμην ἐν αὐτῇ ἐκ πασῶν φυλῶν Ἰσραήλ,

Γ Βασ. 11,32             Δυο φυλαί θα μείνουν στον Σολομώντα και τούτο προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ και της πόλεως Ιερουσαλήμ, την οποίαν εγώ έχω εκλέξει από όλας τας φυλάς των Ισραηλιτών ως κατοικίαν μου.

Γ Βασ. 11,33      καὶ ἀνθ᾿ ὧν ἐγκατέλιπέ με καὶ ἐποίησε τῇ Ἀστάρτῃ βδελύγματι Σιδωνίων καὶ τῷ Χαμὼς καὶ τοῖς εἰδώλοις Μωὰβ καὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῶν προσοχθίσματι υἱῶν Ἀμμὼν καὶ οὐκ ἐπορεύθη ἐν ταῖς ὁδοῖς μου τοῦ ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐνώπιον ἐμοῦ, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,33              Αι τιμωρίαι δε αυταί θα επέλθουν εναντίον του Σολομώντος, διότι με εγκατέλιπε και προσέφερε θυσίας εις την Αστάρτην την αισχράν θεάν των Σιδωνίων και στον ειδωλικόν θεόν Χαμώς και εις τα είδωλα των Μωαβιτών και στο αποκρουστικόν είδωλον του βασιλέως των υιών Αμμών και δεν επορεύθη στους δρόμους μου, ώστε να εκτελή το ορθόν ενώπιόν μου, όπως ετήρει αυτό ο Δαυίδ ο πατήρ του.

Γ Βασ. 11,34      καὶ οὐ μὴ λάβω τὴν βασιλείαν ὅλην ἐκ χειρὸς αὐτοῦ, διότι ἀντιτασσόμενος ἀντιτάξομαι αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, διὰ τὸν Δαυὶδ τὸν δοῦλόν μου, ὃν ἐξελεξάμην αὐτόν.

Γ Βασ. 11,34             Δεν θα αφαιρέσω όλον το βασίλειόν του από τα χέρια του, αλλά θα αντιταχθώ υπέρ αυτού και θα διατηρήσω αυτόν εις την βασιλείαν του, εφ' όσον χρόνον ζη. Τούτο δε προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως βασιλέα.

Γ Βασ. 11,35      καὶ λήψομαι τὴν βασιλείαν ἐκ χειρὸς τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καὶ δώσω σοι τὰ δέκα σκῆπτρα,

Γ Βασ. 11,35              Μετά τον θάνατον του όμως θα αφαιρέσω την βασιλείαν από τα χέρια του παιδιού του και θα δώσω εις σε την αρχηγίαν των δέκα φυλών.

Γ Βασ. 11,36      τῷ δὲ υἱῷ αὐτοῦ δώσω τὰ δύο σκῆπτρα, ὅπως ᾖ θέσις τῷ δούλῳ μου Δαυὶδ πάσας τὰς ἡμέρας ἐνώπιον ἐμοῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ τῇ πόλει, ἣν ἐξελεξάμην ἐμαυτῷ τοῦ θέσθαι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ.

Γ Βασ. 11,36             Εις δε τον υιόν του θα δώσω την αρχηγίαν των δύο φυλών, δια να υπάρχη έτσι προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ τύπος εις την πόλιν Ιερουσαλήμ πάντοτε ενώπιόν μου, διότι την πόλιν αυτήν Ιερουσαλήμ εγώ έχω εκλέξει δια τον εαυτόν μου, δια να θέσω και δοξάσω εκεί το όνομά μου.

Γ Βασ. 11,37      καὶ σὲ λήψομαι καὶ βασιλεύσεις ἐν οἷς ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή σου, καὶ σὺ ἔσῃ βασιλεὺς ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 11,37              Θα πάρω, λοιπόν, σε και θα σε εγκαταστήσω ως βασιλέα και θα βασιλεύσης, όπως επιθυμεί η ψυχή σου. Και θα είσαι βασιλεύς στον μεγαλύτερον τμήμα του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 11,38      καὶ ἔσται ἐὰν φυλάξῃς πάντα, ὅσα ἂν ἐντείλωμαί σοι, καὶ πορευθῇς ἐν ταῖς ὁδοῖς μου καὶ ποιήσῃς τὸ εὐθὲς ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ φυλάξασθαι τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου, καθὼς ἐποίησε Δαυὶδ ὁ δοῦλός μου, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ καὶ οἰκοδομήσω σοι οἶκον πιστόν, καθὼς ᾠκοδόμησα τῷ Δαυὶδ.

Γ Βασ. 11,38             Εάν δε συ τηρήσης όλα όσα εγώ σε διατάσσω και πορευθής στους δρόμους των εντολών μου και κάμης το ορθόν ενώπιόν μου, εάν τηρήσης, δηλαδή, και φυλάξης τας εντολάς και τα προστάγματά μου, όπως ετήρησεν αυτάς ο δούλος μου ο Δαυίδ, εγώ θα είμαι μαζή σου και θα στερεώσω τον βασιλικόν σου οίκον, όπως υπεσχέθηκα και εστερέωσα αυτόν δια τον Δαυίδ”.

Γ Βασ. 11,40      καὶ ἐζήτησε Σαλωμὼν θανατῶσαι τὸν Ἱεροβοάμ, καὶ ἀνέστη καὶ ἀπέδρα εἰς Αἴγυπτον πρὸς Σουσακὶμ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ ἦν ἐν Αἰγύπτῳ, ἕως οὗ ἀπέθανε Σαλωμών.

Γ Βασ. 11,40             Οταν ο Σολομών έμαθε τα γεγονότα αυτά, ηθέλησε να θανατώση τον Ιεροβοάμ. Αυτός όμως εδραπέτευσεν αμέσως εις την Αίγυπτον προς τον βασιλέα της Αιγύπτου Σουσακίμ. Εμεινε δε εκεί μέχρι της ημέρας, που απέθανε ο Σολομών.

Γ Βασ. 11,41      Καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Σαλωμὼν καὶ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ πᾶσαν τὴν φρόνησιν αὐτοῦ, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γέγραπται ἐν βιβλίῳ ῥημάτων Σαλωμών;

Γ Βασ. 11,41              Τα υπόλοιπα δε από τους λόγους του Σολομώντος και όλα όσα αυτός έκαμε και όλη η σοφία του, ιδού,δεν είναι γραμμένα αυτά στο βιβλίον, το οποίον επιγράφεται “ρήματα Σολομώντος”;

Γ Βασ. 11,42      καὶ αἱ ἡμέραι, ἅς ἐβασίλευε Σαλωμὼν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ τεσσαράκοντα ἔτη.

Γ Βασ. 11,42             Το χρονικόν δε διάστημα, κατά το οποίον ο Σολομών εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί όλου του Ισραηλιτικού λαού ήτο τεσσαράκοντα έτη.

Γ Βασ. 11,43      καὶ ἐκοιμήθη Σαλωμὼν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἐγενήθη ὡς ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ υἱὸς Ναβάτ, -καὶ αὐτοῦ ἔτι ὄντος ἐν Αἰγύπτῳ ὡς ἔφυγεν ἐκ προσώπου Σαλωμὼν καὶ ἐκάθητο ἐν Αἰγύπτῳ- κατευθύνει καὶ ἔρχεται εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν Σαριρὰ τὴν ἐν ὄρει Ἐφραίμ.

Γ Βασ. 11,43             Ο Σολομών απέθανε και ανεπαύθη με τους προπάτορας αυτού, έθαψαν δε αυτόν εις την πόλιν Δαυίδ του πατρός του. Ο Ιεροβοάμ, ο υιός Ναβάτ,- ο οποίος ευρίσκετο ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχε δραπετεύσει, δια να αποφύγη την εκτέλεσίν του από τον Σολομώντα και έμενεν εκεί,- όταν επληροφορήθη τον θάνατον του Σολομώντος, επήρε κατεύθυνσιν προς την πόλιν του εις την χώραν Σαριρά, η οποία ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ.

Γ Βασ. 11,44      καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἐκοιμήθη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσε Ῥοβοὰμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 11,44             Ετσι δε ο βασιλεύς Σολομών απέθανε και ανεπαύθη με τους προπάτορας αυτού. Εγινε δε βασιλεύς αντ' αυτού ο υιός του ο Ροβοάμ.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 12

 

Γ Βασ. 12,1        Καὶ πορεύεται βασιλεὺς Ῥοβοὰμ εἰς Σίκιμα, ὅτι εἰς Σίκιμα ἤρχοντο πᾶς Ἰσραὴλ βασιλεῦσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 12,1                Ο βασιλεύς Ροβοάμ μετέβη εις την πόλιν Σικιμα, διότι εκεί είχον έλθει όλοι οι Ισραηλίται, δια να τον ανακηρύξουν ως βασιλέα των δώδεκα φύλων.

Γ Βασ. 12,2        [Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ υἱὸς Ναβὰτ καὶ αὐτοῦ ἔτι ὄντος ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἔφυγεν ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως Σαλωμὼν καὶ ἐπέστρεψεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου,

Γ Βασ. 12,2               Ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ, ο οποίος ήτο ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχε καταφύγει δια να διαφύγη την οργήν του Σολομώντος, όταν επληροφορήθη αυτά τα γεγονότα, επέστρεψεν από την Αίγυπτον και ήλθεν εις την πατρίδα του.

Γ Βασ. 12,3        [καὶ ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν καὶ ἦλθεν Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰσραήλ.] καὶ ἐλάλησεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα Ῥοβοὰμ λέγοντες·

Γ Βασ. 12,3               Εστειλαν δε οι Ισραηλίται και προσεκάλεσαν αυτόν εις την συγκέντρωσίν των. Ο Ιεροβοάμ προσήλθε ποάγματι εκεί, όπου ήτο η συγκέντρωσις όλων των Ισραηλιτών. Αντιπρόσωποι δε όλου του λαού, και μάλιστα των δέκα φυλών, ωμίλησαν προς τον Ροβοάμ και του είπαν ·

Γ Βασ. 12,4        ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ἡμῶν, καὶ σὺ νῦν κούφισον ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός σου τῆς σκληρᾶς καὶ ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ τοῦ βαρέως, οὗ ἔδωκεν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ δουλεύσομέν σοι.

Γ Βασ. 12,4               “ο πατήρ σου κατεβάρυνεν ημάς με σκληρόν ζυγόν. Συ, σε παρακαλούμεν, ανακούφισέ μας τώρα από την σκληράν αυτήν δουλείαν, που μας είχεν επιβάλει ο πατήρ σου, και από τον βαρύν αυτόν ζυγόν, τον οποίον επέβαλεν εις ημάς. Ημείς δε προθύμως θα γίνωμεν δούλοι σου”.

Γ Βασ. 12,5        καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· ἀπέλθετε ἕως ἡμερῶν τριῶν καὶ ἀναστρέψατε πρός με· καὶ ἀπῆλθον.

Γ Βασ. 12,5               Ο Ροβοάμ απάντησε προς αυτούς· “πηγαίνετε τώρα και μετά τρεις ημέρας επιστρέψατε προς εμέ”. Εκείνοι πράγματι απήλθον.

Γ Βασ. 12,6        καὶ ἀπήγγειλεν ὁ βασιλεὺς τοῖς πρεσβυτέροις, οἳ ἦσαν παρεστῶτες ἐνώπιον Σαλωμὼν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ λέγων· πῶς ὑμεῖς βουλεύεσθε καὶ ἀποκριθῶ τῷ λαῷ τούτῳ λόγον;

Γ Βασ. 12,6               Ο βασιλεύς ηρώτησε τους πρεσβυτέρους, οι οποίοι ήσαν σύμβουλοι του πατρός του, καθ' ον χρόνον ακόμη εκείνος εζούσε, και τους είπε· “πως και τι με συμβουλεύετε σεις να απαντήσω στον λαόν αυτόν επί του ζητήματός των;”

Γ Βασ. 12,7        καὶ ἐλάλησαν πρὸς αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἔσῃ δοῦλος τῷ λαῷ τούτῳ καὶ δουλεύσεις αὐτοῖς καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτοὺς λόγους ἀγαθούς, καὶ ἔσονταί σοι δοῦλοι πάσας τὰς ἡμέρας.

Γ Βασ. 12,7               Οι πρεσβύτεροι του απήντησαν και είπαν· “εάν κατά την ημέραν αυτήν προσφέρης αυτήν την εκδούλευσιν στον λαόν σου και εξυπηρετήσης αυτούς και ομιλήσης προς αυτούς λόγους καλωσύνης, αυτοί θα είναι δούλοι σου εις όλας τας ημέρας της ζωής σου”.

Γ Βασ. 12,8        καὶ ἐγκατέλιπε τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, ἃ συνεβουλεύσαντο αὐτῷ, καὶ συνεβουλεύσατο μετὰ τῶν παιδαρίων τῶν ἐκτραφέντων μετ᾿ αὐτοῦ τῶν παρεστηκότων πρὸς προσώπου αὐτοῦ

Γ Βασ. 12,8               Ο Ροβοάμ όμως εγκατέλιπε την συμβουλήν των πρεσβυτέρων και δεν έδωσε καμμίαν σημασίαν εις αυτά, που εκείνοι τον είχαν συμβουλεύσει. Εζήτησε δε την συμβουλήν μερικών νεαρών, με τους οποίους είχεν ανατραφή και οι οποίοι συνεχώς τον περιεστοίχιζον,

Γ Βασ. 12,9        καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί ὑμεῖς συμβουλεύετε, καὶ τί ἀποκριθῶ τῷ λαῷ τούτῳ τοῖς λέγουσι πρός με λεγόντων· κούφισον ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ, οὗ ἔδωκεν ὁ πατήρ σου ἐφ᾿ ἡμᾶς;

Γ Βασ. 12,9               και τους ηρώτησε· “σεις τι με συμβουλεύετε να απαντήσω στους εκπροσώπους του λαού, οι οποίοι ειπόν προς εμέ· Ανακούφισέ μας από τον ζυγόν, τον οποίον έχει επιβάλει ο πατήρ σου εις ημάς”.

Γ Βασ. 12,10      καὶ ἐλάλησαν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδάρια τὰ ἐκτραφέντα μετ᾿ αὐτοῦ, οἱ παρεστηκότες πρὸ προσώπου αὐτοῦ λέγοντες· τάδε λαλήσεις τῷ λαῷ τούτῳ τοῖς λαλήσασι πρός σε λέγοντες· ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ἡμῶν καὶ σὺ νῦν κούφισον ἀφ᾿ ἡμῶν, τάδε λαλήσεις πρὸς αὐτούς· ἡ μικρότης μου παχυτέρα τῆς ὀσφύος τοῦ πατρός μου·

Γ Βασ. 12,10             Οι νεαροί εκείνοι, που είχαν μεγαλώσει μαζή με αυτόν και τον περιεστοίχιζαν συνεχώς, του είπαν· “Αυτά θα απαντήσης στους αντιπροσώπους αυτούς του λαού, οι οποίοι σου είπαν· Ο πατέρας σου κατεβάρυνεν ημάς με σκληρόν ζυγόν και τώρα σε παρακαλούμεν ελάφρωσέ μας από αυτόν. Αυτά, λοιπόν, θα απαντήσης προς εκείνους. Το μικρότερόν μου δάκτυλον είναι παχύτερον και ισχυρότερον από την μέσην του πατρός μου.

Γ Βασ. 12,11      καὶ νῦν ὁ πατήρ μου ἐπεσάσσετο ὑμᾶς κλοιῷ βαρεῖ, κἀγὼ προσθήσω ἐπὶ τὸν κλοιὸν ὑμῶν· ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξιν, ἐγὼ δὲ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις.

Γ Βασ. 12,11              Και να το νόημα των λόγων μου· Ο πατήρ μου επέβαλλεν επάνω σας, σαν σαμάρι, βαρύν ζυγόν. Εγώ θα προσθέσω και θα κάμω βαρύτερον τον ζυγόν σας. Ο πατήρ μου σας ετιμωρούσε με απλά μαστίγια, εγώ θα σας τιμωρήσω με αγκαθωτά μαστίγια”.

Γ Βασ. 12,12      καὶ παρεγένοντο πᾶς Ἰσραὴλ πρὸς τὸν βασιλέα Ῥοβοὰμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, καθότι ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς λέγων· ἀναστράφητε πρός με τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ.

Γ Βασ. 12,12             Κατά την τρίτην ημέραν προσήλθον αντιπρόσωποι των δέκα φυλών προς τον βασιλέα Ροβοάμ, όπως είχε παραγγείλει εις αυτούς ο βασιλεύς λέγων· Να επανέλθετε εις εμέ κατά την τρίτην ημέραν.

Γ Βασ. 12,13      καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν λαὸν σκληρά, καὶ ἐγκατέλιπε Ῥοβοὰμ τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, ἃ συνεβουλεύσαντο αὐτῷ,

Γ Βασ. 12,13             Ο βασιλεύς Ροβοάμ απήντησε προς αυτούς με τρόπον σκληρόν. Κατεφρόνησεν ο Ροβοάμ την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, όσα εκείνοι τον είχαν συμβουλεύσει,

Γ Βασ. 12,14      καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν βουλὴν τῶν παιδαρίων λέγων· ὁ πατήρ μου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ὑμῶν, κἀγὼ προσθήσω ἐπὶ τὸν κλοιὸν ὑμῶν· ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξι, κἀγὼ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις.

Γ Βασ. 12,14             και ωμίλησε προς αυτούς σύμφωνα με την βουλήν των νεαρών λέγων· “ο πατήρ μου σας εβάρυνε με σκληρόν ζυγόν, εγώ θα προσθέσω και θα κάμω βαρύτερον τον ζυγόν σας. Ο πατήρ μου σας ετιμωρούσε με μάστιγας, εγώ θα σας τιμωρώ με μάστιγας αγκαθωτάς”.

Γ Βασ. 12,15      καὶ οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς τοῦ λαοῦ, ὅτι ἦν μεταστροφὴ παρὰ Κυρίου, ὅπως στήσῃ τὸ ῥῆμα αὐτοῦ, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἀχιὰ τοῦ Σηλωνίτου περὶ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ.

Γ Βασ. 12,15             Ετσι δε ο βασιλεύς δεν έδωσε προσοχήν, δεν εδέχθη την παράκλησιν του λαού, διότι τούτο ήτο και τροπή των πραγμάτων υπό του Κυρίου, ώστε να εκπληρωθή ο λόγος του, τον οποίον είπεν ο Κυριος δια του Αχιά του Σηλωνίτου προς τον Ιεροβοάμ, τον υιόν του Ναβάτ.

Γ Βασ. 12,16      καὶ εἶδον πᾶς Ἰσραήλ, ὅτι οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς αὐτῶν, καὶ ἀπεκρίθη ὁ λαὸς τῷ βασιλεῖ λέγων· τίς ἡμῖν μερὶς ἐν Δαυίδ; καὶ οὐκ ἔστιν ἡμῖν κληρονομία ἐν υἱῷ Ἰεσσαί· ἀπότρεχε, Ἰσραήλ, εἰς τὰ σκηνώματά σου· νῦν βόσκε τὸν οἶκόν σου, Δαυίδ. καὶ ἀπῆλθεν Ἰσραὴλ εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ.

Γ Βασ. 12,16             Αι δέκα φυλαί του Ισραήλ, όταν επληροφορήθησαν, ότι ο βασιλεύς δεν εδέχθη την παράκλησίν των, απήντησαν προς τον βασιλέα και του είπον· “τι μερίδιον και ποίαν σχέσιν ημπορεί να έχωμεν ημείς με τους απογόνους του Δαυίδ; Καμμίαν κοινήν κληρονομίαν δεν έχομεν με τους απογόνους του Δαυίδ, του υιού Ιεσσαί. Και τώρα σεις, αι δέκα φυλαί του Ισραήλ, επανέλθετε εις τας κατοικίας σας. Συ δε Ροβοάμ, απόγονε του Δαυίδ, ποίμαινε μόνον την φυλήν σου”. Αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού επέστρεψαν εις τας κατοικίας των.

Γ Βασ. 12,18      καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς τὸν Ἀδωνιρὰμ τὸν ἐπὶ τοῦ φόρου, καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις καὶ ἀπέθανε· καὶ ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ ἔφθασεν ἀναβῆναι τοῦ φυγεῖν εἰς Ἱερουσαλήμ.

Γ Βασ. 12,18             Επειτα από τα γεγονότα αυτά ο βασιλεύς Ροβοάμ έστειλε δια συμβιβασμόν προς τας δέκα φυλάς τον Αδωνιράμ, ο οποίος ήτο επόπτης των αχθοφορικών έργων. Αυτόν όμως οι Ισραηλίται τον ελιθοβόλησαν και τον εφόνευσαν. Μολις δε ο ίδιος ο βασιλεύς Ροβοάμ επρόλαβε να ανεβή στο άρμα του και να καταφύγη εις Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 12,19      καὶ ἠθέτησεν Ἰσραὴλ εἰς τὸν οἶκον Δαυὶδ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Γ Βασ. 12,19             Ετσι απεστάτησαν αι δέκα φυλαί του Ισραήλ από τον βασιλικόν οίκον του Δαυίδ έως την ημέραν αυτήν.

Γ Βασ. 12,20      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσε πᾶς Ἰσραὴλ ὅτι ἀνέκαμψεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἐβασίλευσαν αὐτὸν ἐπὶ Ἰσραήλ· καὶ οὐκ ἦν ὀπίσω οἴκου Δαυὶδ πάρεξ σκήπτρου Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν μόνοι.

Γ Βασ. 12,20            Οταν δε αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού επληροφορήθησαν, ότι επανήλθεν από την Αίγυπτον ο Ιεροβοάμ, έστειλαν και τον προσεκάλεσαν εις την συγκέντρωσίν των και τον ανεκήρυξαν βασιλέα επί των δέκα φυλών. Ετσι δε δεν απέμειναν με την οικογένειαν Δαυίδ υπό την βασιλείαν του Ροβοάμ, ει μη μόνον αι φυλαί του Ιούδα και του Βενιαμίν.

Γ Βασ. 12,21      καὶ Ῥοβοὰμ εἰσῆλθεν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐξεκκλησίασε τὴν συναγωγὴν Ἰούδα καὶ σκῆπτρον Βενιαμὶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι χιλιάδας νεανιῶν ποιούντων πόλεμον, τοῦ πολεμεῖν πρὸς οἶκον Ἰσραήλ, ἐπιστρέψαι τὴν βασιλείαν Ῥοβοὰμ υἱῷ Σαλωμών.

Γ Βασ. 12,21             Ο βασιλεύς Ροβοάμ εισήλθε κατόπιν αυτών εις την Ιερουσαλήμ και συνεκέντρωσε όλους τους άνδρας των φυλών Ιούδα και Βενιαμίν, οι οποίοι ήσαν ικανοί να πολεμήσουν, εκατόν είκοσιν χιλιάδας άνδρας, δια να πολεμήση εναντίον των δέκα φυλών του Ισραηλιτικού λαού, με τον σκοπόν να επιστραφή και αποδοθή η βασιλεία στον Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος.

Γ Βασ. 12,22      καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων·

Γ Βασ. 12,22            Τοτε ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού και του είπε·

Γ Βασ. 12,23      εἰπὸν τῷ Ῥοβοὰμ υἱῷ Σαλωμὼν βασιλεῖ Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα οἶκον Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ τῷ καταλοίπῳ τοῦ λαοῦ λέγων·

Γ Βασ. 12,23             “Ειπέ εις τον βασιλέα Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος, και εις όλην την φυλήν του Ιούδα και του Βενιαμίν, όπως επίσης και προς όσους εκ των άλλων φυλών ευρίσκονται μαζή των, τα εξής·

Γ Βασ. 12,24      τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε οὐδὲ πολεμήσετε μετὰ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν υἱῶν Ἰσραήλ· ἀποστρεφέτω ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον ἑαυτοῦ, ὅτι παρ᾿ ἐμοῦ γέγονε τὸ ῥῆμα τοῦτο. καὶ ἤκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ κατέπαυσαν τοῦ πορευθῆναι κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου.

Γ Βασ. 12,24            Αυτά διατάσσει ο Κυριος. Δεν θα κάμετε εκστρατείαν και δεν θα πολεμήσετε εναντίον των αδελφών σας, των δέκα φυλών του Ισραήλ. Ο καθένας σας να επανέλθη στον οίκον του, διότι κατόπιν ιδικής μου αποφάσεως επραγματοποίηθη το γεγονός της αποσπάσεως των δέκα φυλών”. Αι δύο φυλαί Ιούδα και Βενιαμίν υπήκουσαν εις την εντολήν του Κυρίου και σύμφωνα με αυτήν εματαίωσαν την εκστρατείαν των εναντίον των δέκα φυλών.

Γ Βασ. 12,24α    Καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν κοιμᾶται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ. καὶ ἐβασίλευσε Ῥοβοὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ υἱὸς ὢν ἑκκαίδεκα ἐτῶν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτόν, καὶ δώδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ. καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ναανάν, θυγάτηρ Ἀνὰν υἱοῦ Ναὰς βασιλέως υἱῶν Ἀμμών· καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ οὐκ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 12,24α           Ο βασιλεύς Σολομών εκοιμήθη με τους προπάτορας αυτού και ετάφη στους προγονικούς τάφους εις την πόλιν Δαυίδ. Εγινε δε αντ' αυτού βασιλεύς της Ιερουσαλήμ ο υιός του Ροβοάμ εις ηλικίαν δέκα εξ ετών. Επί δώδεκα έτη εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ναανάν, ήτο θυγάτηρ του Ανάν, υιού του Ναάς βασιλέως των Αμωνιτών. Ο Ροβοάμ διέπραξε πονηρίας ενώπιον του Κυρίου και δεν επορεύθη κατά την οδόν του Δαυίδ, του πατρός του.

Γ Βασ. 12,24β    καὶ ἦν ἄνθρωπος ἐξ ὄρους Ἐφραὶμ δοῦλος τῷ Σαλωμών, καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἱεροβοάμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Σαριρά, γυνὴ πόρνη· καὶ ἔδωκεν αὐτὸν Σαλωμὼν εἰς ἄρχοντα σκυτάλης ἐπὶ ἄρσεις οἴκου Ἰωσήφ, καὶ ᾠκοδόμησε τῷ Σαλωμὼν τὴν Σαριρὰ τὴν ἐν ὄρει Ἐφραίμ, καὶ ἦσαν αὐτῶ τριακόσια ἅρματα ἵππων· οὗτος ᾠκοδόμησε τὴν ἄκραν ἐν ταῖς ἄρσεσιν οἴκου Ἐφραὶμ, οὗτος συνέκλεισε τὴν πόλιν Δαυὶδ καὶ ἦν ἐπαιρόμενος ἐπὶ τὴν βασιλείαν.

Γ Βασ. 12,24β          Εζούσε τότε κάποιος άνθρωπος καταγόμενος από την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Εφραίμ, δούλος του Σολομώντος. Αυτός ωνομάζετο Ιεροβοάμ, η δε μητέρα του ωνομάζετο Σαριρά και ήτο γυνή πόρνη. Αυτόν ο Σολομών είχε διορίσει επόπτην επί των μεταφορών, δια να επιβλέπη εις τας αγγαρείας των ανδρών της φυλής του Ιωσήφ. Ανοικοδόμησεν αυτός τότε, τη εντολή του Σολομώντος, την πόλιν Σαριρά εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ και είχεν υπό την δικαιοδοσίαν του τριακόσια πολεμικά άρματα. Αυτός επίσης ανοικοδόμησε και το φρούριον της Ιερουσαλήμ με αγγαρείας των ανδρών της φυλής Εφραίμ. Επέβλεψε δε και απεπεράτωσε και την οχύρωσιν της πόλεως Δαυίδ. Αυτός, λοιπόν, υπερηφανεύετο δια τα έργα του και εφιλοδοξούσε να γίνη βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 12,24γ     καὶ ἐζήτει Σαλωμὼν θανατῶσαι αὐτόν, καὶ ἐφοβήθη καὶ ἀπέδρα αὐτὸς πρὸς Σουσακὶμ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ ἦν μετ᾿ αὐτοῦ ἕως ἀπέθανε Σαλωμών.

Γ Βασ. 12,24γ          Ο Σολομών, όταν επληροφορήθη τας επιδιώξεις και φιλοδοξίας αυτάς του Ιεροβοάμ, εζήτησε να τον συλλάβη και να τον θανατώση. Αυτός δε φοβηθείς εδραπέτευσε και κατέφυγεν στον Σουσακίμ βασιλέα της Αιγύπτου, κοντά στον οποίον παρέμεινεν, έως ότου απέθανεν ο Σολομών.

Γ Βασ. 12,24δ     καὶ ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ ἐν Αἰγύπτῳ ὅτι τέθνηκε Σαλωμών, καὶ ἐλάλησεν εἰς τὰ ὦτα Σουσακὶμ βασιλέως Αἰγύπτου λέγων· ἐξαπόστειλόν με καὶ ἀπελεύσομαι ἐγὼ εἰς τὴν γῆν μου· καὶ εἶπεν αὐτῷ Σουσακίμ· αἴτησαί τι αἴτημα καὶ δώσω σοι.

Γ Βασ. 12,24δ          Ο Ιεροβοάμ επληροφορήθη εις την Αίγυπτον, όπου παρέμενε, τον θάνατον του Σολομώντος. Ηλθε τότε και ωμίλησε προς τον Σουσακίμ βασιλέα της Αιγύπτου λέγων· “δος μου την άδειαν να φύγω, δια να επανέλθω και εγώ εκ την πατρίδα μου”. Είπε προς αυτόν ο Σουσακίμ· “ζήτησέ μου ως δώρον κάτι, δια να σου το προσφέρω και να μη αναχωρήσης”.

Γ Βασ. 12,24ε     καὶ Σουσακὶμ ἔδωκε τῷ Ἱεροβοὰμ τὴν Ἀνώ, ἀδελφὴν Θεκεμίνας τὴν πρεσβυτέραν τῆς γυναικὸς αὐτοῦ αὐτῷ εἰς γυναῖκα· αὕτη ἦν μεγάλη ἐν μέσῳ τῶν θυγατέρων τοῦ βασιλέως καὶ ἔτεκε τῷ Ἱεροβοὰμ τὸν Ἀβιὰ υἱὸν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 12,24ε           Ο Σουσακίμ εδωσε στον Ιεροβοάμ ως σύζυγον την Ανώ, αδελφήν πρεσβυτέραν της Θεκεμίνας, συζύγου του βασιλέως. Αυτή εθεωρείτο επίσημος μεταξύ των θυγατέρων του Φαραώ. Εγέννησε δε στον Ιεροβοάμ υιόν, ο οποίος ωνομάσθη Αβιά.

Γ Βασ. 12,24ζ     καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ πρὸς Σουσακίμ· ὄντως ἐξαπόστειλόν με καὶ ἀπελεύσομαι. καὶ ἐξῆλθεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Σαριρὰ τὴν ἐν ὄρει Ἐφραίμ· καὶ συνάγεται ἐκεῖ πᾶν σκῆπτρον Ἐφραίμ· καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἱεροβοὰμ χάρακα.

Γ Βασ. 12,24ζ           Ο Ιεροβοάμ παρεκάλεσεν επιμόνως τον Σουσακίμ λέγων· “είναι ανάγκη οπωσδήποτε να μου δώσης την άδειαν να φύγω”. Ο Ιεροβοάμ ανεχώρησεν από την Αίγυπτον, και ήλθεν εις την πόλιν Σαριρά, η οποία ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ. Εκεί δε συνηθροίσθη προς υποδοχήν του όλη η φυλή του Εφραίμ. Ο Ιεροβοάμ κατεσκεύασεν εκεί ένα οχυρωματικόν έργον.

Γ Βασ. 12,24η    Καὶ ἠρώστησε τὸ παιδάριον αὐτοῦ ἀῤῥωστίαν κραταιὰν σφόδρα, καὶ ἐπορεύθη Ἱεροβοὰμ ἐρωτῆσαι περὶ τοῦ παιδαρίου· καὶ εἶπε πρὸς Ἀνὼ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ πορεύου, ἐπερώτησον τὸν Θεὸν περὶ τοῦ παιδαρίου, εἰ ζήσεται ἐκ τῆς ἀῤῥωστίας αὐτοῦ.

Γ Βασ. 12,24η           Το μικρό παιδί του Ιεροβοάμ ησθένησεν από μίαν επικίνδυνον και βαρείαν ασθένειαν. Ο Ιεροβοάμ απεφάσισε να ερωτήση τον Θεόν δια την υγείαν του παιδιού του. Και ειπέ προς την Ανώ την γυναίκα του· “σήκω, πήγαινε και ερώτησε τον Θεόν δια το παιδί μας, εάν θα ζήση από την ασθένειάν του αυτήν”.

Γ Βασ. 12,24θ    καὶ ἄνθρωπος ἦν ἐν Σηλὼμ καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἀχιά, καὶ οὗτος ἦν υἱὸς ἑξήκοντα ἐτῶν, καὶ ῥῆμα Κυρίου μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ λαβὲ εἰς τὴν χεῖρά σου τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ ἄρτους καὶ κολλύρια τοῖς τέκνοις αὐτοῦ καὶ σταφυλὴν καὶ στάμνον μέλιτος. καὶ ἀνέστη ἡ γυνὴ

Γ Βασ. 12,24θ          Εις την Σηλώμ εζούσεν ενας άνθρωπος, ο οποίος ωνομάζετο Αχιά. Ητο δε ηλικίας εξήκοντα ετών και ο Θεός ωμιλούσε μαζή του. Είπεν ο Ιεροβοάμ εις την γυναίκα του· “σήκω, πάρε μαζή σου δια τον άνθρωπον αυτόν του Θεού άρτους και κουλλούρια. Δια δε τα τέκνα του πάρε ξηράν σταφίδα και μία στάμνα μέλι”.

Γ Βασ. 12,24ι      καὶ ἔλαβεν εἰς τὴν χεῖρα αὐτῆς ἄρτους καὶ δύο κολλύρια καὶ σταφυλὴν καὶ στάμνον μέλιτος τῷ Ἀχιά· καὶ ὁ ἄνθρωπος πρεσβύτερος, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἠμβλυώπουν τοῦ ἰδεῖν,

Γ Βασ. 12,24ι           Η σύζυγος εσηκώθη, επήρε μαζή της άρτους, δύο κουλλούρες, σταφίδα και μίαν στάμναν μέλι δια τον Αχιά. Ο άνθρωπος αυτός ήτο γέρων και οι οφθαλμοί του έβλεπαν θαμπά.

Γ Βασ. 12,24κ     καὶ ἀνέστη ἐκ Σαριρὰ καὶ πορεύεται, καὶ ἐγένετο ἐλθούσης αὐτῆς εἰς τὴν πόλιν πρὸς Ἀχιὰ τὸν Σηλωνίτην καὶ εἶπεν Ἀχιὰ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἔξελθε δὴ εἰς ἀπαντὴν Ἀνὼ τῇ γυναικὶ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐρεῖς αὐτῇ· εἴσελθε καὶ μὴ στῇς, ὅτι τάδε λέγει Κύριος· σκληρὰ ἐγὼ ἐπαποστέλλω ἐπὶ σέ.

Γ Βασ. 12,24κ          Η γυνή του Ιεροβοάμ ανεχώρησεν από την Σαριρά και ήλθε προς αυτόν. Οταν δε η γυνή αυτή εισήρχετο εις την Σηλώ προς τον Αχιά, αυτός είπε προς τον υπηρέτην του· “έβγα από την οικίαν και θα συναντήσης την Ανώ, την σύζυγον του Ιεροβοάμ, και ειπέ εις αυτήν· Πηγαινε στον Αχιά και να μη χασομερήσης εκεί, διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Θα στείλω εναντίον σου σκληράς θλίψεις”.

Γ Βασ. 12,24λ     καὶ εἰσῆλθεν Ἀνὼ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῇ Ἀχιά· ἱνατί ἐνήνοχάς μοι ἄρτους καὶ σταφυλὴν καὶ κολλύρια καὶ στάμνον μέλιτος; τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ σὺ ἀπελεύσῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ἔσται εἰσελθούσης σου τὴν πόλιν εἰς Σαριρὰ καὶ τὰ κοράσιά σου ἐξελεύσονταί σοι εἰς συνάντησιν καὶ ἐροῦσί σοι· τὸ παιδάριον τέθνηκεν.

Γ Βασ. 12,24λ          Η Ανώ παρουσιάσθη εν τούτοις στον άνθρωπον του Θεού και ο Αχιά είπε προς αυτήν· “προς ποίον σκοπόν μου έφερες άρτους, σταφίδα, κουλλούρας και στάμναν με μέλι; Αυτά δεν θα αλλάξουν την βουλήν του Θεού. Διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, συ θα φύγης από εμέ και όταν θα εισέρχεσαι εις την πόλιν Σαριρά, αι δούλαι σου θα εξέλθουν προς συνάντησίν σου και θα σου είπουν· Το παιδί απέθανε.

Γ Βασ. 12,24μ    ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐξολοθρεύσω τοῦ Ἱεροβοὰμ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον, καὶ ἔσονται οἱ τεθνηκότες τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ πόλει καταφάγονται οἱ κύνες, καὶ τὸν τεθνηκότα ἐν τῷ ἀγρῷ καταφάγεται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τὸ παιδάριον κόψονται· οὐαὶ Κύριε, ὅτι εὑρέθη ἐν αὐτῷ ῥῆμα καλὸν περὶ τοῦ Κυρίου.

Γ Βασ. 12,24μ          Διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Ιεροβοάμ κάθε αρσενικόν. Οσοι δε εκ της οικογενείας του Ιεροβοάμ θα αποθάνουν εις την πόλιν, θα φαγωθούν από τα σκυλιά. Οσοι δε θα αποθάνουν στους αγρούς, θα φαγωθούν από τα πτηνά του ουρανού. Δια δε το παιδίον θα πενθήσουν και θα ολολύξουν λέγοντες· Αλλοίμονον, Κυριε. Δια το παιδίον όμως αυτό κάτι καλόν θα γίνη εκ μέρους του Κυρίου, ότι δηλαδή δεν θα φαγωθή το σώμα του από τα σκυλιά”.

Γ Βασ. 12,24ν     καὶ ἀπῆλθεν ἡ γυνή, ὡς ἤκουσε, καὶ ἐγένετο ὡς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σαριρά, καὶ τὸ παιδάριον ἀπέθανε, καὶ ἐξῆλθεν ἡ κραυγὴ εἰς ἀπαντήν.

Γ Βασ. 12,24ν          Η γυναίκα ανεχώρησεν από τον Αχιά, όταν ήκουσεν αυτά. Μολις δε εισήλθεν εις Σαριρά, το παιδίον απέθανε και εξήλθαν αι δούλαι προς προϋπάντησίν της ολολύζουσαι με μεγάλην φωνήν.

Γ Βασ. 12, 24ξ    Καὶ ἐπορεύθη Ἱεροβοὰμ εἰς Σίκιμα τὴν ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ συνήθροισεν ἐκεῖ τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἀνέβη ἐκεῖ Ῥοβοὰμ υἱὸς Σαλωμών. καὶ λόγος Κυρίου ἐγένετο πρὸς Σαμαίαν τὸν Ἐλαμὶ λέγων· λαβὲ σεαυτῷ ἱμάτιον καινὸν τὸ οὐκ εἰσεληλυθὸς εἰς ὕδωρ καὶ ῥῆξον αὐτὸ δώδεκα ῥήγματα καὶ δώσεις τῷ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐρεῖς αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος· λάβε σεαυτῷ δέκα ῥήγματα τοῦ περιβαλέσθαι σε. καὶ ἔλαβεν Ἱεροβοάμ· καὶ εἶπε Σαμαίας· τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ τὰς δέκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 12,24ξ          Ο Ιεροβοάμ επήγεν εις τα Σικιμα στο όρος Εφραίμ. Εκεί δε συνεκέντρωσε τας δέκα φυλάς του Ισραήλ. Αλλά εκεί επορεύθη και ο Ροβοάμ, ο υιός του Σολομώντος. Εδόθη όμως εκ μέρους του Κυρίου στον Σαμαίαν τον Ελαμίτην η εξής εντολή· Παρε μαζή σου ένα καινούργιο ιμάτιον, το οποίον ακόμη δεν έχει μπη στο νερό, σχίσε το εις δώδεκα κομμάτια και θα δώσης στον Ιεροβοάμ τα δέκα κομμάτια και θα του ειπής· Αυτά λέγει ο Κυριος. Παρε δια τον εαυτόν σου δέκα κομμάτια, δια να τα φορέσης”. Ο Ιεροβοάμ τα επήρε. Ο Σαμαίας προσέθεσε· “Αυτά λέγει ο Κυριος δια τας δέκα φυλάς του Ισραηλιτικού λαού”.

Γ Βασ. 12,24ο     Καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Ῥοβοὰμ υἱὸν Σαλωμών· ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐβάρυνε τὰ βρώματα τῆς τραπέζης αὐτοῦ· καὶ νῦν εἰ κουφιεῖς ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ δουλεύσομέν σοι. καὶ εἶπε Ῥοβοὰμ πρὸς τὸν λαόν· ἔτι τριῶν ἡμερῶν καὶ ἀποκριθήσομαι ὑμῖν ῥῆμα.

Γ Βασ. 12,24ο           Αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού είπαν προς τον Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος. Ο πατέρας σου κατέστησε βαρύν τον ζυγόν του επάνω μας, διότι επλήθυνε τας πολυδάπανους τροφάς της τραπέζης του. Τωρα εάν συ ελαφρύνης τον ζυγόν αυτόν εις ημάς, ημείς θα είμεθα δούλοι σου. Ο Ροβοάμ είπε προς τον λαόν· Επειτα από τρεις ημέρας θα σας δώσω απάντησιν.

Γ Βασ. 12,24π    καὶ εἶπε Ῥοβοάμ· εἰσαγάγετέ μοι τοὺς πρεσβυτέρους καὶ συμβουλεύσομαι μετ᾿ αὐτῶν τί ἀποκριθῶ τῷ λαῷ ῥῆμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ. καὶ ἐλάλησε Ῥοβοὰμ εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν καθὼς ἀπέστειλεν ὁ λαὸς πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπον οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ· οὕτως ἐλάλησε πρός σε ὁ λαός.

Γ Βασ. 12,24π          Ο Ροβοάμ έστειλε τους δούλους του και είπε· «φέρετε ενώπιόν μου τους πρεσβυτέρους, δια να ζητήσω την γνώμην των, ώστε να γνωρίζω, τι να αποκριθώ στον λαόν κατά την τρίτην ημέραν”. Οι πρεσβύτεροι ήλθον, ο δε Ροβοάμ εγνωστοποίησεν εις αυτούς, τι του είχε προτείνει ο λαός. Οι πρεσβύτεροι του λαού του απήντησαν· “Ορθώς ωμίλησε προς σε ο λαός”.

Γ Βασ. 12,24ρ     καὶ διεσκέδασε Ῥοβοὰμ τὴν βουλὴν αὐτῶν, καὶ οὐκ ἤρεσεν ἐνώπιον αὐτοῦ· καὶ ἀπέστειλε καὶ εἰσήγαγε τοὺς συντρόφους αὐτοῦ καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς· ταῦτα καὶ ταῦτα ἀπέσταλκεν ὁ λαὸς πρός με λέγων. καὶ εἶπαν οἱ σύντροφοι αὐτοῦ· οὕτως λαλήσεις πρὸς τὸν λαὸν λέγων· ἡ μικρότης μου παχυτέρα ὑπὲρ τὴν ὀσφὺν τοῦ πατρός μου· ὁ πατήρ μου ἐμαστίγου ὑμᾶς μάστιξιν, ἐγὼ δὲ κατάρξω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις.

Γ Βασ. 12,24ρ          Ο Ροβοάμ όμως απέρριψε την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, διότι δεν του εφάνη αρεστή, και έστειλεν ανθρώπους, οι οποίοι έφεραν ενώπιόν του τους νεαρούς, που είχαν ανατραφή μαζή του, και τους είπε· “Αυτά και αυτά μου είπεν ο λαός των δέκα φυλών δια των απεσταλμένων του”. Οι νεαροί σύντροφοί του του είπαν· “Ετσι θα απαντήσης προς τους απεσταλμένους του λαού· Το μικρό μου δάκτυλο είναι παχύτερο από την μέσην του πατρός μου. Ο πατέρας μου σας εμαστίγωνε με απλά μαστίγια, εγώ όμως θα κατεξουσιάσω επάνω σας μαστιγώνων με μαστίγια, που θα έχουν αγκάθια”.

Γ Βασ. 12,24σ    καὶ ἤρεσε τὸ ῥῆμα ἐνώπιον Ῥοβοάμ, καὶ ἀπεκρίθη τῷ λαῷ καθὼς συνεβούλευσαν αὐτῷ οἱ σύντροφοι αὐτοῦ τά παιδάρια.

Γ Βασ. 12,24σ          Αυτή η συμβουλή ήρεσεν στον Ροβοάμ, ο οποίος έτσι και απήντησεν στον λαόν, όπως τον συνεβούλευσαν οι νεαροί σύντροφοι του.

Γ Βασ. 12,24τ     καὶ εἶπε πᾶς ὁ λαὸς ὡς ἀνὴρ εἷς, ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἀνέκραξαν ἅπαντες λέγοντες· οὐ μερὶς ἡμῖν ἐν Δαυὶδ οὐδὲ κληρονομία ἐν υἱῷ Ἰεσσαί· ἕκαστος εἰς τὰ σκηνώματά σου Ἰσραήλ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐκ εἰς ἄρχοντα οὐδὲ εἰς ἡγούμενον.

Γ Βασ. 12,24τ          Τοτε αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού, ωσάν να ήσαν ενας άνθρωπος, είπαν ο ένας στον άλλον με κραυγήν μεγάλην· “Δεν υπάρχει καμμία σχέσις και κανένα μερίδιον κληρονομίας μας με τον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί. Εκαστος, λοιπόν, από τους Ισραηλίτας ας επανέλθη στο σπίτι του, διότι ο άνθρωπος αυτός, ο Ροβοάμ, δεν πρέπει να είναι ούτε βασιλεύς μας ούτε αρχηγός μας”.

Γ Βασ. 12,24υ    καὶ διεσπάρη πᾶς ὁ λαὸς ἐκ Σικίμων, καὶ ἀπῆλθον ἕκαστος εἰς τὸ σκήνωμα αὐτοῦ. καὶ κατεκράτησε Ῥοβοὰμ καὶ ἀπῆλθε καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ ἅρμα αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ πορεύονται ὀπίσω αὐτοῦ πᾶν σκῆπτρον Ἰούδα καὶ πᾶν σκῆπτρον Βενιαμίν.

Γ Βασ. 12,24υ          Ο λαός των δέκα φυλών του Ισραήλ διεσκορπίσθη από τα Σικιμα και ο καθένας ήλθεν στο σπίτι του. Ο δε Ροβοάμ επρόλαβε και ανεχώρησεν από εκεί, ανέβη εις τα άρμα του και επανήλθεν εις την Ιερουσαλήμ. Ηκολούθησαν δε αυτόν όλη η φυλή του Ιούδα και όλη η φυλή του Βενιαμίν.

Γ Βασ. 12.24φ    καὶ ἐγένετο ἐνισταμένου τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ συνήθροισε Ῥοβοὰμ πάντα ἄνδρα Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἀνέβη τοῦ πολεμεῖν πρὸς Ἱεροβοὰμ εἰς Σίκιμα.

Γ Βασ. 12,24φ         Κατά το έτος αυτό ο Ροβοάμ συνεκέντρωσεν όλους τους άνδρας πολεμιστάς της φυλής του Ιούδα και της φυλής του Βενιαμίν και απεφάσισε να εκστρατεύση εναντίον του Ιεροβοάμ εις την πόλιν Σικιμα.

Γ Βασ. 12,24χ     καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων· εἰπὸν τῷ Ῥοβοὰμ βασιλεῖ Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα οἶκον Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ πρὸς τὸ κατάλειμμα τοῦ λαοῦ λέγων· τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε οὐδὲ πολεμήσετε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν υἱοὺς Ἰσραήλ· ἀναστρέφετε ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι παρ᾿ ἐμοῦ γέγονε τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Γ Βασ. 12,24χ          Εδόθη όμως προς τον Σαμαίαν, τον άνθρωπον του Θεού, εντολή εκ μέρους του Κυρίου, ο οποίος του είπε· “στον Ροβοάμ, τον βασιλέα του Ιούδα, και προς όλην την φυλήν του Ιούδα και την φυλήν του Βενιαμίν και προς όσους άλλους από τας δέκα φυλάς έμειναν μαζή του ειπέ τούτο· Αυτά λέγει ο Κυριος· δεν θα εκστρατεύσετε και δεν θα πολεμήσετε τους αδελφούς σας τους Ισραηλίτας. Ο καθένας να επιστρέψη στο σπίτι του. Διότι εγώ επέτρεψα να πραγματοποιηθή το γεγονός αυτό”.

Γ Βασ. 12,24ψ    καὶ ἤκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ ἀνέσχον μὴ πορευθῆναι κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου.

Γ Βασ. 12,24ψ         Αυτοί ήκουσαν και υπήκουσαν εις την εντολήν του Κυρίου και συνεκρατήθησαν, ώστε να μη εκστρατεύσουν, όπως τους είχεν είπει ο Κυριος, εναντίον των δέκα φυλών.

Γ Βασ. 12,25      Καὶ ᾠκοδόμησεν Ἱεροβοὰμ τὴν Σίκιμα τὴν ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ κατῴκει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Φανουήλ.

Γ Βασ. 12,25             Ο Ιεροβοάμ ωχύρωσε την πόλιν Σικιμα, που ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ, και κατοικούσε εις αυτήν. Από εκεί εξήλθε και ωχύρωσε και την πόλιν Φανουήλ.

Γ Βασ. 12,26      καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· ἰδοὺ νῦν ἐπιστρέψει ἡ βασιλεία εἰς οἶκον Δαυίδ·

Γ Βασ. 12,26            Ο Ιεροβοάμ εσκέφθη και είπε καθ' εαυτόν· “ιδού, υπάρχει τώρα φόβος να επανέλθη η βασιλεία εις την οικογένειαν του Δαυίδ.

Γ Βασ. 12,27      ἐὰν ἀναβῇ ὁ λαὸς οὗτος ἀναφέρειν θυσίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐπιστραφήσεται καρδία τοῦ λαοῦ πρὸς Κύριον καὶ κύριον αὐτῶν, πρὸς Ῥοβοὰμ βασιλέα Ἰούδα, καὶ ἀποκτενοῦσί με.

Γ Βασ. 12,27             Αυτό θα γίνη, εάν μεταβή αυτός ο λαός των Ισραηλιτών εις Ιερουσαλήμ, δια να προσφέρη θυσίαν στον ναόν του Κυρίου. Εκεί υπάρχει φόβος να επιστραφή η καρδία του λαού προς τον Κυριον τον Θεόν και προς τον βασιλέα αυτών, τον Ροβοάμ, βασιλέα Ιούδα, οπότε εμέ θα θανατώσουν”.

Γ Βασ. 12,28      καὶ ἐβουλεύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐποίησε δύο δαμάλεις χρυσᾶς· καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν· ἱκανούσθω ὑμῖν ἀναβαίνειν εἰς Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ θεοί σου, Ἰσραήλ, οἱ ἀναγαγόντες σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Γ Βασ. 12,28            Ο βασιλεύς Ιεροβοάμ, δια να προλάβη αυτό το ενδεχόμενον, επορεύθη και κατεσκεύασε δύο δαμάλεις χρυσάς και είπε προς τον λαόν· “επί αρκετόν χρόνον επηγαίνατε έως τώρα εις την Ιερουσαλήμ, δια να λατρεύσετε τον Θεόν. Ιδού όμως οι θεοί σου, ισραηλιτικέ λαέ, οι οποίοι σε έβγαλαν από την Αίγυπτον”.

Γ Βασ. 12,29      καὶ ἔθετο τὴν μίαν ἐν Βαιθὴλ καὶ τὴν μίαν ἔδωκεν ἐν Δάν.

Γ Βασ. 12,29            Την μίαν από τας χρυσάς δαμάλεις έθεσεν εις την πόλιν Βαιθήλ, την δε άλλην έδωσεν εις πόλιν Δαν.

Γ Βασ. 12,30      καὶ ἐγένετο ὁ λόγος οὗτος εἰς ἁμαρτίαν· καὶ ἐπορεύετο ὁ λαὸς πρὸ προσώπου τῆς μιᾶς ἕως Δάν. καὶ εἴασαν τὸν οἶκον Κυρίου.

Γ Βασ. 12,30             Η πράξις αυτή του Ιεροβοάμ έγινεν αφορμή να παρασυρθή ο λαός εις μεγάλην αμαρτίαν. Διότι ο λαός μετέβαινε να προσκυνήση την μίαν χρυσήν δάμαλιν, η οποία ευρίσκετο εις την Βαιθήλ, και την άλλην, η οποία ευρίσκετο εις Δαν. Ετσι δε εγκατέλειψαν τον ναόν του Κυρίου.

Γ Βασ. 12,31      καὶ ἐποίησεν οἴκους ἐφ᾿ ὑψηλῶν καὶ ἐποίησεν ἱερεῖς μέρος τι ἐκ τοῦ λαοῦ, οἳ οὐκ ἦσαν ἐκ τῶν υἱῶν Λευί.

Γ Βασ. 12,31             Ο Ιεροβοάμ κατεσκεύασεν επί πλέον ναούς στους υψηλούς τόπους και καθιέρωσεν ως ιερείς μερικούς από τον λαόν, οι οποίοι δεν κατήγοντο από την φυλήν Λευϊ.

Γ Βασ. 12,32      καὶ ἐποίησεν Ἱεροβοὰμ ἑορτὴν ἐν τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ ἐν τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς κατὰ τὴν ἑορτὴν τὴν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησεν ἐν Βαιθήλ, τοῦ θύειν ταῖς δαμάλεσιν, αἷς ἐποίησε, καὶ παρέστησεν ἐν Βαιθὴλ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν, ὧν ἐποίησε.

Γ Βασ. 12,32             Ο Ιεροβοάμ καθιέρωσεν επίσης και μίαν εορτήν κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του ογδόου μηνός, ομοίαν με την εορτήν της Σκηνοπηγίας, που εωρτάζετο στο βασίλειον του Ιούδα εις την Ιερουσαλήμ. Κατά την ημέραν αυτήν ο Ιεροβοάμ ανέβη στο θυσιαστήριον, που είχε κάμει εις την Βαιθήλ, δια να προσφέρη θυσίαν εις τας δαμάλεις, τας οποίας είχε κατασκευάσει. Εις τους ευκτηρίους δε εκεί οίκους εγκατέστησε και τους ιερείς, τους οποίους ο ίδιος είχεν αναδείξει.

Γ Βασ. 12,33      καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησε, τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ ἐν τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ ἐν τῇ ἑορτῇ, ᾗ ἐπλάσατο ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἐποίησεν ἑορτὴν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦ ἐπιθῦσαι.

Γ Βασ. 12,33             Ο Ιεροβοάμ, λοιπόν, ανέβη στο θυσιαστήριον, που είχε κατασκευάσει, κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του ογδόου μηνός, την εορτήν της Σκηνοπηγίας, την οποίαν αυτός διεμόρφωσεν, όπως ήθελε. Ωρισε, λοιπόν, αυτήν την εορτήν δια τους Ισραηλίτας και ετόλμησε να ανέλθη ο ίδιος στο θυσιαστήριον, δια να προσφέρη θυσίαν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 13

 

Γ Βασ. 13,1        Καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐξ Ἰούδα παρεγένετο ἐν λόγῳ Κυρίου εἰς Βαιθήλ, καὶ Ἱεροβοὰμ εἱστήκει ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐπιθῦσαι.

Γ Βασ. 13,1                Ιδού όμως, ότι κατά την ώραν εκείνην ένας άνθρωπος του Θεού, που κατήγετο από την Ιουδαίαν, ήλθε κατόπιν διαταγής του Θεού εις την πόλιν Βαιθήλ. Ο Ιεροβοάμ εστεκετο όρθιος εκεί επί του θυσιαστηρίου, έτοιμος να προσφέρη θυσίαν.

Γ Βασ. 13,2        καὶ ἐπεκάλεσε πρὸς τὸ θυσιαστήριον ἐν λόγῳ Κυρίου καὶ εἶπε· θυσιαστήριον θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ υἱὸς τίκτεται τῷ οἴκῳ Δαυίδ, Ἰωσίας ὄνομα αὐτῷ, καὶ θύσει ἐπὶ σὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν τοὺς ἐπιθύοντας ἐπὶ σὲ καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων καύσει ἐπὶ σέ.

Γ Βασ. 13,2               Ο άνθρωπος του Θεού, κατ' εντολήν του Κυρίου, προσεφώνησε το θυσιαστήριον και είπε “θυσιαστήριον, θυσιαστήριον, αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, θα γεννηθή κάποιος από τους απογόνους του Δαυίδ, του οποίου το όνομα θα είναι Ιωσίας. Αυτός θα σφάξη επάνω εις σε τους ιερείς των υψηλών τόπων, εκείνους που θυσιάζουν εις σέ, και θα καύση οστά ανθρώπων επάνω σου.

Γ Βασ. 13,3        καὶ δώσει ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τέρας λέγων· τοῦτο τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησε Κύριος λέγων· ἰδοὺ τὸ θυσιαστήριον ῥήγνυται, καὶ ἐκχυθήσεται ἡ πιότης ἡ ἐπ᾿ αὐτῷ.

Γ Βασ. 13,3               Και εις πίστωσιν του μελλοντικού γεγονότος της ημέρας εκείνης θα δώση τώρα αμέσως ένα θαυματουργικόν σημείον. Ιδού, το θυσιαστήριον διαρρήγνυται και θα χυθή η λιπαρά τέφρα των θυσιασθέντων ζώων, που ευρίσκεται εις αυτό”.

Γ Βασ. 13,4        καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἱεροβοὰμ τῶν λόγων τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπικαλεσαμένου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἐν Βαιθήλ, καὶ ἐξέτεινεν ὁ βασιλεὺς τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου λέγων· συλλάβετε αὐτόν· καὶ ἰδοὺ ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ, ἣν ἐξέτεινεν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ οὐκ ἐδυνήθη ἐπιστρέψαι αὐτὴν πρὸς αὐτόν,

Γ Βασ. 13,4               Οταν ο βασιλεύς Ιεροβοάμ ήκουσε τα λόγια αυτά του ανθρώπου του Θεού, ο οποίος έτσι ωμίλησε κατά του θυσιαστηρίου εις Βαιθήλ, άπλωσε το χέρι του από το θυσιαστήριον λέγων· “συλλάβετε αυτόν”. Και ιδού, το χέρι του, το οποίον άπλωσε εναντίον του ανθρώπου του Θεού, έμεινε ξηρόν και δεν ημπορούσε να το επαναφέρη εις την θέσιν του.

Γ Βασ. 13,5        καὶ τὸ θυσιαστήριον ἐῤῥάγη, καὶ ἐξεχύθη ἡ πιότης ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου κατὰ τὸ τέρας, ὃ ἔδωκεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐν λόγῳ Κυρίου.

Γ Βασ. 13,5               Το δε θυσιαστήριον διερράγη πράγματι την ώραν εκείνην και εχύθη η λιπαρά στάκτη από το θυσιαστήριον σύμφωνα με το σημείον, το οποίον έδωκεν ο άνθρωπος του Θεού κατόπιν εντολής του Κυρίο

Γ Βασ. 13,6        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἱεροβοὰμ τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· δεήθητι τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ ἐπιστρεψάτω ἡ χείρ μου πρὸς ἐμέ. καὶ ἐδεήθη ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τοῦ προσώπου Κυρίου, καὶ ἐπέστρεψε τὴν χεῖρα τοῦ βασιλέως πρὸς αὐτόν, καὶ ἐγένετο καθὼς τὸ πρότερον.

Γ Βασ. 13,6               Ο βασιλεύς Ιεροβοάμ είπε τότε στον άνθρωπον του Θεού· “παρακάλεσε τον Κυριον τον Θεόν σου, να αποκατασταθή υγιής η χείρ μου και να επανέλθη εις την θέσιν της”. Ο άνθρωπος του Θεού παρεκάλεσε τον Κυριον και η ξηρανθείσα χειρ απέκτησε την υγείαν της, όπως και πριν, και επανήλθεν εις την θέσιν της.

Γ Βασ. 13,7        καὶ ἐλάλησεν ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ· εἴσελθε μετ᾿ ἐμοῦ εἰς οἶκον καὶ ἀρίστησον, καὶ δώσω σοι δόμα.

Γ Βασ. 13,7               Ο βασιλεύς παρεκάλεσε τον άνθρωπον του Θεού και του είπε· “έλα στο σπίτι μου, δείπνησε και θα σου δώσω και κάποιο δώρον”.

Γ Βασ. 13,8        καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν βασιλέα· ἐὰν δῷς μοι τὸ ἥμισυ τοῦ οἴκου σου, οὐκ εἰσελεύσομαι μετὰ σοῦ οὐδὲ μὴ φάγω ἄρτον οὐδὲ μὴ πίω ὕδωρ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ·

Γ Βασ. 13,8               Ο άνθρωπος όμως του Θεού είπε προς τον βασιλέα· “και εάν ακόμη μου δώσης το ήμισυ από το ανάκτορόν σου, δεν πρόκειται να έλθω μαζή σου να φάγω φαγητόν, ούτε και να πίω ύδωρ από τον τόπον αυτόν.

Γ Βασ. 13,9        ὅτι οὕτως ἐνετείλατό μοι Κύριος ἐν λόγῳ λέγων· μὴ φάγῃς ἄρτον καὶ μὴ πίῃς ὕδωρ καὶ μὴ ἐπιστρέψῃς ἐν τῇ ὁδῶ, ᾗ ἐπορεύθης ἐν αὐτῇ.

Γ Βασ. 13,9               Διότι έτσι ρητώς ο Κυριος με διέταξε και μου είπε· Να μη φάγης άρτον και να μη πίης ύδωρ και επανερχόμενος εις την πατρίδα σου να μη επανέλθης από τον ίδιον δρόμον”.

Γ Βασ. 13,10      καὶ ἀπῆλθεν ἐν ὁδῷ ἄλλῃ καὶ οὐκ ἀνέστρεψεν ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἦλθεν ἐν αὐτῇ εἰς Βαιθήλ.

Γ Βασ. 13,10             Ο άνθρωπος του Θεού έφυγε πράγματι δι' άλλης οδού και δεν επέστρεψεν από τον ίδιον δρόμον, τον οποίον είχεν ακολουθήσει ερχόμενος εις Βαιθήλ.

Γ Βασ. 13,11      Καὶ προφήτης εἷς πρεσβύτης κατῴκει ἐν Βαιθήλ, καὶ ἔρχονται οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ διηγήσαντο αὐτῷ πάντα τὰ ἔργα, ἃ ἐποίησεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐν Βαιθήλ, καὶ τοὺς λόγους, οὓς ἐλάλησε τῷ βασιλεῖ· καὶ ἐπέστρεψαν τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς αὐτῶν.

Γ Βασ. 13,11              Εκεί εις την Βαιθήλ κατοικούσεν ένας γέρων προφήτης. Ηλθον, λοιπόν, προς αυτόν τα παιδιά του και του διηγήθησαν όλα τα έργα, τα οποία είχε κάμει ο άνθρωπος του Θεού εις την Βαιθήλ κατά την ημέραν εκείνην, όπως επίσης και τους λόγους, τους οποίους είπεν στον βασιλέα. Εκίνησαν δε το ενδιαφέρον του πατρός των δια τον άνθρωπον αυτόν του Θεού.

Γ Βασ. 13,12      καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς ὁ πατὴρ αὐτῶν λέγων· ποίᾳ ὁδῷ πεπόρευται; καὶ δεικνύουσιν αὐτῷ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τὴν ὁδόν, ἐν ᾗ ἀνῆλθεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ἐλθὼν ἐξ Ἰούδα.

Γ Βασ. 13,12             Ο πατήρ των τους ηρώτησε λέγων· “από ποίαν οδόν επορεύθη ο άνθρωπος του Θεού;” Τα παιδιά του του έδειξαν την οδόν, από την οποίαν είχεν αναχωρήσει ο άνθρωπος του Θεού, που είχεν έλθει από την φυλήν Ιούδα.

Γ Βασ. 13,13      καὶ εἶπε τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ· ἐπισάξατέ μοι τὸν ὄνον· καὶ ἐπέσαξαν αὐτῷ τὸν ὄνον, καὶ ἐπέβη ἐπ᾿ αὐτόν.

Γ Βασ. 13,13              Είπεν εις τα παιδιά του· “σαμαρώσατέ μου τον όνον”. Και εσαμάρωσαν δι' αυτόν τον όνον, επί του οποίου και εκάθησε.

Γ Βασ. 13,14      καὶ ἐπορεύθη κατόπισθεν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ εὗρεν αὐτὸν καθήμενον ὑπὸ δρῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ σὺ εἶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ἐληλυθὼς ἐξ Ἰούδα; καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ.

Γ Βασ. 13,14             Επορεύθη δε οπίσω από τον άνθρωπον του Θεού και τον συνήντησε να κάθεται κάτω από την δρυν και του είπεν· “αλήθεια, συ είσαι ο άνθρωπος του Θεού, που ήλθες από την φυλήν Ιούδα;” Εκείνος του είπεν· “εγώ είμαι”.

Γ Βασ. 13,15      καὶ εἶπεν αὐτῷ· δεῦρο μετ᾿ ἐμοῦ καὶ φάγε ἄρτον.

Γ Βασ. 13,15              Λέγει προς αυτόν· “έλα μαζή μου να φάγης άρτον”.

Γ Βασ. 13,16      καὶ εἶπεν· οὐ μὴ δύνωμαι τοῦ ἐπιστρέψαι μετὰ σοῦ οὐδὲ μὴ φάγομαι ἄρτον οὐδὲ πίομαι ὕδωρ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ·

Γ Βασ. 13,16             Ο άνθρωπος του Θεού της φυλής Ιούδα είπε· “δεν δύναμαι να επιστρέψω μαζή σου και ούτε να φάγω άρτον, ούτε να πίω νερό στον τόπον τούτον·

Γ Βασ. 13,17      ὅτι οὕτως ἐντέταλταί μοι ἐν λόγῳ Κύριος λέγων· μὴ φάγῃς ἄρτον ἐκεῖ καὶ μὴ πίῃς ὕδωρ καὶ μὴ ἐπιστρέψῃς ἐκεῖ ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐπορεύθης ἐν αὐτῇ.

Γ Βασ. 13,17              διότι έτσι με διέταξεν ο Κυριος· Ούτε ψωμί θα φάγης εκεί, ούτε νερό θα πίης, ούτε θα επιστρέψης εις την πατρίδα σου από τον ίδιον δρόμον, δια του οποίου ήλθες εις την Βαιθήλ”.

Γ Βασ. 13,18      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· κἀγὼ προφήτης εἰμὶ καθὼς σύ, καὶ ἄγγελος λελάληκε πρός με ἐν ῥήματι Κυρίου λέγων· ἐπίστρεψον αὐτὸν πρὸς σεαυτὸν εἰς τὸν οἶκόν σου, καὶ φαγέτω ἄρτον, καὶ πιέτω ὕδωρ· καὶ ἐψεύσατο αὐτῷ.

Γ Βασ. 13,18             Ο προφήτης της Βαιθήλ του είπε· “και εγώ είμαι προφήτης, όπως συ. Ενας δε άγγελος μου ωμίλησε εν ονόματι του Κυρίου και μου είπε· Επανάφερε αυτόν στον οίκον σου προς σέ, δια να φάγη φαγητόν και να πίη ύδωρ”. Αυτά δε έλεγε ψευδόμενος προς αυτόν.

Γ Βασ. 13,19      καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν καὶ ἔφαγεν ἄρτον καὶ ἔπιεν ὕδωρ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 13,19             Ο προφήτης της Βαιθήλ επανέφερε τον προφήτην εκ της φυλής Ιούδα και έφαγεν άρτον και έπιεν ύδωρ στον οίκον αυτού.

Γ Βασ. 13,20      καὶ ἐγένετο αὐτῶν καθημένων ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς τὸν προφήτην τὸν ἐπιστρέψαντα αὐτὸν

Γ Βασ. 13,20             Καθ' ον χρόνον εκάθηντο στο τραπέζι του φαγητού, έγινεν αποκάλυψις Κυρίου προς τον προφήτην της Βαιθήλ, ο οποίος είχεν επαναφέρει εκείνον στον οίκον του,

Γ Βασ. 13,21      καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ τὸν ἥκοντα ἐξ Ἰούδα λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ᾿ ὧν παρεπίκρανας τὸ ῥῆμα Κυρίου καὶ οὐκ ἐφύλαξας τὴν ἐντολήν, ἣν ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου,

Γ Βασ. 13,21             και είπε προς τον άνθρωπον του Θεού, ο οποίος είχεν έλθει από την φυλήν του Ιούδα· “αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή επίκρανες τον Θεόν και δεν ετήρησες την εντολήν, την οποίαν σου έδωσε Κυριος ο Θεός σου,

Γ Βασ. 13,22      καὶ ἐπέστρεψας καὶ ἔφαγες ἄρτον καὶ ἔπιες ὕδωρ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ᾧ ἐλάλησε πρός σε λέγων· οὐ μὴ φάγῃς ἄρτον καὶ μὴ πίῃς ὕδωρ, οὐ μὴ εἰσέλθῃ τὸ σῶμά σου εἰς τὸν τάφον τῶν πατέρων σου.

Γ Βασ. 13,22             και έτσι επέστρεψες εδώ και έφαγες άρτον και έπιες ύδωρ στον τόπον αυτόν, δια τον οποίον σου έδωσε ρητήν εντολήν ο Κυριος λέγων· Δεν θα φάγης άρτον και δεν θα πίης νερό, δια τούτο το σώμα σου δεν θα ταφή στον τάφον των προγόνων σου”.

Γ Βασ. 13,23      καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτὸν ἄρτον καὶ πιεῖν ὕδωρ, καὶ ἐπέσαξεν αὐτῷ τὸν ὄνον, καὶ ἐπέστρεψε.

Γ Βασ. 13,23             Ο από την Ιουδαίαν προφήτης, αφού έφαγεν άρτον και έπιεν ύδωρ, εσαμάρωσε τον όνον του και επανήρχετο εις την Ιουδαίαν.

Γ Βασ. 13,24      καὶ ἀπῆλθε, καὶ εὗρεν αὐτὸν λέγων ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ἐθανάτωσεν αὐτόν, καὶ ἦν τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐῤῥιμμένον ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὁ ὄνος εἱστήκει παρ᾿ αὐτό, καὶ ὁ λέων εἱστήκει παρὰ τὸ σῶμα.

Γ Βασ. 13,24             Οταν όμως απεμακρύνθη, συνήντησεν αυτόν καθ' οδόν ένας λέων, ο οποίος και τον εθανάτωσε. Το σώμα του προφήτου έμεινεν ερριμένον εις την οδόν. Ο όνος δε ίστατο όρθιος πλησίον του και ο λέων επίσης ίστατο όρθιος πλησίον του νεκρού σώματος.

Γ Βασ. 13,25      καὶ ἰδοὺ ἄνδρες παραπορευόμενοι καὶ εἶδον τὸ θνησιμαῖον ἐῤῥιμμένον ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὁ λέων εἱστήκει ἐχόμενα τοῦ θνησιμαίου· καὶ εἰσῆλθον καὶ ἐλάλησαν ἐν τῇ πόλει, οὗ ὁ προφήτης ὁ πρεσβύτης κατῴκει ἐν αὐτῇ.

Γ Βασ. 13,25             Ιδού δε ότι κατά την ώραν εκείνην δύο άνδρες, διερχόμενοι από εκεί, είδαν το πτώμα του προφήτου κείμενον εις την οδόν και τον λέοντα, ο οποίος ίστατο όρθιος πλησίον του πτώματος. Αυτοί εισήλθον εις την πόλιν, όπου ευρίσκετο ο γέρων προφήτης, και ανήγγειλαν εις την πόλιν τα συμβάντα.

Γ Βασ. 13,26      καὶ ἤκουσεν ὁ ἐπιστρέψας αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ εἶπεν· ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ οὗτός ἐστίν, ὃς παρεπίκρανε τὸ ῥῆμα Κυρίου.

Γ Βασ. 13,26             Ο εκ Βαιθήλ προφήτης, που είχεν επαναφέρει από τον δρόμον τον προφήτην της Ιουδαίας, είπεν· “αυτός είναι ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος παρέβη την εντολήν του Κυρίου, και έτσι παρεπίκρανε τον Θεόν”.

Γ Βασ. 13,28      καὶ ἐπορεύθη καὶ εὗρε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐῤῥιμμένον ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὁ ὄνος καὶ ὁ λέων εἱστήκεισαν παρὰ τὸ σῶμα, καὶ οὐκ ἔφαγεν ὁ λέων τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ οὐ συνέτριψε τὸν ὄνον.

Γ Βασ. 13,28             Ο γέρων αυτός προφήτης μετέβη και ευρήκε το πτώμα κείμενον στον δρόμον, ο όνος δε και ο λέων ήσαν όρθιοι πλησίον του σώματος. Ο λέων δεν κατέφαγε το σώμα του ανθρώπου του Θεού, ούτε και τον όνον συνέτριψεν.

Γ Βασ. 13,29      καὶ ᾖρεν ὁ προφήτης τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπέθηκεν αὐτὸ ἐπὶ τὸν ὄνον, καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν εἰς τὴν πόλιν ὁ προφήτης τοῦ θάψαι αὐτὸν

Γ Βασ. 13,29             Ο προφήτης αυτός επήρε το νεκρόν σώμα του ανθρώπου του Θεού, το έθεσεν επάνω στον όνον και το έφερεν εις την πόλιν, δια να το θάψη στον τάφον του.

Γ Βασ. 13,30      ἐν τῷ τάφῳ ἑαυτοῦ, καὶ ἐκόψαντο αὐτόν· οὐαὶ ἀδελφέ.

Γ Βασ. 13,30             Εκεί εθρήνησαν αυτόν οι άνθρωποι λέγοντες· “αλλοίμονον, αδελφέ”.

Γ Βασ. 13,31      καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ κόψασθαι αὐτὸν καὶ εἶπε τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ λέγων· ἐὰν ἀποθάνω, θάψατέ με ἐν τῷ τάφῳ τούτῳ οὗ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τέθαπται ἐν αὐτῷ· παρὰ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ θέτε με, ἵνα σωθῶσι τὰ ὀστᾶ μου μετὰ τῶν ὀστῶν αὐτοῦ·

Γ Βασ. 13,31              Επειτα δε από τον θρήνον αυτόν είπεν ο γέρων προφήτης εις τα παιδιά του· “όταν αποθάνω, να με θάψετε στον τάφον αυτόν, όπου έχει ταφή ο άνθρωπος του Θεού. Θέσατέ με κοντά εις τα οστά αυτού, δια να σωθούν και τα ιδικά μου οστά με τα οστά εκείνου.

Γ Βασ. 13,32      ὅτι γινόμενον ἔσται τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησεν ἐν λόγῳ Κυρίου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐν Βαιθὴλ καὶ ἐπὶ τοὺς οἴκους τοὺς ὑψηλοὺς τοὺς ἐν Σαμαρείᾳ.

Γ Βασ. 13,32             Διότι οπωσδήποτε θα πραγματοποιηθη ο λόγος, τον οποίον ωμίλησεν αυτός κατ' εντολήν του Κυρίου δια το θυσιαστήριον τούτο της Βαιθήλ και δια τους ναούς, οι οποίοι έχουν οικοδομηθή στους υψηλούς τόπους της Σαμαρείας”.

Γ Βασ. 13,33      καὶ μετὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο οὐκ ἐπέστρεψεν Ἱεροβοὰμ ἀπὸ τῆς κακίας αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψε καὶ ἐποίησεν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἱερεῖς ὑψηλῶν· ὁ βουλόμενος ἐπλήρου τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐγίνετο ἱερεὺς εἰς τὰ ὑψηλά.

Γ Βασ. 13,33             Εν τούτοις ο Ιεροβοάμ παρά τον λόγον αυτόν του προφήτου δεν εσυνετίσθη και δεν μετενόησε δια την ασέβειάν του, αλλά συνέχισε την παρανομίαν του και εγκατέστησεν στους υψηλούς τόπους της ειδωλολατρείας ιερείς εκ του λαού, οι οποίοι δεν κατήγοντο από την φυλήν του Λευι. Ο οιοσδήποτε δε εγίνετο τότε ιερεύς στους ειδωλολατρικούς αυτούς ευκτηρίους οίκους.

Γ Βασ. 13,34      καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆμα τοῦτο εἰς ἁμαρτίαν τῷ οἴκῳ Ἱεροβοὰμ καὶ εἰς ὄλεθρον καὶ εἰς ἀφανισμὸν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.

Γ Βασ. 13,34             Η ασεβής αυτή πράξις κατελογίσθη ως βαρεία αμαρτία στον οίκον του Ιεροβοάμ και έγινεν αιτία ολέθρου και αφανισμού αυτού από το πρόσωπον της γης.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 14

 

Γ Βασ. 14,1 [Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠῤῥώστησεν Ἀβιὰ υἱὸς Ἱεροβοὰμ

Γ Βασ. 14,1                Κατά τον καιρόν εκείνον αρρώστησεν ο Αβιά, ο υιός του Ιεροβοάμ.

Γ Βασ. 14,2        καὶ εἶπεν ὁ Ἱεροβοὰμ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ ἀλλοιωθήσῃ, καὶ οὐ γνώσονται ὅτι σὺ γυνὴ Ἱεροβοάμ, καὶ πορευθήσῃ εἰς Σηλώ· καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ Ἀχιὰ ὁ προφήτης, αὐτὸς ἐλάλησεν ἐμὲ τοῦ βασιλεῦσαι ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦτον.

Γ Βασ. 14,2               Ο Ιεροβοάμ είπεν εις την γυναίκα του· “σήκω, άλλαξε ενδύματα, ώστε να μη σε αναγνωρίσουν ότι είσαι η σύζυγος του Ιεροβοάμ, και πήγαινε εις την Σηλώ. Ιδού εκεί ευρίσκεται ο προφήτης Αχιά. Αυτός ωμίλησεν εις εμέ εκ μέρους του Θεού, ότι θα γίνω βασιλεύς των δέκα τούτων φύλων.

Γ Βασ. 14,3        καὶ λαβὲ εἰς τὴν χεῖρά σου τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ ἄρτους καὶ κολλυρίδα τοῖς τέκνοις αὐτοῦ καὶ σταφίδας καὶ στάμνον μέλιτος, καὶ ἐλεύσῃ πρὸς αὐτόν. αὐτὸς ἀναγγείλῃ σοι τί ἔσται τῷ παιδί.

Γ Βασ. 14,3               Παρε μαζή σου δια τον άνθρωπον αυτόν του Θεού ως δώρον άρτους και κουλλούρια δια τα τέκνα του και σταφίδες και μίαν στάμναν μέλι, και θα μεταβής προς αυτόν. Αυτός δε θα σου αναγγείλη, τι θα συμβή σχετικώς με την ασθένειαν του παιδιού μας”.

Γ Βασ. 14,4        καὶ ἐποίησεν οὕτως γυνὴ Ἱεροβοάμ· καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Σηλώ, καὶ εἰσῆλθεν ἐν οἴκῳ Ἀχιά· καὶ ὁ ἄνθρωπος πρεσβύτερος τοῦ ἰδεῖν, καὶ ἠμβλυώπουν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἀπὸ γήρους αὐτοῦ.

Γ Βασ. 14,4               Η γυναίκα του Ιεροβοάμ έκαμε, όπως εκείνος της είχε πη. Εσηκώθη, ητοιμάσθη και επορεύθη εις Σηλώ. Εισήλθεν στον οίκον του Αχιά. Ο άνθρωπος αυτός ήτο γέρων και θαμπά έβλεπαν τα μάτια του εξ αιτίας του γήρατός του.

Γ Βασ. 14,5        καὶ Κύριος εἶπε πρὸς Ἀχιά· ἰδοὺ γυνὴ τοῦ Ἱεροβοὰμ εἰσέρχεται τοῦ ἐκζητῆσαι ῥῆμα παρὰ σοῦ περὶ υἱοῦ αὐτῆς, ὅτι ἄῤῥωστός ἐστι· κατὰ τοῦτο καὶ κατὰ τοῦτο λαλήσεις πρὸς αὐτήν. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἰσέρχεσθαι αὐτὴν καὶ αὐτὴ ἀπεξενοῦτο.

Γ Βασ. 14,5               Ο Κυριος είπε προς τον Αχιά· “ιδού, έρχεται η γυνή του Ιεροβοάμ, δια να ζητήση την γνώμην σου σχετικώς με το παιδί της, που είναι άρρωστο. Ετσι και έτσι θα ομιλήσης προς αυτήν, όπως εγώ θα σου αποκαλύψω”. Οταν η γυνή του Ιεροβοάμ εισήλθεν στον οίκον του Αχιά, προσεποιείτο ότι δεν είναι σύζυγος του Ιεροβοάμ.

Γ Βασ. 14,6        καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἀχιὰ τὴν φωνὴν ποδῶν αὐτῆς, εἰσερχομένης αὐτῆς ἐν τῷ ἀνοίγματι, καὶ εἶπεν· εἴσελθε, γυνὴ Ἱεροβοάμ· ἱνατί σὺ τοῦτο ἀποξενοῦσαι; καὶ ἐγώ εἰμι ἀπόστολος πρός σε σκληρός.

Γ Βασ. 14,6               Ο Αχιά, όταν ήκουσε τον θόρυβον των βημάτων της και καθ' ην στιγμήν εκείνη εισήρχετο δια της θύρας του οίκου, είπε προς αυτήν· “είσελθε, γυνή του Ιεροβοάμ· διατί προσπαθείς να παρουσιασθής ως άλλη γυναίκα; Εγώ είμαι διέ σε αγγελιαφόρος σκληρών ειδήσεων.

Γ Βασ. 14,7        πορευθεῖσα εἰπὸν τῷ Ἱεροβοάμ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἀνθ᾿ οὗ ὅσον ὕψωσά σε ἀπὸ μέσου λαοῦ καὶ ἔδωκά σε ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ,

Γ Βασ. 14,7               Πηγαινε και ειπέ στον Ιεροβοάμ· Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· εγώ σε ύψωσα και σε ανέδειξα εκ μέσου του λαού αυτού και σε κατέστησα βασιλέα επί τον λαόν μου τούτον των δέκα φυλών του Ισραήλ.

Γ Βασ. 14,8        καὶ ἔῤῥηξα σὺν τὸ βασίλειον ἀπὸ τοῦ οἶκου Δαυὶδ καὶ ἔδωκα αὐτό σοι καὶ οὐκ ἐγένου ὡς ὁ δοῦλός μου Δαυίδ, ὃς ἐφύλαξε τὰς ἐντολάς μου καὶ ὃς ἐπορεύθη ὀπίσω μου ἐν πάσῃ καρδίᾳ αὐτοῦ ποιῆσαι ἕκαστος τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς μου

Γ Βασ. 14,8               Διέρρηξα το βασίλειον του οίκου Δαυίδ και έδωσα αυτό εις σέ. Συ όμως δεν ανεδείχθης, όπως ο δούλος μου ο Δαυίδ, ο οποίος ετήρησε τας εντολάς μου και με ηκολούθησε με όλην του την καρδίαν, ώστε να πράττη το ορθόν πάντοτε ενώπιόν μου.

Γ Βασ. 14,9        καὶ ἐπονηρεύσω τοῦ ποιῆσαι παρὰ παντός, ὅσοι ἐγένοντο εἰς πρόσωπόν σου καὶ ἐπορεύθης καὶ ἐποίησας σεαυτῷ θεοὺς ἑτέρους χωνευτὰ τοῦ παροργίσαι με καὶ ἐμὲ ἔῤῥιψας ὀπίσω σώματός σου·

Γ Βασ. 14,9               Συ όμως διέπραξες πονηρίας μεγαλυτέρας από όλους τους Ισραηλίτας, οι οποίοι είχαν ζήσει προηγουμένως από σέ. Επορεύθης και κατεσκεύασες άλλους θεούς από μέταλλον, που εχύθη εις ειδικόν καλούπι, ώστε να με εξοργίσης εναντίον σου, επειδή με επέταξες έτσι όπισθέν σου.

Γ Βασ. 14,10      διὰ τοῦτο ἐγὼ ἄγω κακίαν πρός σε εἰς οἶκον Ἱεροβοάμ· ἐξολοθρεύσω τοῦ Ἱεροβοὰμ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον ἐχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν Ἰσραὴλ καὶ ἐπιλέξω οἴκου Ἱεροβοάμ, καθὼς ἐπιλέγεται ἡ κόπρος, ὡς τελειωθῆναι αὐτόν·

Γ Βασ. 14,10             Δια τούτο εγώ αποστέλλω τιμωρίαν εναντίον σου και εναντίον του οίκου Ιεροβοάμ. Θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Ιεροβοάμ κάθε αρσενικόν, δούλον η ελεύθερον. Θα σαρώσω την οικογένειαν του Ιεροβοάμ, όπως σαρώνεται η κόπρος, έως ότου θα ολοκληρωθή η καταστροφή της.

Γ Βασ. 14,11      οἱ τεθνηκότες τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ πόλει, καταφάγονται οἱ κύνες, καὶ τὸν τεθνηκότα ἐν τῷ ἀγρῷ καταφάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε.

Γ Βασ. 14,11              Οσοι εκ της οικογενείας του Ιεροβοάμ αποθνήσκουν μέσα εις την πόλιν, θα κατατρώγωνται από τους κύνας. Εκείνος δε ο οποίος πεθαίνει στον αγρόν, θα κατατρώγεται από τα πετεινά του ουρανού. Αυτά θα γίνουν, διότι ο Κυριος τα προανήγγειλε.

Γ Βασ. 14,12      καὶ σὺ ἀναστᾶσα πορεύθητι εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐν τῷ εἰσέρχεσθαι πόδα σου τὴν πόλιν, ἀποθανεῖται τὸ παιδάριον·

Γ Βασ. 14,12             Συ, λοιπόν, σήκω τώρα και πήγαινε στον οίκον σου. Την ώραν, δε κατά την οποίαν το πόδι σου θα πατήση εις την πόλιν, το παιδί σου θα αποθάνη.

Γ Βασ. 14,13      καὶ κόψονται αὐτὸν πᾶς Ἰσραὴλ καὶ θάψουσιν αὐτόν, ὅτι οὗτος μόνος εἰσελεύσεται τῷ Ἱεροβοὰμ πρὸς τάφον, ὅτι εὑρέθη ἐν αὐτῷ ῥῆμα καλὸν περὶ τοῦ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ ἐν οἴκῳ Ἱεροβοάμ·

Γ Βασ. 14,13             Θα θρηνήσουν αυτό όλοι οι Ισραηλίται και θα το θάψουν, διότι αυτό μόνον από την οικογένειαν του Ιεροβοάμ θα ταφή κανονικά στον τάφον, επειδή δι' αυτό ευρέθη κάποιος καλός λόγος παρά Κυρίου του Θεού του Ισραήλ μεταξύ όλης της οικογενείας Ιεροβοάμ.

Γ Βασ. 14,14      καὶ ἀναστήσει Κύριος ἑαυτῷ βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ, ὃς πλήξει τὸν οἶκον Ἱεροβοάμ ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ· καὶ τί καὶ νῦν;

Γ Βασ. 14,14             Ο ίδιος δε ο Κυριος θα αναδείξη άλλο βασιλέα εις τας δέκα φυλάς του Ισραήλ, ο οποίος θα κτυπήση αποφασιστικά τον οίκον του Ιεροβοάμ κατά την ημέραν εκείνην. Αλλά τι λέγω; Εχει ήδη αρχίσει η τιμωρία αυτή.

Γ Βασ. 14,15      Κύριος πλήξει τὸν Ἰσραήλ, καθὰ κινεῖται ὁ ἄνεμος ἐν τῷ ὕδατι, καὶ ἐκτελεῖ τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ ἄνω τῆς χθονὸς τῆς ἀγαθῆς ταύτης, ἧς ἔδωκε τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ λικμήσει αὐτοὺς ἀπὸ πέραν τοῦ ποταμοῦ· ἀνθ᾿ οὗ ὅσον ἐποίησαν τὰ ἄλση αὐτῶν παροργίζοντες τὸν Κύριον·

Γ Βασ. 14,15             Ο Κυριος θα πλήξη τον ισραηλιτικόν λαόν, όπως αναταράσσει η θύελλα τα ύδατα, και θα ξερριζώση το βασίλειον του Ισραήλ από αυτήν την γην την εύφορον και γόνιμον, την οποίαν έδωκεν στους προπάτοράς του, και θα τους διασκορπίση πέραν από τον ποταμόν Ευφράτην. Τούτο δέ, διότι οικοδόμησαν ειδωλικούς ναούς και κατεσκεύασαν είδωλα μέσα εις ιερά άλση και παρώργισαν έτσι τον Κυριον.

Γ Βασ. 14,16      καὶ παραδώσει Κύριος τὸν Ἰσραὴλ χάριν ἁμαρτιῶν Ἱεροβοάμ, ὃς ἥμαρτε καὶ ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 14,16             Θα παραδώση δε ο Κυριος τον ισραηλιτικόν λαόν εις αυτάς τας τιμωρίας εξ αιτίας των αμαρτιών του Ιεροβοάμ, ο οποίος ημάρτησεν ο ίδιος, αλλά και τον ισραηλιτικόν λαόν παρέσυρεν εις αμαρτίαν”.

Γ Βασ. 14,17      καὶ ἀνέστη ἡ γυνὴ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐπορεύθη εἰς γῆν Σαριρά· καὶ ἐγένετο ὡς εἰσῆλθεν ἐν τῷ προθύρῳ τοῦ οἴκου καὶ τὸ παιδάριον ἀπέθανε.

Γ Βασ. 14,17             Η γυνή του Ιεροβοάμ εσηκώθη και επέστρεψεν εις την πόλιν Σαριρά. Οταν δε εισήλθον στο κατώφλι του σπιτιού της, το παιδί απέθανε.

Γ Βασ. 14,18      καὶ ἔθαψαν αὐτὸν καὶ ἐκόψαντο αὐτὸν πᾶς Ἰσραήλ, κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Ἀχιὰ τοῦ προφήτου.

Γ Βασ. 14,18             Εθαψαν αυτό και το εθρήνησαν όλοι οι Ισραηλίται σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον είπεν ο Κυριος δια του δούλου αυτού του προφήτου Αχιά.

Γ Βασ. 14,19      καὶ περισσὸν ῥημάτων Ἱεροβοάμ, ὅσα ἐπολέμησε καὶ ὅσα ἐβασίλευσεν, ἰδοὺ αὐτὰ γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίου ῥημάτων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραὴλ.

Γ Βασ. 14,19             Τα δε άλλα έργα του Ιεροβοάμ, τα πολεμικά του έργα και όσα άλλα έργα έκαμε κατά το διάστημα της βασιλείας του, όλα αυτά είναι γραμμένα στο βιβλίον, που επιγράφεται “έργα και ημέραι των βασιλέων του Ισραήλ”.

Γ Βασ. 14,20      καὶ αἱ ἡμέραι, ἃς ἐβασίλευσεν Ἱεροβοὰμ εἴκοσι δύο ἔτη· καὶ ἐκοιμήθη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐβασίλευσε Ναβὰτ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.]

Γ Βασ. 14,20            Τα έτη δέ, κατά τα οποία εβασίλευσεν ο Ιεροβοάμ, ανήλθαν εις είκοσι δύο. Απέθανε και ετάφη με τους πατέρας αυτού και τον διεδέχθη στον βασιλικόν θρόνον ο υιός του, ο Ναβάτ.

Γ Βασ. 14,21      Καὶ Ῥοβοὰμ υἱὸς Σαλωμὼν ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰούδαν· υἱὸς τεσσαράκοντα καὶ ἑνὸς ἐνιαυτῶν Ῥοβοὰμ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἑπτακαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλὴμ τῇ πόλει, ἣν ἐξελέξατο Κύριος θέσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ ἐκ πασῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ· καὶ τὸ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Νααμὰ ἡ Ἀμμωνῖτις.

Γ Βασ. 14,21             Βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα ήτο τότε ο Ροβοάμ, ο υιός του Σολομώντος. Τεσσαράκοντα και ενός ετών ήτο, όταν αυτός ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσε δεκαεπτά έτη εις την πόλιν Ιερουσαλήμ, την οποίαν ο Κυριος εξέλεξεν από όλας τας ισραηλιτικάς πόλεις, δια να δοξάζεται και λατρεύεται εκεί το Ονομά του. Το όνομα της μητρός του Ροβοάμ ήτο Νααμά. Αυτή δε κατήγετο από την φυλήν των Αμμωνιτών.

Γ Βασ. 14,22      καὶ ἐποίησε Ῥοβοὰμ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ παρεζήλωσεν αὐτὸν ἐν πᾶσιν, οἷς ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτῶν ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν, αἷς ἥμαρτον,

Γ Βασ. 14,22            Και ο Ροβοάμ διέπραξεν επίσης πονηρά ενώπιον του Κυρίου και εξώργισε τον Θεόν εναντίον του περισότερον, από όσον τον είχαν εξοργίσει οι προπάτορές του με τας ιδικάς των αμαρτίας, τας οποίας είχαν διαπράξει.

Γ Βασ. 14,23      καὶ ᾠκοδόμησαν ἑαυτοῖς ὑψηλὰ καὶ στήλας καὶ ἄλση ἐπὶ πάντα βουνὸν ὑψηλὸν καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου συσκίου.

Γ Βασ. 14,23             Αυτοί εξέλεξαν υψώματα, όπου έστησαν ειδωλικάς στήλας και αγάλματα ειδωλικών θεών εις κάθε υψηλόν λόφον και κάτω από ευσκιόφυλλα δένδρα.

Γ Βασ. 14,24      καὶ σύνδεσμος ἐγενήθη ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐποίησαν ἀπὸ πάντων τῶν βδελυγμάτων τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξῇρε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 14,24            Ετσι ολόκληρος η χώρα παρεσύρθη εις την ειδωλολατρείαν και αποστασίαν, διότι κατεσκεύασαν συχαμερά είδωλα όλων των ειδωλικών θεοτήτων, που είχαν τα άλλα έθνη, και τα οποία είδωλα ο Κυριος είχεν εξαφανίσει εκ μέσου των Ισροηλιτών.

Γ Βασ. 14,25      καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ πέμπτῳ βασιλεύοντος Ῥοβοάμ, ἀνέβη Σουσακὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ

Γ Βασ. 14,25             Κατά το πέμπτον έτος της βασιλείας του Ροβοάμ ανέβη από την Αίγυπτον ο βασιλεύς Σουσακίμ και εισήλθεν εις την Ιερουσαλήμ.

Γ Βασ. 14,26      καὶ ἔλαβε πάντας τοὺς θησαυροὺς οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ τὰ δόρατα τὰ χρυσᾶ, ἃ ἔλαβε Δαυὶδ ἐκ χειρὸς τῶν παίδων Ἀδραζὰρ βασιλέως Σουβά, καὶ εἰσήνεγκεν αὐτὰ εἰς Ἱερουσαλὴμ τὰ πάντα, ἃ ἔλαβεν, ὅπλα τὰ χρυσᾶ, ὅσα ἐποίησε Σαλωμών, καὶ ἐπήνεγκεν αὐτὰ εἰς Αἴγυπτον.

Γ Βασ. 14,26            Νικητής δε καθώς ήτο, επήρεν όλους τους θησαυρούς από τον ναόν του Κυρίου και τους θησαυρούς από το ανάκτορον του βασιλέως και τα χρυσά δόρατα, τα οποία ο Δαυίδ είχε πάρει από τα χέρια των δούλων του Αδραζάρ, βασιλέως Σουβά, και τα οποία είχε φέρει εις την Ιερουσαλήμ. Ολα αυτά τα επήρεν ο Σουσακίμ, όπλα χρυσά όσα έκαμεν ο Σολομών, και τα έφερεν εις την Αίγυπτον.

Γ Βασ. 14,27      καὶ ἐποίησε Ῥοβοὰμ ὁ βασιλεὺς ὅπλα χαλκᾶ ἀντ᾿ αὐτῶν. καὶ ἐπέθεντο ἐπ᾿ αὐτὸν οἱ ἡγούμενοι τῶν παρατρεχόντων οἱ φυλάσσοντες τὸν πυλῶνα οἴκου βασιλέως.

Γ Βασ. 14,27             Ο Ροβοάμ κατεσκεύασεν αντί αυτών των χρυσών όπλων χάλκινα όπλα. Αυτά δε οι αρχηγοί της βασιλικής σωματοφυλακής, οι οποίοι εφρουρούσαν την πύλην του βασιλικού ανακτόρου, τα ετοποθέτησαν εις την θέσιν, όπου προηγουμένως υπήρχον τα χρυσά όπλα.

Γ Βασ. 14,28      καὶ ἐγένετο ὅτε εἰσεπορεύετο ὁ βασιλεὺς εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ ᾖρον αὐτὰ οἱ παρατρέχοντες καὶ ἀπηρείδοντο αὐτὰ εἰς τὸ θεὲ τῶν παρατρεχόντων.

Γ Βασ. 14,28            Καθε φοράν δε που ο βασιλεύς εν επισήμω πομπή εισήρχετο στον ναόν του Κυρίου, οι σωματοφύλακες οι συνοδεύοντες αυτόν ελάμβανον τα όπλα. Μετά δε την επίσημον πομπήν, τα ετοποθετούσαν πάλιν εις την αίθουσαν των φρουρών.

Γ Βασ. 14,29      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ῥοβοὰμ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα;

Γ Βασ. 14,29            Τα υπόλοιπα έργα του Ροβοάμ και όλα όσα έκαμεν, αυτά δεν περιέχονται εις τα χρονικά των βασιλέων του βασιλείου Ιούδα;

Γ Βασ. 14,30      καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον Ῥοβοὰμ καὶ ἀνὰ μέσον Ἱεροβοὰμ πάσας τὰς ἡμέρας.

Γ Βασ. 14,30             Πολεμος δε υπήρχε μεταξύ του Ροβοάμ και του Ιεροβοάμ όλας τας ημέρας της βασιλείας των.

Γ Βασ. 14,31      καὶ ἐκοιμήθη Ῥοβοὰμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀβιοὺ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 14,31             Απέθανεν ο Ροβοάμ και ετάφη, όπου είχον ταφή οι πατέρες του, εις την πόλιν Δαυίδ. Αντ' αυτού δε έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Αβιού.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 15

 

Γ Βασ. 15,1        Καὶ ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει βασιλεύοντος Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, βασιλεύει Ἀβιοὺ υἱὸς Ῥοβοὰμ ἐπὶ Ἰούδαν.

Γ Βασ. 15,1                Ο Αβιού, ο υιός του Ροβοάμ, έγινε βασιλεύς της Ιουδαίας κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ.

Γ Βασ. 15,2        καὶ τρία ἔτη ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μααχά, θυγάτηρ Ἀβεσσαλώμ,

Γ Βασ. 15,2               Αυτός εβασίλευσε τρία έτη επί της Ιουδαίας έχων πρωτεύουσάν του την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Μααχά και ήτο εγγονή του Αβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 15,3        καὶ ἐπορεύθη ἐν ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, αἷς ἐποίησεν ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἡ καρδία αὐτοῦ τελεία μετὰ Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ ὡς ἡ καρδία τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,3               Αλλά και ο Αβιού επορεύθη εις τας αμαρτίας, τας οποίας είχε διαπράξει και ο πατήρ του προ αυτού. Ετσι δε η καρδία του δεν ήτο τελεία απέναντι του Θεού, όπως ήτο η καρδία του προπάτορός του Δαυίδ.

Γ Βασ. 15,4        ὅτι διὰ Δαυὶδ ἔδωκεν αὐτῷ Κύριος κατάλειμμα, ἵνα στήσῃ τὰ τέκνα αὐτοῦ μετ᾿ αὐτὸν καὶ στήσῃ τὴν Ἱερουσαλήμ,

Γ Βασ. 15,4               Προς χάριν όμως του Δαυίδ έδωκεν εις αυτόν ο Κυριος υιόν ως διάδοχον του βασιλικού θρόνου, δια να αναδείξη έτσι τέκνα ύστερα από αυτόν ως βασιλείς και να σταθεροποιήση την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσαν του βασιλείου του.

Γ Βασ. 15,5        ὡς ἐποίησε Δαυὶδ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐξέκλινεν ἀπὸ πάντων, ὧν ἐνετείλατο αὐτῷ, πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,5               Διότι ο Δαυίδ έπραξε το ορθόν ενώπιον του Κυρίου και όλας τας ημέρας της ζωής του δεν παρεξέκλινεν από όλα, όσα είχε διατάξει εις αυτόν ο Κυριος.

Γ Βασ. 15,7        καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἀβιοὺ τὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα; καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον Ἀβιοὺ καὶ ἀνὰ μέσον Ἱεροβοάμ.

Γ Βασ. 15,7               Ολα τα άλλα έργα του Αβιού, όλα όσα έκαμε δεν υπάρχουν αυτά γραμμένα στο βιβλίον “Εργα και ημέραι των βασιλέων του Ιούδα;» Πολεμος δε υπήρχε κατά το διάστημα της ζωής των μεταξύ Αβιού και μεταξύ Ιεροβοάμ.

Γ Βασ. 15,8        καὶ ἐκοιμήθη Ἀβιοὺ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ τετάρτῳ ἔτει τοῦ Ἱεροβοὰμ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ βασιλεύει Ἀσὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,8               Απέθανεν ο Αβιού και ετάφη μαζή με τους προγόνους αυτού κατά το εικοστόν τέταρτον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ και ετάφη, όπου και οι πρόγονοί του εις την πόλιν Δαυίδ. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού ο υιός του ο Ασά.

Γ Βασ. 15,9        Ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τετάρτῳ καὶ εἰκοστῷ τοῦ Ἱεροβοὰμ βασιλέως Ἰσραὴλ βασιλεύει Ἀσὰ ἐπὶ Ἰούδαν

Γ Βασ. 15,9               Κατά το εικοστόν τέταρτον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ, βασιλέως του Ισραήλ, έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα ο Ασά.

Γ Βασ. 15,10      καὶ τεσσαράκοντα καὶ ἓν ἔτος ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἀνὰ θυγάτηρ Ἀβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 15,10             Αυτός με πρωτεύουσαν την Ιερουσαλήμ εβασίλευσεν επί τεσσαράκοντα και εν έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ανά, ήτο δε απόγονος του Αβεσσαλώμ.

Γ Βασ. 15,11      καὶ ἐποίησεν Ἀσὰ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,11              Ο Ασά έπραξε το ορθόν ενώπιον του Κυρίου, όπως και ο προπάτωρ αυτού ο Δαυίδ.

Γ Βασ. 15,12      καὶ ἀφεῖλε τὰς τελετὰς ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐξαπέστειλε πάντα τὰ ἐπιτηδεύματα, ἃ ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,12             Κατήργησε τας ειδωλολατρικάς τελετάς από την χώραν του και απεμάκρυνε όλα τα είδωλα και τας ειδωλολατρικάς συνηθείας, τας οποίας είχαν εισαγάγει οι πρόγονοί του.

Γ Βασ. 15,13      καὶ τὴν Ἀνὰ τὴν μητέρα ἑαυτοῦ μετέστησε τοῦ μὴ εἶναι ἡγουμένην, καθὼς ἐποίησε σύνοδον ἐν τῷ ἄλσει αὐτῆς, καὶ ἐξέκοψεν Ἀσὰ τὰς καταδύσεις αὐτῆς καὶ ἐνέπρησε πυρὶ ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Κέδρων.

Γ Βασ. 15,13              Από δε την μητέρα του την Ανά αφήρεσε κάθε εξουσίαν, ώστε να μη κατέχη αυτή κααμίαν εξέχουσαν θέσιν και τούτο διότι κατεσκεύασεν αύτη ευκτήριον οίκον στο άλσος και ετοποθέτησεν ειδωλικόν θεόν. Ο Ασά κατέστρεψε τα μυστικά σπήλαια της λατρείας των ειδώλων και παρέδωσεν στο πυρ τα είδωλα στον χείμαρρον των Κέδρων.

Γ Βασ. 15,14      τὰ δὲ ὑψηλὰ οὐκ ἐξῇρε· πλὴν ἡ καρδία Ἀσὰ ἦν τελεία μετὰ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,14             Τους υψηλούς όμως ειδωλολατρικούς τόπους δεν κατέστρεψεν. Εν τούτοις η καρδία του Ασά ήτο καθ' όλον τον χρόνον της ζωής του αφιερωμένη στον Κυριον.

Γ Βασ. 15,15      καὶ εἰσήνεγκε τοὺς κίονας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τοὺς κίονας αὐτοῦ εἰσήνεγκεν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου, ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς καὶ σκεύη.

Γ Βασ. 15,15              Ο Ασά επανέφερεν στον ναόν του Κυρίου τους κίονας του πατρός του και τους ιδικούς του αργυρούς και χρυσούς κίονας, όπως και τα ιερά σκεύη.

Γ Βασ. 15,16      καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον Ἀσὰ καὶ ἀνὰ μέσον Βαασὰ βασιλέως Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας αὐτῶν.

Γ Βασ. 15,16             Αλλά μεταξύ του Ασά και του Βαασά, βασιλέως του βασιλείου Ισραήλ, εσυνεχίζετο πόλεμος όλας τας ημέρας της ζωής των.

Γ Βασ. 15,17      καὶ ἀνέβη Βαασὰ βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Ῥαμὰ τοῦ μὴ εἶναι ἐκπορευόμενον καὶ εἰσπορευόμενον τῷ Ἀσὰ βασιλεῖ Ἰούδα.

Γ Βασ. 15,17              Ο Βαασά, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού βασιλείου, εξεστράτευσεν εναντίον του βασιλείου Ιούδα και ωχύρωσε την Ραμά, ώστε να μη ημπορή κανείς άνθρωπος του Ασά, του βασιλέως Ιούδα, να εισέρχεται και να εξέρχεται εις την χώραν του.

Γ Βασ. 15,18      καὶ ἔλαβεν Ἀσὰ σύμπαν τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον τὸ εὑρεθὲν ἐν τοῖς θησαυροῖς οἴκου Κυρίου καὶ ἐν τοῖς θησαυροῖς τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν αὐτὰ εἰς χεῖρας παίδων αὐτοῦ, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς Ἀσὰ πρὸς υἱὸν Ἄδερ υἱὸν Ταβερεμμὰν υἱοῦ Ἀζὶν βασιλέως Συρίας τοῦ κατοικοῦντος ἐν Δαμασκῷ λέγων·

Γ Βασ. 15,18             Επήρε τότε ο Ασά όλον το αργύριον και το χρυσίον, που υπήρχεν στο θησαυροφυλάκιον του ναού του Κυρίου και στο θησαυροφυλάκιον του βασιλικού του ανακτόρου, παρέδωσεν αυτά εις τα χέρια εμπίστων δούλων του και τα έστειλεν ο βασιλεύς Ασά προς τον υιόν Αδερ, υιόν του Ταβερεμμάν, υιού του Αζίν βασιλέως της Συρίας, ο οποίος κατοικούσεν εις την Δαμασκόν και του παρήγγειλε·

Γ Βασ. 15,19      διάθου διαθήκην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πατρός μου καὶ τοῦ πατρός σου· ἰδοὺ ἐξαπέσταλκά σοι δῶρα ἀργύριον καὶ χρυσίον, δεῦρο διασκέδασον τὴν διαθήκην σου τὴν πρὸς Βαασὰ βασιλέα Ἰσραήλ, καὶ ἀναβήσεται ἀπ᾿ ἐμοῦ.

Γ Βασ. 15,19             “ας συνάψωμεν συμφωνίαν φιλίας μεταξύ μας ομοίαν προς εκείνην, η οποία υπήρχε μεταξύ του ιδικού μου πατρός και του ιδικού σου πατρός. Ιδού, σου έστειλα ως δώρα αργύριον και χρυσίον. Εμπρός, λοιπόν, διάλυσε την συμφωνίαν σου με τον Βαασά, τον βασιλέα Ισραήλ, δια να απομακρυνθή έτσι αυτός από την χώραν μου”.

Γ Βασ. 15,20      καὶ ἤκουσεν υἱὸς Ἄδερ τοῦ βασιλέως Ἀσὰ καὶ ἀπέστειλε τοὺς ἄρχοντας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ ταῖς πόλεσι τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἐπάταξαν τὴν Ἀΐν, τὴν Δὰν καὶ τὴν Ἀβελμαὰ καὶ πᾶσαν τὴν Χεννερὲθ ἕως πάσης τῆς γῆς Νεφθαλί.

Γ Βασ. 15,20             Ο υιός Αδερ ήκουσε και εδέχθη την πρότασιν του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους αρχηγούς των στρατιωτικών του δυνάμεων εναντίον των πόλεων του βασιλείου Ισραήλ. Εκείνοι δε προσέβαλαν και κατέλαβαν την πόλιν Αΐν, την Δαν, την Αβελμαά και όλην την περιοχήν της Γεννησαρέτ μέχρι και όλης της χώρας, η οποία ανήκεν εις την φυλήν Νεφθαλί.

Γ Βασ. 15,21      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσε Βαασά, καὶ διέλιπε τοῦ οἰκοδομεῖν τὴν Ῥαμὰ καὶ ἀνέστρεψεν εἰς Θερσά.

Γ Βασ. 15,21             Ο Βαασά όταν ήκουσε τα γεγονότα αυτά, εσταμάτησε πλέον να οχυρώνη την Ραμά και επέστρεψεν εις την πόλιν Θερσά.

Γ Βασ. 15,22      καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀσὰ παρήγγειλε παντὶ Ἰούδα εἰς Αἰνακίμ, καὶ αἴρουσι τοὺς λίθους τῆς Ῥαμὰ καὶ τὰ ξύλα αὐτῆς, ἃ ᾠκοδόμησε Βαασά, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Ἀσὰ πᾶν βουνὸν Βενιαμὶν καὶ τὴν σκοπιάν.

Γ Βασ. 15,22             Τοτε δε ο βασιλεύς Ασά έδωσεν εντολήν εις όλους τους άνδρας της φυλής Ιούδα εις Αινακίμ, να σηκώσουν και να μεταφέρουν τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής, τα οποία είχε χρησιμοποιήσει προς οχύρωσίν της ο Βαασά. Δι' αυτών δε ωχύρωσεν ο βασιλεύς Ασά όλους τους λόφους και τα υψώματα της φυλής Βενιαμίν και την σκοπιάν.

Γ Βασ. 15,23      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἀσὰ καὶ πᾶσα ἡ δυναστεία αὐτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ τὰς πόλεις, ἃς ᾠκοδόμησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐστὶν ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα; πλὴν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ γήρως αὐτοῦ ἐπόνεσε τοὺς πόδας αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,23             Τα δε αλλά έργα του Ασά και όλα τα μεγάλα αυτού κατορθώματα, που είχε πράξει, και αι πόλεις τας οποίας ωχύρωσε, όλα αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των λόγων και των έργων των βασιλέων Ιούδα; Αλλά κατά τον καιρόν των γηρατείων του υπέφερεν αυτός από πόνους των ποδών του.

Γ Βασ. 15,24      καὶ ἐκοιμήθη Ἀσὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυὶδ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύει Ἰωσαφὰτ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,24             Ο Ασά εκοιμήθη και προσετέθη στους προγόνους του και ετάφη στους τάφους των προγόνων του εις την πόλιν Δαυίδ, του προπάτορός του. Αντ' αυτού δε εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα ο υιός του ο Ιωσαφάτ.

Γ Βασ. 15,25      Καὶ Ναδὰβ υἱὸς Ἱεροβοὰμ βασιλεύει ἐπὶ Ἰσραήλ ἐν ἔτει δευτέρῳ τοῦ Ἀσὰ βασιλέως Ἰούδα καὶ ἐβασίλευσεν ἐν Ἰσραὴλ ἔτη δύο.

Γ Βασ. 15,25             Ο Ναδάβ, ο υιός του Ιεροβοάμ, εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ισραήλ κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Ασά, βασιλέως του βασιλείου Ιούδα. Εβασίλευσε δε δύο έτη στο βασίλειον του Ισραήλ.

Γ Βασ. 15,26      καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, αἷς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραὴλ.

Γ Βασ. 15,26             Αυτός όμως διέπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου και επορεύθη τον δρόμον των αμαρτιών του πατρός του, δια των οποίων εκείνος είχε παρασύρει τους Ισραηλίτας προς την αμαρτίαν.

Γ Βασ. 15,27      καὶ περιεκάθισεν αὐτὸν Βαασὰ υἱὸς Ἀχιὰ ἐπὶ τὸν οἶκον Βελαὰν καὶ ἐχάραξεν αὐτὸν ἐν Γαβαθὼν τῇ τῶν ἀλλοφύλων, καὶ Ναδὰβ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ περιεκάθητο ἐπὶ Γαβαθών.

Γ Βασ. 15,27             Ο Βαασά, υιός του Αχιά, περιεκύκλωσε τον Ναδάβ ευρισκόμενον στον ειδωλολατρικόν ναόν Βεελάν και δι' οχυρώματος περιέκλεισεν αυτόν εις την Γαβαθών, την πόλιν των αλλοφύλων. Ο δε Ναδάβ και όλος ο ισραηλιτικός λαός είχον τότε περικυκλώσει την Γαβαθών.

Γ Βασ. 15,28      καὶ ἐθανάτωσεν αὐτὸν Βαασὰ ἐν ἔτει τρίτῳ τοῦ Ἀσὰ υἱοῦ Ἀβιοὺ βασιλέως Ἰούδα καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 15,28             Ο Βαασά εθανάτωσε τον Ναδάβ κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του Ασά, υιού Αβιού του βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν αυτός αντί εκείνου.

Γ Βασ. 15,29      καὶ ἐγένετο ὡς ἐβασίλευσε, καὶ ἐπάταξεν ὅλον τὸν οἶκον Ἱεροβοὰμ καὶ οὐχ ὑπελίπετο πᾶσαν πνοὴν τοῦ Ἱεροβοὰμ ἕως τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτὸν κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Ἀχιὰ τοῦ Σηλωνίτου

Γ Βασ. 15,29             Οταν δε αυτός έγινε βασιλεύς, εξωλόθρευσεν όλην την οικογένειαν του Ιεροβοάμ. Δεν αφήκε κανένα μέλος της οικογενείας του Ιεροβοάμ εις την ζωήν. Τους εξωλόθρευσεν όλους σύμφωνα με την προφητείαν του Κυρίου, την οποίαν είχεν είπει δια μέσου του δούλου του, του προφήτου Αχιά του Σηλωνίτου.

Γ Βασ. 15,30      περὶ τῶν ἁμαρτιῶν Ἱεροβοάμ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἐν τῷ παροργισμῷ αὐτοῦ, ᾧ παρώργισε τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 15,30             Η φοβερά αυτή τιμωρία είχε προφητευθή τότε εξ αιτίας των αμαρτιών του Ιεροβοάμ και διότι αυτός είχε παροργίσει τον Κυριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού, με το να παρακινήση και να εξωθήση τον λαόν εις την ειδωλολατρείαν.

Γ Βασ. 15,31      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ναδὰβ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐστὶν ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 15,31              Τα υπόλοιπα έργα του Ναδάβ, όλα όσα έκαμε, ιδού, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον “έργα και ημέραι των βασιλέων του Ισραήλ”;

Γ Βασ. 15,33      Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ τρίτῳ τοῦ Ἀσὰ βασιλέως Ἰούδα βασιλεύει Βαασὰ υἱὸς Ἀχιὰ ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Θερσὰ εἴκοσι καὶ τέσσαρα ἔτη.

Γ Βασ. 15,33             Κατά δε το τρίτον έτος της βασιλείας του Ασά, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα, εβασίλευσεν ο Βαασά, ο υιός του Αχιά, στο βασίλειον του Ισραήλ με πρωτεύουσαν την Θερσά επί είκοσι τέσσαρα έτη.

Γ Βασ. 15,34      καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 15,34             Και αυτός όμως έπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου. Παρεσύρθη εις την ειδωλολατρείαν και εβάδισε τον δρόμον του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ, υποπεσών εις τας ιδίας αμαρτίας, δια των οποίων εκείνος είχεν οδηγήσει τον ισραηλιτικόν λαόν εις την ειδωλολατρείαν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 16

 

Γ Βασ. 16,1        Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου ἐν χειρὶ Ἰοὺ υἱοῦ Ἀνανὶ πρὸς Βαασά·

Γ Βασ. 16,1                Ο Κυριος δια του Ιού, υιού του Ανανί, ωμίλησε προς τον βασιλέα Βαασά και είπεν·

Γ Βασ. 16,2        ἀνθ᾿ ὧν ὕψωσά σε ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἔδωκά σε ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραὴλ καὶ ἐπορεύθης ἐν τῇ ὁδῷ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐξήμαρτες τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ, τοῦ παροργίσαι με ἐν τοῖς ματαίοις αὐτῶν,

Γ Βασ. 16,2               “Ενώ εγώ σε ανέδειξα εκ του μηδενός και σε εγκατέστησα βασιλέα του Ισραηλιτικού μου λαού, συ ηκολούθησες τον αμαρτωλόν δρόμον του Ιεροβοάμ και παρέσυρες τον λαόν μου εις την αμαρτίαν, δια να με παροργίσουν έτσι οι Ισραηλίται με την ειδωλολατρείαν των.

Γ Βασ. 16,3        ἰδοὺ ἐγὼ ἐξεγείρω ὀπίσω Βαασὰ καὶ ὄπισθεν τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ δώσω τὸν οἶκόν σου ὡς τὸν οἶκον Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ·

Γ Βασ. 16,3               Δια τούτο θα αναδείξω εγώ έπειτα από σε και την οικογένειάν σου άλλον βασιλέα και θα παραδώσω εις όλεθρον την οικογένειάν σου, όπως παρέδωσα την οικογένειαν Ιεροβοάμ του υιού Ναβάτ.

Γ Βασ. 16,4        τὸν τεθνηκότα τοῦ Βαασὰ ἐν τῇ πόλει καταφάγονται αὐτὸν οἱ κύνες, καὶ τὸν τεθνηκότα αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ καταφάγονται αὐτὸν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.

Γ Βασ. 16,4               Οσοι από την οικογένειαν του Βαασά θα πεθαίνουν εις την πόλιν θα τους κατατρώγουν τα σκυλιά. Τους νεκρούς δε στους αγρούς θα τους φάγουν τα σαρκοβόρα όρνεα του ουρανού”.

Γ Βασ. 16,5        καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Βαασὰ καὶ πάντα ἃ ἐποίησε, καὶ αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 16,5               Τα υπόλοιπα από τα έργα του Βαασά, που έκαμε, και τα κατορθώματά του είναι γραμμένα στο βιβλίον λόγων και έργων των βασιλέων του Ισραήλ.

Γ Βασ. 16,6        καὶ ἐκοιμήθη Βαασὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται ἐν Θερσά, καὶ βασιλεύει Ἠλὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ ἔτει βασιλέως Ἀσά.

Γ Βασ. 16,6               Ο Βαασά εκοιμήθη με τους πατέρας αυτού και ετάφη εις Θερσά. Αντ' αυτού δε εβασίλευσεν ο Ηλά, ο υιός του, κατά το εικοστόν έτος της βασιλείας του Ασά.

Γ Βασ. 16,7        καὶ ἐν χειρὶ Ἰοὺ υἱοῦ Ἀνανὶ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Βαασὰ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ πᾶσαν τὴν κακίαν, ἣν ἐποίησεν ἐνώπιον Κυρίου τοῦ παροργίσαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ, τοῦ εἶναι κατὰ τὸν οἶκον Ἱεροβοάμ, καὶ ὑπὲρ τοῦ πατάξαι αὐτόν.

Γ Βασ. 16,7               Ο Κυριος δια του στόματος του Ιού, υιού του Ανανί, ωμίλησεν εναντίον του Βαασά και της οικογενείας του εξ αιτίας της κακίας, την οποίαν έπραξεν αυτός ενώπιον του Κυρίου, ώστε να παροργίση αυτόν, με εκείνα που έκαμε, γενόμενος όμοιος με τον Ιεροβοάμ, του οποίου την οικογένειαν αυτός ούτος ο Βαασά είχεν εξολοθρεύσει.

Γ Βασ. 16,8        Καὶ Ἠλὰ υἱὸς Βαασὰ ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰσραὴλ δύο ἔτη ἐν Θερσά.

Γ Βασ. 16,8               Ο Ηλά, ο υιός του Βαασά, έγινε βασιλεύς του ισραηλιτικού βασιλείου επί δύο έτη εις την πόλιν Θερσά.

Γ Βασ. 16,9        καὶ συνέστρεψεν ἐπ᾿ αὐτὸν Ζαμβρὶ ὁ ἄρχων τῆς ἡμίσους τῆς ἵππου, καὶ αὐτὸς ἦν ἐν Θερσὰ πίνων μεθύων ἐν τῷ οἴκῳ Ὡσὰ τοῦ οἰκονόμου ἐν Θερσά.

Γ Βασ. 16,9               Ο Ζαμβρί, ο αρχηγός του ημίσεος του ιππικού, συνωμότησεν εναντίον του Ηλά. Ο Ηλά έμενεν εις την πόλιν Θερσά πίνων και μεθύων στον οίκον Ωσά, ο οποίος ήτο ο αρχιοικονόμος του βασιλικού οίκου εις Θερσά.

Γ Βασ. 16,10      καὶ εἰσῆλθε Ζαμβρὶ καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν καὶ ἐθανάτωσεν αὐτὸν καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 16,10             Ο Ζαμβρί εισήλθεν στον οίκον, εκτύπησε τον βασιλέα, τον εφόνευσε και εβασίλευσεν αυτός αντί εκείνου.

Γ Βασ. 16,11      καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν ἐν τῷ καθίσαι αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ καὶ ἐπάταξεν ὅλον τὸν οἶκον Βαασὰ

Γ Βασ. 16,11              Οταν δε ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, εξωλόθρευσεν όλην την οικογένειαν του Βαασά,

Γ Βασ. 16,12      κατὰ τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Βαασά, πρὸς Ἰοὺ τὸν προφήτην

Γ Βασ. 16,12             σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχεν εξαγγείλλει δια του προφήτου Ιού εναντίον της οικογενείας Βαασά.

Γ Βασ. 16,13      περὶ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν Βαασὰ καὶ Ἠλὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραὴλ τοῦ παροργίσαι Κύριον τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ ἐν τοῖς ματαίοις αὐτῶν.

Γ Βασ. 16,13             Ετιμωρήθη δε σκληρώς η οικογένεια αυτή εξ αιτίας των αμαρτιών του Βαασά και του υιού του Ηλά, ο οποίος και παρέσυρε τον ισραηλιτικόν λαόν εις την ειδωλολατρείαν, ώστε να παροργίση Κυριον τον Θεόν.

Γ Βασ. 16,14      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἠλά, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 16,14             Τα άλλα από τα έργα, τα οποία έκαμεν ο Ηλά, υπάρχουν γραμμένα στο βιβλίον των έργων και των λόγων των βασιλέων του Ισραήλ.

Γ Βασ. 16,15      Καὶ Ζαμβρὶ ἐβασίλευεν ἐν Θερσὰ ἡμέρας ἑπτά. καὶ ἡ παρεμβολὴ Ἰσραὴλ ἐπὶ Γαβαθὼν τὴν τῶν ἀλλοφύλων,

Γ Βασ. 16,15             Ο Ζαμβρί εβασίλευσεν εις Θερσά μόνον επτά ημέρας. Διότι ο στρατός των Ισραηλιτών ευρίσκετο στρατοπεδευμένος απέναντι της πόλεως Γαβαθών, η οποία ανήκεν στους αλλοφύλους, στους Φιλισταίους.

Γ Βασ. 16,16      καὶ ἤκουσεν ὁ λαὸς ἐν τῇ παρεμβολῇ λεγόντων· συνεστράφη Ζαμβρὶ καὶ ἔπαισε τὸν βασιλέα· καὶ ἐβασίλευσαν ἐν Ἰσραὴλ τὸν Ἀμβρὶ τὸν ἡγούμενον τῆς στρατιᾶς ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐν τῇ παρεμβολῇ.

Γ Βασ. 16,16             Ο στρατός, λοιπόν, ο οποίος ευρίσκετο εκεί στρατοπεδευμένος, έμαθε την είδησιν αυτήν, ότι δηλαδή ο Ζαμβρί είχε συνωμοτήσει και εφόνευσε τον βασιλέα και τότε οι στρατιώται ανεκήρυξαν ως βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού τον Αμβρί, ο οποίος ήτο αρχηγός της στρατιάς του Ισραήλ κατά την ημέραν εκείνην στο στρατόπεδον.

Γ Βασ. 16,17      καὶ ἀνέβη Ἀμβρὶ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ ἐκ Γαβαθὼν καὶ περιεκάθισαν ἐπὶ Θερσά.

Γ Βασ. 16,17             Ο Αμβρί και όλος ο ισραηλιτικός στρατός, που ήτο μαζή του, ανέβησαν από την Γαβαθών και επολιόρκησαν την Θερσά.

Γ Βασ. 16,18      καὶ ἐγενήθη ὡς εἶδε Ζαμβρὶ ὅτι προκατείληπται αὐτοῦ ἡ πόλις, καὶ πορεύεται εἰς ἄντρον τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἐνεπύρισεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ ἀπέθανεν

Γ Βασ. 16,18             Οταν ο Ζαμβρί είδεν ότι είχε καταληφθή από τον Αμβρί η πόλις, κατέφυγεν εις ένα πύργον του βασιλικού ανακτόρου, έβαλεν εις αυτόν φωτιάν και εκάη και ο ίδιος μαζή με τον πύργον.

Γ Βασ. 16,19      ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ ὧν ἐποίησε, τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου πορευθῆναι ἐν ὁδῷ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 16,19             Ο σκληρός αυτός θάνατος επήλθεν εναντίον του εξ αιτίας των αμαρτιών, τας οποίας είχε διαπράξει, ώστε να βαδίση τον δρόμον του αμαρτωλού Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, ο οποίος και ο ίδιος ημάρτησε και τον λαόν είχε παρασύρει εις την αμαρτίαν.

Γ Βασ. 16,20      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ζαμβρὶ καὶ τὰς συνάψεις αὐτοῦ, ἃς συνῆψεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 16,20            Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ζαμβρί και αι συγκρούσεις, τας οποίας αυτός εναντίον άλλων έκαμεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των έργων των βασιλέων του Ισραήλ.

Γ Βασ. 16,21      Τότε μερίζεται ὁ λαὸς Ἰσραήλ· ἥμισυ τοῦ λαοῦ γίνεται ὀπίσω Θαμνὶ υἱοῦ Γωνὰθ τοῦ βασιλεῦσαι αὐτόν, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ λαοῦ γίνεται ὀπίσω Ἀμβρί.

Γ Βασ. 16,21             Τοτε δε εξ αιτίας, προφανώς, των γεγονότων αυτών εδιχάσθη το βασίλειον το ισραηλιτικόν. Το ήμισυ του λαού ηκολούθησε τον Θαμνί, υιόν Γωνάθ, και ανέδειξεν αυτόν βασιλέα. Το δε άλλο ήμισυ ηκολούθησε τον Αμβρί.

Γ Βασ. 16,22      ὁ λαὸς ὁ ὢν ὀπίσω Ἀμβρὶ ὑπερεκράτησε τὸν λαὸν τὸν ὀπίσω Θαμνὶ υἱοῦ Γωνάθ, καὶ ἀπέθανε Θαμνὶ καὶ Ἰωρὰμ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀμβρὶ μετὰ Θαμνί.

Γ Βασ. 16,22            Ο λαός, ο οποίος ηκολούθησε τον Αμβρί, υπερίσχυσεν εναντίον της μερίδος που ήτο με τον Θαμνί, τον υιόν Γωνάθ. Ο Θαμνί εφονεύθη, όπως και ο αδελφός του Ιωράμ κατά την εποχήν εκείνην. Ετσι δε έγινε βασιλεύς μετά τον Θαμνί ο Αμβρί.

Γ Βασ. 16,23      ἐν τῷ ἔτει τῷ τριακοστῷ καὶ πρώτῳ τοῦ βασιλέως Ἀσὰ βασιλεύει Ἀμβρὶ ἐπὶ Ἰσραὴλ δώδεκα ἔτη. ἐν Θερσὰ βασιλεύει ἓξ ἔτη·

Γ Βασ. 16,23             Οταν διήνυε το τριακοστόν πρώτον έτος της βασιλείας του ο Ασά, ο βασιλεύς του Ιούδα, εβασίλευσεν επί του βασιλείου του Ισραήλ επί δώδεκα έτη ο Αμβρί. Εξ έτη εβασίλευσεν εις την Θερσά.

Γ Βασ. 16,24      καὶ ἐκτήσατο Ἀμβρὶ τὸ ὄρος τὸ Σεμερὼν παρὰ Σεμὴρ τοῦ κυρίου τοῦ ὄρους δύο ταλάντων ἀργυρίου καὶ ᾠκοδόμησε τὸ ὄρος καὶ ἐπεκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ ὄρους, οὗ ᾠκοδόμησεν, ἐπὶ τῷ ὀνόματι Σεμὴρ τοῦ κυρίου τοῦ ὄρους Σαεμηρών.

Γ Βασ. 16,24            Ο Αμβρί ηγόρασε το όρος της Σαμαρείας από τον Σεμήρ, στον οποίον ανήκε το όρος, αντί δύο ταλάντων αργυρίου και οικοδόμησεν στο όρος πόλιν. Εκάλεσε δε το όνομα του όρους, επί του οποίου είχεν οικοδομήσει την πόλιν, εκ του ονόματος Σεμήρ, του κυρίου του όρους, Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 16,25      καὶ ἐποίησεν Ἀμβρὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπονηρεύσατο ὑπὲρ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθεν αὐτοῦ·

Γ Βασ. 16,25             Αλλά και ο Αμβρί διέπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου. Εξετράπη εις ασεβείας πολύ χειροτέρας από εκείνας, που είχαν διαπράξει οι προηγηθέντες από αυτόν ασεβείς βασιλείς.

Γ Βασ. 16,26      καὶ ἐπορεύθη ἐν πάσῃ ὁδῷ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, αἷς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραὴλ τοῦ παροργίσαι τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραὴλ ἐν τοῖς ματαίοις αὐτῶν.

Γ Βασ. 16,26            Ηκολούθησεν εξ ολοκλήρου τον δρόμον του αμαρτωλού Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ εις τας αμαρτίας αυτού, με τας οποίας και τον ισραηλιτικόν λαόν παρέσυρεν εις την αμαρτίαν, ώστε οι Ισραηλίται να εξοργίσουν εναντίον των Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ δια την ειδωλολατρείαν των και τας αμαρτωλάς ειδωλολατρικάς πράξεις των.

Γ Βασ. 16,27      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἀμβρὶ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησε, καὶ πᾶσα ἡ δυναστεία αὐτοῦ, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 16,27             Τα υπόλοιπα από τα έργα του Αμβρί και όλα όσα έκαμεν και όλα τα μεγάλα του κατορθώματα είναι γραμμένα στο βιβλίον των λόγων και των έργων των βασιλέων του Ισραήλ.

Γ Βασ. 16,28      καὶ ἐκοιμήθη Ἀμβρὶ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται ἐν Σαμαρείᾳ, καὶ βασιλεύει Ἀχαὰβ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 16,28            Απέθανεν ο Αμβρί και ανεπαύθη μαζή με τους πατέρας του και ετάφη εις Σαμάρειαν. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Αχαάβ.

Γ Βασ. 16,28α    Καὶ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ ἑνδεκάτῳ ἔτει τοῦ Ἀμβρὶ βασιλεύει Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀσὰ ἐτῶν τριάκοντα καὶ πέντε ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, καὶ εἴκοσι πέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Γαζουβὰ θυγάτηρ Σελί.

Γ Βασ. 16,28α           Κατά δε το ενδέκατον έτος της βασιλείας του Αμβρί ανεδείχθη βασιλεύς εις την Ιερουσαλήμ ο Ιωσαφάτ, υιός του Ασά. Ητο δε τότε τριάκοντα πέντε ετών και εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί είκοσι πέντε έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Γαζουβά, ήτο δε θυγάτηρ του Σελί.

Γ Βασ. 16.28β    καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ ὁδῷ Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐξέκλινεν ἀπ᾿ αὐτῆς τοῦ ποιεῖν τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου· πλὴν τῶν ὑψηλῶν οὐκ ἐξῇραν, ἔθυον ἐν τοῖς ὑψηλοῖς, καὶ ἐθυμίων.

Γ Βασ. 16,28β          Αυτός εβάδισεν επί τα ίχνη του ευσεβούς πατρός του, του Ασά, και δεν εξέκλινεν από τον δρόμον του Θεού, αλλά έπραττε πάντοτε το ορθόν ενώπιον του Κυρίου. Πλην όμως δεν επέτυχε να καταστρέψη εντελώς την ειδωλολατρείαν, μάλιστα δε από τους υψηλούς τόπους, οπού προσεφέροντο ακόμη θυσίαι και θυμιάματα.

Γ Βασ. 16,28γ     καὶ ἃ συνέθετο Ἰωσαφὰτ μετὰ βασιλέως Ἰσραὴλ καὶ πᾶσα ἡ δυναστεία, ἣν ἐποίησε, καὶ οὓς ἐπολέμησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰούδα;

Γ Βασ. 16,28γ          Τα της συνθήκης του Ιωσαφάτ με τον βασιλέα του Ισραήλ και όλα τα κατορθώματα, τα οποία αυτός επραγματοποίησεν, όπως και οι πόλεμοι, τους οποίους διεξήγαγεν, είναι γραμμένα στο βιβλίον των λόγων και των έργων των βασιλέων του Ιούδα.

Γ Βασ. 16,28δ     καὶ τὰ λοιπὰ τῶν συμπλοκῶν, ἃς ἐπέθεντο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐξῇρεν ἀπὸ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 16,28δ          Και τας υπολειφθείσας ιεροδούλους γυναίκας, αι οποίαι είχαν προστεθή κατά τας ημέρας του πατρός του Ασά, εξεδίωξεν από την χώραν του.

Γ Βασ. 16,28ε     καὶ βασιλεὺς οὐκ ἦν ἐν Συρίᾳ Νασίβ.

Γ Βασ. 16,28ε           Βασιλεύς δε τότε δεν υπήρχεν εις την Συρίαν· δεν υπήρχεν εκεί αρχηγός.

Γ Βασ. 16,28ζ     καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰωσαφὰτ ἐποίησε ναῦν εἰς Θαρσὶς πορεύεσθαι εἰς Σωφὶρ ἐπὶ τὸ χρυσίον· καὶ οὐκ ἐπορεύθη, ὅτι συνετρίβη ἡ ναῦς ἐν Γασιὼν Γαβέρ.

Γ Βασ. 16,28ζ           Ο βασιλεύς Ιωσαφάτ εναυπήγησε μεγάλο πλοίον εις Θαρσίς, δια να πλεύση αυτός εις Σωφίρ, όπου υπήρχε το χρυσίον. Το πλοίον όμως δεν επορεύθη, διότι συνετρίβη εις Γασιών Γαβέρ.

Γ Βασ. 16,28η    τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· ἐξαποστελῶ τοὺς παῖδάς σου καὶ τὰ παιδάριά μου ἐν τῇ νηῖ· καὶ οὐκ ἐβούλετο Ἰωσαφάτ.

Γ Βασ. 16,28η           Τοτε ο Οχοζίας, ο βασιλεύς του ισραηλιτικού βασιλείου, είπε προς Ιωσαφάτ· “εγώ είμαι πρόθυμος να στείλω με τους υπηρέτας σου και τους ανθρώπους μου στο ναυτικόν σου”. Ο Ιωσαφάτ όμως δεν συγκατετέθη.

Γ Βασ. 16,28θ    καὶ ἐκοιμήθη Ἰωσαφὰτ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 16,28θ          Εκοιμήθη δέ, όπως και οι πατέρες του, και ετάφη στους τάφους των πατέρων του εις την πόλιν Δαυίδ. Βασιλεύς δε αντ' αυτού έγινεν ο υιός του, ο Ιωράμ.

Γ Βασ. 16,29      Ἐν ἔτει δευτέρῳ τοῦ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα βασιλεύει Ἀχαὰβ υἱὸς Ἀμβρί· ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ εἴκοσι καὶ δύο ἔτη.

Γ Βασ. 16,29            Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ, βασιλέως του ιουδαϊκού βασιλείου, έγινε βασιλεύς στο ισραηλιτικόν βασίλειον ο Αχαάβ, ο υιός του Αμβρί. Αυτός εβασίλευσεν στο Ισραήλ με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν επί είκοσι δύο έτη.

Γ Βασ. 16,30      καὶ ἐποίησεν Ἀχαὰβ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπονηρεύσατο ὑπὲρ πάντας τοὺς ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 16,30             Ο Αχαάβ διέπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου και εξέκλινεν εις ασέβειαν και αμαρτωλότητα χειροτέραν από τους προκατόχους του ασεβείς βασιλείς.

Γ Βασ. 16,31      καὶ οὐκ ἦν αὐτῷ ἱκανὸν τοῦ πορεύεσθαι ἐν ταῖς ἁμαρτίαις Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, καὶ ἔλαβε γυναῖκα τὴν Ἰεζάβελ θυγατέρα Ἰεθεβαὰλ βασιλέως Σιδωνίων καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐδούλευσε τῷ Βάαλ καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ,

Γ Βασ. 16,31             Και δεν του ήτο αρκετόν ότι εβάδισε τον δρόμον του αμαρτωλού Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, αλλά επήρε και ως σύζυγόν του την Ιεζάβελ θυγατέρα του Ιεθεβαάλ, βασιλέως των Σιδωνίων, επορεύθη και ελάτρευσε τον Βααλ και προσεκύνησεν αυτόν.

Γ Βασ. 16,32      καὶ ἔστησε θυσιαστήριον τῷ Βάαλ ἐν οἴκῳ τῶν προσοχθισμάτων αὐτοῦ, ὃν ᾠκοδόμησεν ἐν Σαμαρείᾳ,

Γ Βασ. 16,32             Ανοικοδόμησε δε προς τιμήν του ειδώλου Βααλ θυσιαστήριον, το οποίον έθεσεν στον οίκον των ειδωλολατρικών βδελυγμάτων του, εις αυτόν που είχεν ανοικοδομήσει εις την Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 16,33      καὶ ἐποίησεν Ἀχαὰβ ἄλσος, καὶ προσέθεκεν Ἀχαὰβ τοῦ ποιῆσαι παροργίσματα τοῦ παροργίσαι τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τοῦ ἐξολοθρευθῆναι· ἐκακοποίησεν ὑπὲρ πάντας τοὺς βασιλεῖς Ἰσραὴλ τοὺς γενομένους ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 16,33             Εις δε το ειοωλολατρικόν ιερόν άλσος έστησεν ο Αχαάβ άγαλμα την Αστάρτην, διέπραξε δε και άλλας πονηράς ειδωλολατρικάς πράξεις, δια των οποίων παρώργισε Κυριον τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού εναντίον του, ώστε να αυτοκαταδικασθή έτσι εις εξολόθρευσιν. Εξετράπη δε στο κακόν περισσότερον από όλους τους άλλους βασιλείς του Ισραήλ, οι οποίοι ποοηγήθησαν από αυτόν,

Γ Βασ. 16,34      καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ᾠκοδόμησεν Ἀχιὴλ ὁ Βαιθηλίτης τὴν Ἱεριχώ· ἐν τῷ Ἀβιρὼν προτοτόκῳ αὐτοῦ ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ τῷ Σεγοὺβ τῷ νεωτέρῳ αὐτοῦ ἐπέστησε θύρας αὐτῆς κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἰησοῦ υἱοῦ Ναυῆ.

Γ Βασ. 16,34             Κατά τας ημέρας του Αχαάβ, ο Αχιήλ ο οποίος κατήγετο από την Βαιθήλ, ανοικοδόμησε την Ιεριχώ. Οταν έθετε τα θεμέλιά της, απέθανεν ο πρωτότοκος υιός του, ο Αβιρών. Απέθανε δε και ο νεώτερος υιός του ο Σεγούβ, όταν απεπεράτωσεν αυτήν και έθεσε τας πύλας του τείχους της. Τούτο δε έγινεν ως θεία τιμωρία, δια να εκπληρωθή ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είχεν εξαγγείλει δια του Ιησού, του υιού του Ναυη, ότι δεν έπρεπε να ανοικοδομηθούν ποτέ τα τείχη της Ιεριχούς.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 17

 

Γ Βασ. 17,1        Καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ ὁ προφήτης Θεσβίτης ὁ ἐκ Θεσβῶν τῆς Γαλαὰδ πρὸς Ἀχαάβ· ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, εἰ ἔσται τὰ ἔτη ταῦτα δρόσος καὶ ὑετός, ὅτι εἰ μὴ διὰ στόματος λόγου μου.

Γ Βασ. 17,1                Ο προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ο οποίος κατήγετο από την Θέσδην της Γαλαάδ, ειπέ προς τον Αχαάβ· “εν ονόματι του ζώντος Θεού του Κυρίου των δυνάμεων, του Θεού του Ισραήλ, ενώπιον του οποίου παρίσταμαι ως υπηρέτης, σου αναγγέλλω ότι δεν θα υπάρξη κατά τα έτη αυτά ούτε βροχή ούτε δροσιά, ει μη μόνον όταν εγώ δια του στόματός μου είπω”.

Γ Βασ. 17,2        καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἠλιού·

Γ Βασ. 17,2               Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ηλιού και του είπε·

Γ Βασ. 17,3        πορεύου ἐντεῦθεν κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥὰθ τοῦ ἐπὶ προσώπου τοῦ Ἰορδάνου·

Γ Βασ. 17,3               “φύγε από εδώ προς ανατολάς και κρύψου στον χείμαρρον Χορράθ, ο οποίος ευρίσκεται ανατολικώς από τον Ιορδάνην.

Γ Βασ. 17,4        καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ, καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε ἐκεῖ.

Γ Βασ. 17,4               Από αυτόν τον χείμαρρον θα πίνης νερό, εγώ δε θα διατάξω τους κόρακας να σε διατρέφουν εκεί”.

Γ Βασ. 17,5        καὶ ἐποίησεν Ἠλιοὺ κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, καὶ ἐκάθισεν ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥὰθ ἐπὶ προσώπου τοῦ Ἰορδάνου.

Γ Βασ. 17,5               Ο Ηλίας έπραξεν, όπως ο Κυριος τον είχε διατάξει, και εκάθησεν στον χείμαρρον Χορράθ ανατολικώς από τον Ιορδάνην.

Γ Βασ. 17,6        καὶ οἱ κόρακες ἔφερον αὐτῷ ἄρτους τὸ πρωΐ καὶ κρέα τὸ δείλης, καὶ ἐκ τοῦ χειμάῤῥου ἔπινεν ὕδωρ.

Γ Βασ. 17,6               Οι κόρακες έφεραν εις αυτόν άρτους κατά την πρωΐαν, κατά δε το δειλινόν του έφεραν κρέας. Από τον χείμαρρον έπινε νερό.

Γ Βασ. 17,7        καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας καὶ ἐξηράνθη ὁ χειμάῤῥους, ὅτι οὐκ ἐγένετο ὑετὸς ἐπὶ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 17,7               Επειτα από ημέρας εξηράνθη ο χείμαρρος, διότι δεν έπιπτε καθόλου βροχή εις την γην.

Γ Βασ. 17,8        καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἠλιού·

Γ Βασ. 17,8               Εκ μέρους του Κυρίου εδόθη νέα διαταγή προς τον Ηλίαν.

Γ Βασ. 17,9        ἀνάστηθι καὶ πορεύου εἰς Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας· ἰδοὺ ἐντέταλμαι ἐκεῖ γυναικὶ χήρᾳ τοῦ διατρέφειν σε.

Γ Βασ. 17,9               “Σηκω, είπεν ο Κυριος, και πήγαινε εις τα Σαρεπτά της Σιδωνίας. Ιδού εγώ έδωσα ήδη εντολήν εις γυναίκα χήραν εκεί να σε διατρέφη”.

Γ Βασ. 17,10      καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Σαρεπτὰ καὶ ἧλθεν εἰς τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ γυνὴ χήρα συνέλεγε ξύλα· καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιοὺ καὶ εἶπεν αὐτῇ· λαβὲ δή μοι ὀλίγον ὕδωρ εἰς ἄγγος καὶ πίομαι.

Γ Βασ. 17,10             Ο Ηλίας εσηκώθη και επορεύθη εις τα Σαρεπτά. Ηλθεν εις την πύλην του τείχους της πόλεως και ιδού εκεί ήτο μία γυναίκα χήρα, η οποία εμάζευε ξύλα. Εφώναξε, λοιπόν, προς αυτήν ο Ηλιού και της είπε· “δος μου ολίγον νερό με το δοχείον δια να πίω”.

Γ Βασ. 17,11      καὶ ἐπορεύθη λαβεῖν, καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιοὺ καὶ εἶπε· λήψῃ δή μοι ψωμὸν ἄρτου τοῦ ἐν τῇ χειρί σου.

Γ Βασ. 17,11              Εκείνη επήγε να φέρη προς αυτόν ύδωρ, ο δε Ηλίας εφώναξε πάλιν προς αυτήν· “φέρε μου, σε παρακαλώ, λίγο ψωμί, από εκείνο που κρατείς στο χέρι σου”.

Γ Βασ. 17,12      καὶ εἶπεν ἡ γυνή· ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου, εἰ ἔστι μοι ἐγκρυφίας ἀλλ᾿ ἢ ὅσον δρὰξ ἀλεύρου ἐν τῇ ὑδρίᾳ καὶ ὀλίγον ἔλαιον ἐν τῷ καψάκῃ· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ συλλέξω δύο ξυλάρια καὶ εἰσελεύσομαι καὶ ποιήσω αὐτὸ ἐμαυτῇ καὶ τοῖς τέκνοις μου, καὶ φαγόμεθα καὶ ἀποθανούμεθα.

Γ Βασ. 17,12             Απήντησεν η γυναίκα· “ορκίζομαι εις Κυριον τον Θεόν σου ότι δεν έχω ψωμί, παρά μονάχα μια χούφτα αλεύρι εις την υδρίαν μου και λίγο λάδι στο δοχείον του ελαίου. Ιδού, μαζεύω δύο ξυλάκια, θα επιστρέψω στο σπίτι μου, θα ψήσω με αυτό μια κουλούρα δια τον εαυτόν μου και τα παιδιά μου. Θα φάμε το ψωμί αυτό και έπειτα θα πεθάνωμεν από την πείναν”.

Γ Βασ. 17,13      καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ἠλιού· θάρσει, εἴσελθε καὶ ποίησον κατὰ τὸ ῥῆμά σου· ἀλλὰ ποίησόν μοι ἐκεῖθεν ἐγκρυφίαν μικρὸν καὶ ἐξοίσεις μοι ἐν πρώτοις, σαυτῇ δὲ καὶ τοῖς τέκνοις σου ποιήσεις ἐπ᾿ ἐσχάτῳ·

Γ Βασ. 17,13              Ο Ηλίας είπε προς αυτήν· “Μη φοβάσαι, αλλά έχε θάρρος. Πηγαινε στο σπίτι σου και κάμε, όπως είπες. Ψήσε όμως μια μικρή λαγάνα και φέρε την πρώτα εις εμέ. Δια δε τον εαυτόν σου και τα παιδιά σου φτιάσε κατόπιν,

Γ Βασ. 17,14      ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐκλείψει καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἐλαττονήσει ἕως ἡμέρας τοῦ δοῦναι Κύριον τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 17,14             διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Το αλεύρι της υδρίας δεν θα λείψη πλέον και το δοχείον, που περιέχει το έλαιον, δεν θα λιγοστέψη μέχρι της ημέρας, κατά την οποίαν ο Κυριος θα στείλη βροχήν εις την γην”.

Γ Βασ. 17,15      καὶ ἐπορεύθη ἡ γυνή, καὶ ἐποίησε· καὶ ἤσθιεν αὐτὴ καὶ αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς.

Γ Βασ. 17,15              Η γυναίκα έφυγε και έκαμεν, όπως είπεν ο προφήτης. Χαρις δε στο θαύμα του προφήτου έτρωγεν αυτή, αυτός και τα τέκνα της.

Γ Βασ. 17,16      καὶ ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού.

Γ Βασ. 17,16             Το αλεύρι, που υπήρχεν εις την υδρίαν, δεν έλειψε πλέον και το λάδι, που περιείχετο στον καμψάκην, δεν ωλιγόστεψε σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος ωμίλησε δια του στόματος του Ηλιού.

Γ Βασ. 17,17      καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἠῤῥώστησεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς τῆς κυρίας τοῦ οἴκου, καὶ ἦν ἡ ἀῤῥωστία αὐτοῦ κραταιὰ σφόδρα, ἕως οὐχ ὑπελείφθη ἐν αὐτῷ πνεῦμα.

Γ Βασ. 17,17              Επειτα από τα γεγονότα αυτά, αρρώστησε το παιδί της γυναικός, της κυρίας του οίκου. Η αρρώστια του ήτο πάρα πολύ βαρειά, ώστε έσβησε πλέον η ζωη του.

Γ Βασ. 17,18      καὶ εἶπε πρὸς Ἠλιού· τί ἐμοὶ καὶ σοί, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; εἰσῆλθες πρός με τοῦ ἀναμνῆσαι ἀδικίας μου καὶ θανατῶσαι τὸν υἱόν μου;

Γ Βασ. 17,18             Είπε δε βαρυπενθούσα η χήρα προς τον Ηλιού· “τι είμαι εγώ μπροστά σε σένα, άνθρωπε του Θεού; Εισήλθες στον οίκον μου, δια να ενθυμηθή έτσι ο Θεός τας αμαρτίας μου και να με τιμωρήση και να θανατώση τον υιόν μου;”

Γ Βασ. 17,19      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὴν γυναῖκα· δός μοι τὸν υἱόν σου. καὶ ἔλαβεν αὐτὸν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτῆς καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν εἰς τὸ ὑπερῷον, ἐν ᾧ αὐτὸς ἐκάθητο ἐκεῖ, καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης.

Γ Βασ. 17,19             Απήντησεν ο Ηλιού προς την γυναίκα· “δος μου το παιδί σου. Ο προφήτης επήρεν αυτό από την αγκάλην της. Το ανέβασεν στο υπερώον, όπου αυτός έμενε, και το έθεσεν επάνω στο κρεββάτι του.

Γ Βασ. 17,20      καὶ ἀνεβόησεν Ἠλιού, καὶ εἶπεν· οἴμοι, Κύριε, ὁ μάρτυς τῆς χήρας, μεθ᾿ ἧς ἐγὼ κατοικῶ μετ᾿ αὐτῆς, σὺ κεκάκωκας τοῦ θανατῶσαι τὸν υἱὸν αὐτῆς.

Γ Βασ. 17,20             Ο Ηλιού έκραξε προς τον Θεόν και είπεν· “αλλοιμονον, Κυριε ! εγώ είμαι αυτόπτης μάρτυς εις την δυστυχίαν της χήρας αυτής, με την οποίαν εγώ διαμένω. Συ έστειλες την βαρείαν αυτήν θλίψιν, ώστε να πεθάνη το παιδί της”.

Γ Βασ. 17,21      καὶ ἐνεφύσησε τῷ παιδαρίῳ τρὶς καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτόν.

Γ Βασ. 17,21             Εφύσησεν ο προφήτης Ηλίας τρεις φορές στο πρόσωπον του παιδιού και καρεκάλεσε τον Κυριον και είπε· “Κυριε ο Θεός μου, δόσε, ώστε να επιστρέψη η ψυχή του παιδιού τούτου εις αυτό”.

Γ Βασ. 17,22      καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ ἀνεβόησε τὸ παιδάριον.

Γ Βασ. 17,22             Ετσι δε και έγινε. Το παιδί ανέζησε και ωμίλησε δυνατά.

Γ Βασ. 17,23      καὶ κατήγαγεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ὑπερῴου εἰς τὸν οἶκον καὶ ἔδωκεν αὐτὸ τῇ μητρὶ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν Ἠλιού· βλέπε, ζῇ ὁ υἱός σου.

Γ Βασ. 17,23             Ο Ηλίας κατέβασε το παιδί από το υπερώον στο σπίτι, το παρέδωκεν εις την μητέρα του και είπε· “βλέπεις ότι το παιδί σου ζη”.

Γ Βασ. 17,24      καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς Ἠλιού· ἰδοὺ ἔγνωκα ὅτι σὺ ἄνθρωπος Θεοῦ καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐν τῷ στόματί σου ἀληθινόν.

Γ Βασ. 17,24             Απήντησεν η γυναίκα προς τον Ηλίαν· “ιδού, εγώ έχω πλέον γνωρίσει καλά και πεισθή, ότι συ είσαι άνθρωπος του Θεού και ότι ο λόγος του Θεού ο αληθινός πάντοτε υπάρχει στο στόμα σου”.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 18

 

Γ Βασ. 18,1        Καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας πολλὰς καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐγένετο πρὸς Ἠλιοὺ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ τρίτῳ λέγων· πορεύθητι καὶ ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ, καὶ δώσω ὑετὸν ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς.

Γ Βασ. 18,1                Επειτα από αρκετόν χρόνον, κατά το τρίτον έτος του λιμού, εδόθη εκ μέρους του Θεού εντολή στον Ηλιού, προς τον οποίον ο Κυριος είπε· “πήγαινε, παρουσιάσου στον Αχαάβ και εγώ θα δώσω τώρα βροχήν εις την γην”.

Γ Βασ. 18,2        καὶ ἐπορεύθη Ἠλιοὺ τοῦ ὀφθῆναι τῷ Ἀχαάβ, καὶ ἡ λιμὸς κραταιὰ ἐν Σαμαρείᾳ.

Γ Βασ. 18,2               Ο Ηλιού επήγε πράγματι να παρουσιασθή στον Αχαάβ, ενώ η πείνα λόγω της ανομβρίας ήτο ακόμη πολύ μεγάλη εις την Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 18,3        καὶ ἐκάλεσεν Ἀχαὰβ τὸν Ἀβδιοὺ τὸν οἰκονόμον· (καὶ Ἀβδιοὺ ἦν φοβούμενος τὸν Κύριον σφόδρα,

Γ Βασ. 18,3               Ο Αχαάβ προσεκάλεσε τας ημέρας εκείνας τον αρχιοικονόμον του, τον Αβδιού (ο οποίος Αβδιού εφοβείτο πάρα πολύ τον Κυριον,

Γ Βασ. 18,4        καὶ ἐγένετο ἐν τῷ τύπτειν τὴν Ἰεζάβελ τοὺς προφήτας Κυρίου καὶ ἔλαβεν Ἀβδιοὺ ἑκατὸν ἄνδρας προφήτας καὶ κατέκρυψεν αὐτοὺς κατὰ πεντήκοντα ἐν σπηλαίῳ καὶ διέτρεφεν αὐτοὺς ἐν ἄρτῳ καὶ ὕδατι·)

Γ Βασ. 18,4               και όταν η Ιεζάβελ εθανάτωνε τους προφήτας του Κυρίου, ο Αβδιού επήρεν εκατόν άνδρας προφήτας και τους απέκρυψεν ανά πεντήκοντα εις δύο σπήλαια, όπου και τους διέτρεφε με ψωμί και νερό).

Γ Βασ. 18,5        καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἀβδιού· δεῦρο καὶ διέλθωμεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἐπὶ πηγὰς τῶν ὑδάτων καὶ ἐπὶ χειμάῤῥους, ἐάν πως εὕρωμεν βοτάνην καὶ περιποιησώμεθα ἵππους καὶ ἡμιόνους, καὶ οὐκ ἐξολοθρευθήσονται ἀπὸ τῶν σκηνῶν.

Γ Βασ. 18,5               Ο Αχαάβ είπε προς τον Αβδιού· “έλα, ας περιοδεύσωμεν ανά την χώραν. Να πάμε εις τας πηγάς των υδάτων και στους χειμάρρους, μήπως τυχόν και εύρωμεν χόρτον, δια να θρέψωμεν τους ίππους και τους ημιόνους, δια να μη εξολοθρευθούν εντελώς από τους σταύλους”.

Γ Βασ. 18,6        καὶ ἐμέρισαν ἑαυτοῖς τὴν ὁδὸν τοῦ διελθεῖν αὐτήν· Ἀχαὰβ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ μιᾷ καὶ Ἀβδιοὺ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ ἄλλῃ μόνος.

Γ Βασ. 18,6               Εμοιράσθησαν μεταξύ των τον δρόμον, δια να περάσουν την χώραν. Ο Αχαάβ επορεύθη στον ένα δρόμον και ο Αβδιού εβάδισεν στον άλλον δρόμον μόνος.

Γ Βασ. 18,7        καὶ ἦν Ἀβδιοὺ ἐν τῇ ὁδῷ μόνος, καὶ ἦλθεν Ἠλιοὺ εἰς συνάντησιν αὐτοῦ μόνος· καὶ Ἀβδιοὺ ἔσπευσεν καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ εἶπεν· εἰ σὺ εἶ αὐτός, κύριέ μου Ἠλιού;

Γ Βασ. 18,7               Ενώ ο Αβδιού επροχωρούσε μόνος του στον δρόμον, ήλθε προς συνάντησίν του ο προφήτης Ηλίας. Ο Αβδιού έσπευσε και προσεκύνησεν αυτόν μέχρις εδάφους και του είπεν· “αλήθεια, συ είσαι ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, κύριέ μου;”

Γ Βασ. 18,8        καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ αὐτῷ· ἐγώ. πορεύου, λέγε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,8               Ο Ηλίας του απήντησεν· “εγώ είμαι. Πηγαινε και είπε στον κύριόν σου· Ιδού, ήλθεν ο Ηλιού”.

Γ Βασ. 18,9        καὶ εἶπεν Ἀβδιού· τί ἡμάρτηκα, ὅτι δίδως τὸν δοῦλόν σου εἰς χεῖρα Ἀχαὰβ τοῦ θανατῶσαί με;

Γ Βασ. 18,9               Ο Αβδιού απήντησεν· “εις τι σου έπταισα, ποίαν αμαρτίαν διέπραξα και παραδίδεις εμέ τον δούλον σου εις τας χείρας του Αχαάβ, δια να με θανατώση;

Γ Βασ. 18,10      ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου, εἰ ἔστιν ἔθνος ἢ βασιλεία, οὗ οὐκ ἀπέστειλεν ὁ κύριός μου ζητεῖν σε, καὶ εἰ εἶπον· οὐκ ἔστι, καὶ ἐνέπρησε τὴν βασιλείαν καὶ τὰς χώρας αὐτῆς, ὅτι οὐχ εὕρηκέ σε.

Γ Βασ. 18,10             Σε διαβεβαιώ ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, ότι δεν υπάρχει έθνος η βασίλειον, όπου ο κύριός μου ο Αχαάβ δεν απέστειλε, δια να σε αναζητήση. Και αν εκείνοι του απαντούσαν· Δεν υπάρχει εδώ ο Ηλιού, αυτός παρέδιδεν στο πυρ την βασιλείαν και τας χώρας αυτής, διότι δεν σε ανεκάλυπτε.

Γ Βασ. 18,11      καὶ νῦν σὺ λέγεις· πορεύου, ἀνάγγελλε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,11              Και τώρα συ μου λέγεις, πήγαινε και ανάγγειλε στον κύριόν σου, ότι ο Ηλίας είναι εδώ παρών;

Γ Βασ. 18,12      καὶ ἔσται ἐὰν ἐγὼ ἀπέλθω ἀπὸ σοῦ, καὶ πνεῦμα Κυρίου ἀρεῖ σε εἰς τὴν γῆν, ἣν οὐκ οἶδα, καὶ εἰσελεύσομαι ἀπαγγεῖλαι τῷ Ἀχαάβ, καὶ οὐχ εὑρήσει σε, καὶ ἀποκτενεῖ με· καὶ ὁ δοῦλός σού ἐστι φοβούμενος τὸν Κύριον ἐκ νεότητος αὐτοῦ.

Γ Βασ. 18,12             Εάν όμως συμβή, ώστε καθ' ον χρόνον εγώ θα φύγω από σέ, δια να μεταβώ στον Αχαάβ και σε αφαρπάση Πνεύμα Κυρίου και σε μεταφέρη εις άλλην χώραν, την οποίαν δεν γνωρίζω, εγώ δε θα παρουσιασθώ, δια να αναγγείλω στον Αχαάβ ότι είσαι εδώ και εκείνος δεν θα σε εύρη, τότε επάνω στον θυμόν του θα με θανατώση. Εγώ δε ο δούλος σου φοβούμαι τον Κυριον ανέκαθεν, από την νεαράν μου ηλικίαν.

Γ Βασ. 18,13      ᾖ οὐκ ἀπηγγέλη σοι τῷ κυρίῳ μου, οἷα πεποίηκα ἐν τῷ ἀποκτείνειν τὴν Ἰεζάβελ τοὺς προφήτας Κυρίου, καὶ ἔκρυψα ἀπὸ τῶν προφητῶν Κυρίου ἑκατὸν ἄνδρας, ἀνὰ πεντήκοντα ἐν σπηλαίῳ, καὶ ἔθρεψα ἐν ἄρτοις καὶ ὕδατι;

Γ Βασ. 18,13             Ασφαλώς δε θα έχουν γνωστοποιηθή εις σε τον κύριόν μου, όσα εγώ έκαμα δια τους προφήτας του Κυρίου, όταν η Ιεζάβελ τους εθανάτωνε. Εκρυψα από τους προφήτας του Κυρίου εκατόν άνδρας, ανά πεντήκοντα, εις δύο σπήλαια και τους έθρεψα με ψωμί και νερό.

Γ Βασ. 18,14      καὶ νῦν σὺ λέγεις μοι· πορεύου, λέγε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού· καὶ ἀποκτενεῖ με;

Γ Βασ. 18,14             Και συ τώρα μου λέγεις πήγαινε και ειπέ στον κύριόν σου, ότι ο Ηλίας είναι παρών; Εκείνος ασφαλώς θα με θανατώση”.

Γ Βασ. 18,15      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζῇ Κύριος τῶν δυνάμεων, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅτι σήμερον ὀφθήσομαι αὐτῷ.

Γ Βασ. 18,15             Ο Ηλίας απήντησεν· “ορκίζομαι στον Κυριον των δυνάμεων, ενώπιον του οποίου παρίσταμαι ως δούλος, ότι σήμερον οπωσδήποτε θα παρουσιασθώ στον Αχαάβ, τον κύριόν σου”.

Γ Βασ. 18,16      καὶ ἐπορεύθη Ἀβδιοὺ εἰς συναντὴν τῷ Ἀχαὰβ καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ· καὶ ἐξέδραμεν Ἀχαὰβ καὶ ἐπορεύθη εἰς συνάντησιν Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,16             Ο Αβδιού, κατόπιν της εντολής αυτής του Ηλιού, επορεύθη εις συνάντησιν του Αχαάβ και ανήγγειλεν εις αυτόν την εμφάνισιν του Ηλιού. Ο Αχαάβ έτρεξε, δια να συναντήση τον Ηλιού.

Γ Βασ. 18,17      Καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν Ἀχαὰβ τὸν Ἠλιού, καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἠλιού· εἰ σὺ εἶ αὐτὸς ὁ διαστρέφων τὸν Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 18,17             Οταν δε είδε τον προφήτην Ηλίαν του είπεν· “αλήθεια, συ δεν είσαι εκείνος ο οποίος διαστρέφστον ισραηλιτικόν λαόν;”

Γ Βασ. 18,18      καὶ εἶπεν Ἠλιού· οὐ διαστρέφω τὸν Ἰσραήλ, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ σὺ καὶ οἶκος τοῦ πατρός σου ἐν τῷ καταλιμπάνειν ὑμᾶς τὸν Κύριον Θεὸν ὑμῶν καὶ ἐπορεύθης ὀπίσω τῶν Βααλίμ.

Γ Βασ. 18,18             Ο Ηλιού του απήντησε· “δεν διαστρέφω τον ισραηλιτικόν λαόν εγώ, αλλά συ και η οικογένεια του πατρός σου, διότι σεις έχετε εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν σας και ηκολουθήσατε την λατρείαν των ειδώλων του Βααλ.

Γ Βασ. 18,19      καὶ νῦν ἀπόστειλον, συνάθροισον πρός με πάντα Ἰσραὴλ εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον καὶ τοὺς προφήτας τῆς αἰσχύνης τετρακοσίους καὶ πεντήκοντα καὶ τοὺς προφήτας τῶν ἀλσῶν τετρακοσίου ἐσθίοντας τράπεζαν Ἰεζάβελ.

Γ Βασ. 18,19             Και τώρα στείλε και συγκέντρωσε κοντά μου όλους τους εκπροσώπους του ισραηλιτικού λαού στο όρος Καρμηλον, όπως επίσης και τους τετρακοσίους πεντήκοντα ιερείς της αισχύνης και τους τετρακοσίους άλλους ιερείς των δασών της Αστάρτης, οι οποίοι τρώγουν εις την τράπεζαν της Ιεζάβελ”.

Γ Βασ. 18,20      καὶ ἀπέστειλεν Ἀχαὰβ εἰς πάντα Ἰσραὴλ καὶ ἐπισυνήγαγε πάντας τοὺς προφήτας εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον.

Γ Βασ. 18,20            Ο Αχαάβ απέστειλε πράγματι ανθρώπους εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και συνεκέντρωσεν όλους τους ψευδείς προφήτας στο Καρμήλιον όρος.

Γ Βασ. 18,21      καὶ προσήγαγεν Ἠλιοὺ πρὸς πάντας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἠλιού· ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις; εἰ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ· εἰ δὲ ὁ Βάαλ, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἀπεκρίθη ὁ λαὸς λόγον.

Γ Βασ. 18,21             Ο προφήτης Ηλίας επλησίασεν όλους τους συγκεντρωθέντας εκεί και είπε προς αυτούς· “έως πότε εσείς θα χωλαίνετε και από τα δύο πόδια και θα κλίνετε πότε εδώ και πότε εκεί; Εάν ο Κυριος και Θεός των πατέρων μας είναι αληθινός, ακολουθήσατε αυτόν. Εάν όμως ο Βααλ είναι ο πραγματικός θεός, λατρεύσατε αυτόν”. Ο λαός δεν απήντησε τίποτε εις αυτά.

Γ Βασ. 18,22      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· ἐγὼ ὑπολέλειμμαι προφήτης τοῦ Κυρίου μονώτατος, καὶ οἱ προφῆται τοῦ Βάαλ τετρακόσιοι καὶ πεντήκοντα ἄνδρες, καὶ οἱ προφῆται τοῦ ἄλσους τετρακόσιοι·

Γ Βασ. 18,22            Ο δε Ηλιού είπε τότε προς τον λαόν· “εγώ έχω απομείνει εδώ εντελώς μόνος προφήτης του Κυρίου. Ενώ οι μεν προφήται του Βααλ είναι τετρακόσιοι και πεντήκοντα, οι δε προφήται του άλσους της Αστάρτης είναι τετρακόσιοι

Γ Βασ. 18,23      δότωσαν ἡμῖν δύο βόας, καὶ ἐκλεξάσθωσαν ἑαυτοῖς τὸν ἕνα καὶ μελισάτωσαν καὶ ἐπιθέτωσαν ἐπὶ τῶν ξύλων καὶ πῦρ μὴ ἐπιθέτωσαν, καὶ ἐγὼ ποιήσω τὸν βοῦν τὸν ἄλλον, καὶ πῦρ οὐ μὴ ἐπιθῶ.

Γ Βασ. 18,23             Ας μας δώσουν δύο βόϊδια και ας εκλέξουν αυτοί ένα βόϊδι, ας το κόψουν εις τεμάχια και ας το επιθέσουν επάνω εις τα ξύλα. Φωτιά όμως να μη ανάψουν. Το ίδιο θα κάμω και εγώ στο βόϊδι το άλλο και δεν θα ανάψω φωτιά επί του θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 18,24      καὶ βοᾶτε ἐν ὀνόματι θεῶν ὑμῶν, καὶ ἐγὼ ἐπικαλέσομαι ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔσται ὁ θεὸς ὃς ἐὰν ἐπακούσῃ ἐν πυρί, οὗτος Θεός. καὶ ἀπεκρίθησαν πᾶς ὁ λαὸς καὶ εἶπον· καλὸν τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησας.

Γ Βασ. 18,24            Σεις, οι ιερείς των ειδώλων, θα φωνάζετε και θα παρακαλήτε τον θεόν σας και εγώ επίσης θα επικαλεσθώ το όνομα Κυρίου του Θεού μου. Εκείνος ο Θεός θα είναι αληθινός και πραγματικός, ο οποίος θα ακούση την προσευχήν και θα στείλη πυρ επάνω στο θυσιαστήριον”. Ολοι οι παριστάμενοι αντιπρόσωποι του λαού, απεκρίθησαν και είπαν· “καλός είναι αυτός ο λόγος, τον οποίον μας είπες ας γίνη έτσι”.

Γ Βασ. 18,25      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ τοῖς προφήταις τῆς αἰσχύνης· ἐκλέξασθε ἑαυτοῖς τὸν μόσχον τὸν ἕνα καὶ ποιήσατε πρῶτοι, ὅτι πολλοὶ ὑμεῖς, καὶ ἐπικαλέσασθε ἐν ὀνόματι θεοῦ ὑμῶν καὶ πῦρ μὴ ἐπιθῆτε.

Γ Βασ. 18,25             Τοτε ο Ηλίας είπεν στους προφήτας της αισχύνης· “διαλέξετε σεις δια τον εαυτόν σας τον ένα μόσχον και ετοιμάσατό τον σεις πρώτοι, διότι είσθε πολλοί και επικαλεσθήτε το όνομα του θεού σας. Φωτιά όμως να μη θέσετε επάνω στο θυσιαστήριον”.

Γ Βασ. 18,26      καὶ ἔλαβον τὸν μόσχον καὶ ἐποίησαν καὶ ἐπεκαλοῦντο ἐν ὀνόματι τοῦ Βάαλ ἐκ πρωΐθεν ἕως μεσημβρίας καὶ εἶπον· ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν· καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· καὶ διέτρεχον ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, οὗ ἐποίησαν.

Γ Βασ. 18,26            Εκείνοι επήραν τον μόσχον, ητοίμασαν αυτόν και επεκαλούντο το όνομα του Βααλ από την πρωίαν έως την μεσημβρίαν και έλεγαν· “ω Βααλ, επάκουσέ μας. Ακουσε την προσευχήν μας, Βααλ” ! Αλλά ο θεός των ούτε τους ήκουσεν ούτε και τους απήντησεν. Εκείνοι δε έτρεχαν γύρω από το θυσιαστήριον, το οποίον κατεσκεύασαν, παρακαλούντες συνεχώς τον Βααλ.

Γ Βασ. 18,27      καὶ ἐγένετο μεσημβρία καὶ ἐμυκτήρισεν αὐτοὺς Ἠλιοὺ ὁ Θεσβίτης καὶ εἶπεν· ἐπικαλεῖσθε ἐν φωνῇ μεγάλῃ, ὅτι θεός ἐστιν, ὅτι ἀδολεσχία αὐτῷ ἐστι, καὶ ἅμα μή ποτε χρηματίζει αὐτός, ἢ μή ποτε καθεύδει αὐτός, καὶ ἐξαναστήσεται.

Γ Βασ. 18,27             Εφθασεν η μεσημβρία, ο δε προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ειρωνευόμενος αυτούς, τους είπε· “παρακαλέσατε αυτόν με ακόμη μεγαλυτέραν φωνήν, διότι είναι θεός ! Ισως φλυαρεί κάπου, πιθανόν να ευρίσκεται προς σωματικήν του ανάγκην, δεν αποκλείεται και να κοιμάται. Φωνάξτε, δια να εξυπνήση” !

Γ Βασ. 18,28      καὶ ἐπεκαλοῦντο ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ κατετέμνοντο κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐν μαχαίραις καὶ σειρομάσταις ἕως ἐκχύσεως αἵματος ἐπ᾿ αὐτούς·

Γ Βασ. 18,28            Εκείνοι εκαλούσαν τον θεόν των με ακόμη μεγαλυτέραν φωνήν και, κατά την ειδωλολατρικήν των συνήθειαν, κατέκοπτον τον εαυτόν των με μαχαίρας και με αγκαθεράς λόγχας, μέχρις ότου έρρεεν επάνω εις τα σώματά των το αίμα.

Γ Βασ. 18,29      καὶ ἐπροφήτευον ἕως οὗ παρῆλθε τὸ δειλινόν. καὶ ἐγένετο ὡς ὁ καιρὸς τοῦ ἀναβῆναι τὴν θυσίαν καὶ οὐκ ἦν φωνή. καὶ ἐλάλησεν Ἠλιοὺ ὁ Θεσβίτης πρὸς τοὺς προφήτας τῶν προσοχθισμάτων λέγων· μετάστητε ἀπὸ τοῦ νῦν, καὶ ἐγὼ ποιήσω τὸ ὁλοκαύτωμά μου. καὶ μετέστησαν, καὶ ἀπῆλθον.

Γ Βασ. 18,29            Επεκαλούντο τον θεόν και προσηύχοντο, μέχρις ότου ήλθε το δειλινόν, η ώρα δηλαδή κατά την οποίαν προσεφέρετο η απογευματινή θυσία προς τον θεόν. Αλλά καμμία απάντησις δεν εδίδετο εις αυτούς. Ωμίλησε τότε ο Ηλιού ο Θεσβίτης προς τους προφήτας των βδελυρών θεών λέγων· “απομακρυνθήτε από αυτού τώρα και εγώ θα ετοιμάσω τον μόσχον δια το ολοκαύτωμά μου”. Εκείνοι απεμακρύνθησαν ολίγον και απεχώρησαν από εκεί.

Γ Βασ. 18,30      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· προσαγάγετε πρός με· καὶ προσήγαγε πᾶς ὁ λαὸς πρὸς αὐτόν.

Γ Βασ. 18,30             Είπε τότε ο Ηλιού προς τον λαόν· “πλησιάσατε εδώ κοντά μου”. Και όλος ο λαός επλησίασε προς αυτόν.

Γ Βασ. 18,31      καὶ ἔλαβεν Ἠλιοὺ δώδεκα λίθους κατὰ ἀριθμὸν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ὡς ἐλάλησε Κύριος πρὸς αὐτὸν λέγων· Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου.

Γ Βασ. 18,31             Επήρεν ο Ηλιού δώδεκα λίθους, κατά τον αριθμόν των φυλών του Ισραήλ, όπως είχεν ομιλήσει ο Κυριος τότε προς τον Ιακώβ λέγων· “Ισραήλ θα είναι πλέον το όνομά σου”.

Γ Βασ. 18,32      καὶ ᾠκοδόμησε τοὺς λίθους ἐν ὀνόματι Κυρίου καὶ ἰάσατο τὸ θυσιαστήριον τὸ κατεσκαμμένον, καὶ ἐποίησε θάλασσαν χωροῦσαν δύο μετρητὰς σπέρματος κυκλόθεν τοῦ θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 18,32             Και έκτισε με τους λίθους αυτούς θυσιαστήριον επ' ονόματι του Κυρίου. Ξαναέκτισε δηλαδή και ανεκαίνισεν εκεί προηγούμενον θυσιαστήριον, το οποίον είχε καταστροφή. Εκαμεν επίσης γύρω από το θυσιαστήριον τούτο μεγάλο αυλάκι, που εχωρούσε δύο μετρητάς νερού (25      περίπου κιλά).

Γ Βασ. 18,33      καὶ ἐστοίβασε τὰς σχίδακας ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησε, καὶ ἐμέλισε τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τὰς σχίδακας καὶ ἐστοίβασεν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ εἶπε· λάβετέ μοι τέσσαρας ὑδρίας ὕδατος καὶ ἐπιχέετε ἐπὶ τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ ἐπὶ τὰς σχίδακας· καὶ ἐποίησαν οὕτως.

Γ Βασ. 18,33             Εστοίβασε τα σχισμένα ξύλα επάνω στο θυσιαστήριον αυτό, που είχε κάμει, ετεμάχισε το ολοκαύτωμα και έθεσε τα τεμάχια του ζώου επάνω εις τα ξύλα, που είχε στοιβάσει στο θυσιαστήριον, και είπε· “φέρετέ μου τέσσαρας υδρίας νερό και χύσατέ το επάνω στο ολοκαύτωμα και εις τα ξύλα”. Εκείνοι δε έκαμαν, όπως τους είπεν.

Γ Βασ. 18,34      καὶ εἶπε· δευτερώσατε· καὶ ἐδευτέρωσαν. καὶ εἶπε· τρισσώσατε· καὶ ἐτρίσσευσαν.

Γ Βασ. 18,34             Ο Ηλίας είπε· “κάμετε το ίδιο δια δευτέραν φοράν”. Και δια δευτέραν φοράν έρριψαν νερό. Είπε πάλιν· “δια τρίτην φοράν το ίδιο”. Και εκείνοι έχυσαν νερό δια τρίτην φοράν.

Γ Βασ. 18,35      καὶ διεπορεύετο τὸ ὕδωρ κύκλῳ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ τὴν θάλασσαν ἔπλησαν ὕδατος.

Γ Βασ. 18,35             Το νερό, που εχύθη, έτρεχεν ολόγυρα από το θυσιαστήριον και εγέμισε το αύυάκι νερό.

Γ Βασ. 18,36      καὶ ἀνεβόησεν Ἠλιοὺ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ, ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου σήμερον ἐν πυρί, καὶ γνώτωσαν πᾶς ὁ λαὸς οὗτος ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ ἐγὼ δοῦλός σου καὶ διὰ σὲ πεποίηκα τὰ ἔργα ταῦτα.

Γ Βασ. 18,36             Ο Ηλίας προσηυχήθη με μεγάλην κραυγήν στον ουρανόν και είπε· “Κυριε, ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ισραήλ, άκουσε την προσευχήν μου. Κυριε, άκουσε σήμερον την προσευχήν μου και στείλε πυρ επάνω στο θυσιαστήριον αυτό, δια να γνωρίση όλος αυτός ο ισραηλιτικός λαός, ότι συ είσαι ο Κυριος και ο Θεός του Ισραήλ, εγώ σε είμαι δούλος σου και προς δόξαν του αγίου Ονόματός σου και κατόπιν ιδικής σου εντολής έκαμα αυτά τα έργα.

Γ Βασ. 18,37      ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου ἐν πυρί, καὶ γνώτω ὁ λαὸς οὗτος, ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὁ Θεὸς καὶ σὺ ἔστρεψας τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ τούτου ὀπίσω.

Γ Βασ. 18,37             Επάκουσόν μου, Κυριε, επάκουσόν μου αποστέλλων πυρ και ας μάθη όλος ο λαός αυτός, ότι συ είσαι ο αληθινός Κυριος και Θεός και συ μετέστρεψες την καρδίαν του λαού αυτού, ώστε να σε ακολουθή”.

Γ Βασ. 18,38      καὶ ἔπεσε πῦρ παρὰ Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέφαγε τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰς σχίδακας καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ τοὺς λίθους καὶ τὸν χοῦν ἐξέλειξε τὸ πῦρ.

Γ Βασ. 18,38             Επεσε δε τότε πυρ από τον ουρανόν παρά Κυρίου, το οποίον κατέφαγε τα τεμάχια του προς ολοκαύτωσιν ζώου, τα ξύλα και το ύδωρ, που ευρίσκετο εις την αύλακα. Ακόμη δε κατέφαγε και τους λίθους, έγλειψε δε και αυτό το χώμα.

Γ Βασ. 18,39      καὶ ἔπεσε πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ εἶπον· ἀληθῶς Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς ὁ Θεός.

Γ Βασ. 18,39             Ολος ο λαός, όταν είδε το καταπληκτικόν θαύμα, έπεσεν στο έδαφος, προσεκύνησαν τον Θεόν και είπαν· “ο Κυριος και ο Θεός μας, αυτός είναι ο πραγματικός Θεός”.

Γ Βασ. 18,40      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· συλλάβετε τοὺς προφήτας τοῦ Βάαλ, μηδεὶς σωθήτω ἐξ αὐτῶν· καὶ συνέλαβον αὐτούς, καὶ κατάγει αὐτοὺς Ἠλιοὺ εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κισσῶν καὶ ἔσφαξεν αὐτοὺς ἐκεῖ.

Γ Βασ. 18,40            Είπε δε τότε ο Ηλιού προς τον λαόν· “συλλάβετε τους ιερείς του Βααλ. Κανείς από αυτούς δεν πρέπει να διασωθή”. Οι άνδρες συνέλαβαν τους ιερείς, ο δε Ηλίας τους κατεβίβασεν στον χείμαρρον Κισσών, όπου και τους έσφαξεν.

Γ Βασ. 18,41      Καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ τῷ Ἀχαάβ· ἀνάβηθι καὶ φάγε καὶ πίε, ὅτι φωνὴ τῶν ποδῶν τοῦ ὑετοῦ.

Γ Βασ. 18,41             Είπε κατόπιν ο Ηλίας προς τον Αχαάβ· “σήκω, φάγε και πίε, διότι ακούεται ο θόρυβος της ερχομένης βροχής, σαν πόδια πεζοπορούντων”.

Γ Βασ. 18,42      καὶ ἀνέβη Ἀχαὰβ τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ Ἠλιοὺ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Κάρμηλον καὶ ἔκυψεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἔθηκε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀνὰ μέσον τῶν γονάτων αὐτοῦ.

Γ Βασ. 18,42            Ο Αχαάβ ανέβη εις κάποιο εκεί ύψωμα, δια να φάγη και να πιή. Ο δε Ηλιού ανέβη εις μίαν κορυφήν του Καρμήλου, έσκυψεν εις την γην, έθεσε το πρόσωπόν του ανάμεσα εις τα γόνατά του και προσηύχετο.

Γ Βασ. 18,43      καὶ εἶπε τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἀνάβηθι καὶ ἐπίβλεψον ὁδὸν τῆς θαλάσσης. καὶ ἐπέβλεψεν τὸ παιδάριον καὶ εἶπεν· οὐκ ἔστιν οὐθέν. καὶ εἶπεν Ἠλιού· καὶ σὺ ἐπίστρεψον ἑπτάκις·

Γ Βασ. 18,43             Κατόπιν ο Ηλιού είπεν στον υπηρέτην του· “ανέβα εις ένα ύψωμα και στρέψε τα βλέμματά σου προς δυσμάς, προς το μέρος της θαλάσσης”. Ο υπηρέτης ανέβη πράγματι, εγύρισε το βλέμμα του προς την θάλασσαν και είπε· “δεν υπάρχει τίποτε”. Ο Ηλίας του απήντησε· “πήγαινε και έλα επτά φοράς”.

Γ Βασ. 18,44      καὶ ἐπέστρεψε τὸ παιδάριον ἑπτάκις. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑβδόμῳ καὶ ἰδοὺ νεφέλη μικρὰ ὡς ἴχνος ἀνδρὸς ἀνάγουσα ὕδωρ· καὶ εἶπεν· ἀνάβηθι καὶ εἶπον τῷ Ἀχαάβ· ζεῦξον τὸ ἅρμα σου καὶ κατάβηθι, μὴ καταλάβῃ σε ὁ ὑετός.

Γ Βασ. 18,44            Ο υπηρέτης επήγε και ήλθεν επτά φοράς. Κατά δε την εβδόμην φοράν, ιδού εφάνη μία μικρά νεφέλη, το μέγεθος της οποίας ήτο σαν το ίχνος που αφήνει το πάτημα ανδρός και αυτή προεμήνυε βροχήν. Ο Ηλίας είπε τότε στον υπηρέτην του· “πήγαινε και ειπέ στον Αχαάβ· Ζεύξε το άρμα σου και κατέβα, μήπως σε προλάβη η βροχή στον δρόμον”.

Γ Βασ. 18,45      καὶ ἐγένετο ἕως ὧδε καὶ ὧδε καὶ ὁ οὐρανὸς συνεσκότασε νεφέλαις καὶ πνεύματι, καὶ ἐγένετο ὑετὸς μέγας· καὶ ἔκλαιε καὶ ἐπορεύετο Ἀχαὰβ ἕως Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 18,45             Δεν επέρασε πολλή ώρα και ο ουρανός εσκοτείνιασεν από τα πολλά νέφη, που έφερεν ο άνεμος. Και αμέσως έπιασε μεγάλη βροχή. Ο δε Αχαάβ επορεύετο κλαίων προς την πόλιν του Ιεζράελ.

Γ Βασ. 18,46      καὶ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἠλιού, καὶ συνέσφιξε τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἔτρεχεν ἔμπροσθεν Ἀχαὰβ ἕως Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 18,46            Δυναμις δε του Κυρίου υπήρχεν στον Ηλιού, ο οποίος έζωσε το φόρεμά του εις την μέσην του, έφθασε και επροσπέρασε τον Αχαάβ, έως την πόλιν Ιεζράελ.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 19

 

Γ Βασ. 19,1        Καὶ ἀνήγγειλεν Ἀχαὰβ τῇ Ἰεζάβελ γυναικὶ αὐτοῦ πάντα, ἃ ἐποίησεν Ἠλιού, καὶ ὡς ἀπέκτεινε τοὺς προφήτας ἐν ῥομφαίᾳ.

Γ Βασ. 19,1                Ο Αχαάβ, όταν έφθασεν στο ανάκτορόν του, εγνωστοποίησεν εις την σύζυγόν του την Ιεζάβελ όλα, όσα θαυματουργικώς έκαμεν ο Ηλιού, όπως επίσης και το ότι εθανάτωσε με ρομφαίαν τους προφήτας των ειδώλων.

Γ Βασ. 19,2        καὶ ἀπέστειλεν Ἰεζάβελ πρὸς Ἠλιοὺ καὶ εἶπεν· εἰ σὺ εἶ Ἠλιοὺ καὶ ἐγὼ Ἰεζάβελ, τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν αὔριον θήσομαι τὴν ψυχήν σου καθὼς ψυχὴν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν.

Γ Βασ. 19,2               Η Ιεζάβελ, κυριευθείσα από οργήν, έστειλεν ανθρώπους της προς τον Ηλίαν και του είπεν· “όσον είναι αλήθεια ότι συ είσαι ο Ηλιού και εγώ είμαι η Ιεζάβελ, ας με τιμωρήση ο Θεός με τας βαρυτέρας τιμωρίας, εάν αυτήν την ώραν αύριον δεν παραδώσω την ζωήν σου εις θάνατον, ωσάν ενός εξ αυτών που συ εθανάτωσες”.

Γ Βασ. 19,3        καὶ ἐφοβήθη Ἠλιοὺ καὶ ἀνέστη καὶ ἀπῆλθε κατὰ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ ἔρχεται εἰς Βηρσαβεὲ γῆν Ἰούδα καὶ ἀφῆκε τὸ παιδάριον αὐτοῦ ἐκεῖ·

Γ Βασ. 19,3               Ο Ηλίας εφοβήθη. Εσηκώθη και έφυγεν από εκεί και κατηυθύνετο, όπου η φοβισμένη καρδιά του τον ωθούσε. Εφθασεν εις την Βηρσαβεέ, πόλιν της φυλής του Ιούδα. Εκεί δε αφήκε τον υπηρέτην του.

Γ Βασ. 19,4        καὶ αὐτὸς ἐπορεύθη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν ἡμέρας καὶ ἦλθε καὶ ἐκάθισεν ὑποκάτω Ῥαθμὲν καὶ ᾐτήσατο τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀποθανεῖν καὶ εἶπεν· ἱκανούσθω νῦν, λαβὲ δὴ τὴν ψυχή μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, Κύριε, ὅτι οὐ κρείσσων ἐγώ εἰμι ὑπὲρ τοὺς πατέρας μου.

Γ Βασ. 19,4               Ο Ηλίας επροχώρησεν στο εσωτερικόν της ερήμου, δρόμον μιας ημέρας, ήλθε και εκάθισεν υποκάτω από ένα φυτόν, που ωνομάζετο Ραθμέν (αρκευθος), και εζήτησεν από τον Θεόν να αποθάνη λέγων· “αρκετά έως τώρα έζησα. Παρε, Κυριε, από εμέ την ψυχήν μου, διότι εγώ δεν είμαι καλύτερος από τους προγόνους μου”.

Γ Βασ. 19,5        καὶ ἐκοιμήθη καὶ ὕπνωσεν ἐκεῖ ὑπὸ φυτόν, καὶ ἰδού τις ἥψατο αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάστηθι καὶ φάγε·

Γ Βασ. 19,5               Αποκαρδιωμένος δε και βαρύθυμος έπεσε και εκοιμήθη εκεί κάτω από το δένδρον. Αίφνης κάποιος τον ήγγισεν και του είπε· “σήκω και φάγε”.

Γ Βασ. 19,6        καὶ ἐπέβλεψεν Ἠλιού, καὶ ἰδοὺ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίας ὀλυρίτης καὶ καψάκης ὕδατος· καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε. καὶ ἐπιστρέψας ἐκοιμήθη.

Γ Βασ. 19,6               Ο Ηλίας εξύπνησεν, ήνοιξε τα μάτια του και είδεν προς το μέρος, που ανεπαύετο η κεφαλή του, ψημένην κριθίνην λαγάναν και δοχείον με νερό. Εσηκώθη, έφαγε, έπιε και εκοιμήθη πάλιν.

Γ Βασ. 19,7        καὶ ἐπέστρεψεν ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐκ δευτέρου καὶ ἥψατο αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάστα φάγε, ὅτι πολλὴ ἀπὸ σοῦ ἡ ὁδός.

Γ Βασ. 19,7               Ο άγγελος επανήλθε δια δευτέραν φοράν, ήγγισεν αυτόν και του είπε· “σήκω και φάγε, διότι είναι πολύς ακόμη ο δρόμος, που θα κάμης”.

Γ Βασ. 19,8        καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε· καὶ ἐπορεύθη ἐν ἰσχύϊ τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας ἕως ὄρους Χωρήβ.

Γ Βασ. 19,8               Ο Ηλίας εσηκώθη, έφαγε και έπιε. Με την δύναμιν δε της τροφής εκείνης εβάδισεν επί τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας, έως ότου έφθασεν στο όρος Χωρήβ.

Γ Βασ. 19,9        καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ εἰς τὸ σπήλαιον καὶ κατέλυσεν ἐκεῖ· καὶ ἰδοὺ ῥῆμα Κυρίου πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα, Ἠλιού;

Γ Βασ. 19,9               Εισήλθεν εις ένα εκεί σπήλαιον, όπου και έμεινε. Και ιδού, ο Κυριος ωμίλησε προς αυτόν και είπε· “διατί συ, Ηλιού, ευρίσκεσαι εδώ;”

Γ Βασ. 19,10      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν.

Γ Βασ. 19,10             Ο Ηλίας απήντησε· “πλημμυρίζει η καρδία μου από φλογερόν ζήλον δια σέ, τον Κυριον και Παντοκράτορα, διότι οι Ισραηλίται σε εγκατέλειψαν. Τα θυσιαστήριά σου τα κατέσκαψαν, τους δε προφήτας σου εφόνευσαν με ρομφαίαν. Ετσι δε έχω απομείνει εγώ εντελώς μόνος, οι δε εχθροί σου ζητούν να αφαιρέσουν και την δίκην μου ζωήν”.

Γ Βασ. 19,11      καὶ εἶπεν· ἐξελεύσῃ αὔριον καὶ στήσῃ ἐνώπιον Κυρίου ἐν τῷ ὄρει· ἰδοὺ παρελεύσεται Κύριος, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα κραταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ Κύριος·

Γ Βασ. 19,11              Είπε προς αυτόν ο Θεός· “αύριον να εξέλθης από το σπήλαιον και να σταθής ενώπιον του Κυρίου στο όρος· και ιδού, θα περάση εκεί ο Κυριος”. Ετσι και έγινε. Αίφνης ισχυρότατος άνεμος έπνευσε, που διέλυε όρη και συνέτριβε πέτρας, αλλά δεν υπήρχεν ο Κυριος μέσα στον σφοδρόν άνεμον. Επειτα από τον άνεμον έγινε σεισμός μεγάλος, αλλά ούτε μέσα στον σεισμόν υπήρχεν ο Κυριος.

Γ Βασ. 19,12      καὶ μετὰ τὸν συσσειμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος.

Γ Βασ. 19,12             Επειτα από τον σεισμόν ήλθε πυρ. Ούτε μέσα στο πυρ υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από το πυρ ηκούσθη φωνή αύρας λεπτής και δροσεράς. Εκεί υπήρχεν ο Κυριος.

Γ Βασ. 19,13      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἠλιού, καὶ ἐπεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τῇ μηλωτῇ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε καὶ ἔστη ὑπὸ σπήλαιον· καὶ ἰδοὺ πρὸς αὐτὸν φωνὴ καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα Ἠλιού;

Γ Βασ. 19,13             Οταν ο Ηλίας ήκουσε και είδεν αυτό, εκάλυψεν από σεβασμόν και φόβον τα πρόσωπόν του με την μηλωτήν. Εξήλθε και εστάθη κάτω από το σπήλαιον. Και ιδού πάλιν ο Θεός τον η ρώτησε· “διατί ευρίσκεσαι εδώ, Ηλία;”

Γ Βασ. 19,14      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπον τὴν διαθήκην σου οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· καὶ τὰ θυσιαστήριά σου καθεῖλαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν.

Γ Βασ. 19,14             Ο δε Ηλίας απήντησε· “φλογερύς ζήλος πλημμυρίζει την καρδίαν μου προς χάριν σου, του Θεού του παντοκράτορος. Πονώ, διότι οι Ισραηλίται εγκατέλιπον την διαθήκην σου. Κατέσκαψαν και εκρήμνισαν τα θυσιαστήριά σου. Εφόνευσαν με ρομφαίαν τους προφήτας σου. Εγώ δε εντελώς μόνος έχω απομείνει. Αλλά ζητούν και την ίιδικήν μου ζωήν να αφαιρέσουν”.

Γ Βασ. 19,15      καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· πορεύου, ἀνάστρεφε εἰς τὴν ὁδόν σου καὶ ἥξεις εἰς τὴν ὁδὸν ἐρήμου Δαμασκοῦ καὶ ἥξεις καὶ χρίσεις τὸν Ἀζαὴλ εἰς βασιλέα τῆς Συρίας·

Γ Βασ. 19,15             Είπε τότε ο Κυριος προς αυτόν· “πήγαινε, ξαναγύρισε στον δρόμον σου και θα έλθης στον δρόμον της ερήμου της Δαμασκού. Οταν φθάσης εκεί, θα χρίσης ως βασιλέα της Συρίας τον Αζαήλ,

Γ Βασ. 19,16      καὶ τὸν Ἰοὺ υἱὸν Ναμεσσὶ χρίσεις εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ· καὶ τὸν Ἑλισαιὲ υἱὸν Σαφὰτ χρίσεις εἰς προφήτην ἀντὶ σοῦ.

Γ Βασ. 19,16             τον δε Ιού, υιόν του Ναμεσσί, θα τον χρίσης βασιλέα των Ισραηλιτών και τον Ελισαιέ, τον υιόν Σαφάτ, θα τον χρίσης ως προφήτην αντί σου.

Γ Βασ. 19,17      καὶ ἔσται τὸν σῳζόμενον ἐκ ῥομφαίας Ἀζαήλ, θανατώσει Ἰού, καὶ τὸν σῳζόμενον ἐκ ῥομφαίας Ἰοὺ θανατώσει Ἑλισαιέ.

Γ Βασ. 19,17             Θα συμβή δε τούτο· εκείνον οποίος θα διασωθή από την ρομφαίαν του Αζαήλ, θα τον θανατώση ο Ιού, και εκείνον ο οποίος θα διαφύγη την φονικήν ρομφαίαν Ιού, θα τον τιμωρήση δια θανάτου ο 'Ελισαιος.

Γ Βασ. 19,18      καὶ καταλείψεις ἐν Ἰσραὴλ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν, πάντα γόνατα, ἃ οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ, καὶ πᾶν στόμα, ὃ οὐ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Γ Βασ. 19,18             Θα αφήσης όμως ζώντας και ασφαλείς μεταξύ των Ισραηλιτών επτά χιλιάδας άνδρας, όλους εκείνους οι οποίοι δεν έκαμψαν γόνυ, δια, να προσκυνήσουν τον Βααλ, τα στόματα εκείνα τα οποία δεν προσεκύνησαν αυτόν”.

Γ Βασ. 19,19      Καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ εὑρίσκει τὸν Ἑλισαιὲ υἱὸν Σαφάτ, καὶ αὐτὸς ἠροτρία ἐν βουσὶ -δώδεκα ζεύγη ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἐν τοῖς δώδεκα- καὶ ἀπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ ἐπέῤῥιψε τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτόν.

Γ Βασ. 19,19             Ο Ηλίας ανεχώρησεν από εκεί, εύρε τον Ελισαίον, τον υιόν του Σαφάτ, ο οποίος τότε έκανε χωράφι με τα βόϊδια του- δώδεκα ζεύγη βοϊδιών ώργωναν ενώπιόν του, αυτός δε έκανε χωράφι αυτοπροσώπως με ένα ζεύγος-. Ο Ηλίας τον επλησίασε και έρριψεν επάνω εις αυτόν την μηλωτήν.

Γ Βασ. 19,20      καὶ κατέλιπεν Ἑλισαιὲ τὰς βόας καὶ κατέδραμεν ὀπίσω Ἠλιοὺ καὶ εἶπε· καταφιλήσω τὸν πατέρα μου καὶ ἀκολουθήσω ὀπίσω σου· καὶ εἶπεν Ἠλιού· ἀνάστρεφε, ὅτι πεποίηκά σοι.

Γ Βασ. 19,20            Ο Ελισαίος ενόησε την συμβολικήν αυτήν πράξιν του Ηλιού, εγκατέλειπε τα βόϊδια του και έτρεξεν όπισθεν του Ηλιού και του είπεν· “επίτρεψόν μου να μεταβώ, δια να αποχαιρετήσω και καταφιλήσω τον πατέρα μου, και έπειτα θα σε ακολουθήσω”. Ο δε Ηλίας του είπε· “πήγαινε και γύρισε πάλιν, διότι σε έχω καταστήσει προφήτην”.

Γ Βασ. 19,21      καὶ ἀνέστρεψεν ἐξόπισθεν αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὰ ζεύγη τῶν βοῶν καὶ ἔθυσε καὶ ἥψησεν αὐτὰ ἐν τοῖς σκεύεσι τῶν βοῶν καὶ ἔδωκε τῷ λαῷ, καὶ ἔφαγον· καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω Ἠλιοὺ καὶ ἐλειτούργει αὐτῷ.

Γ Βασ. 19,21             Ο Ελισαίος απεχωρίσθη την ώραν εκείνην από τον Ηλίαν, επήρε τα δώδεκα ζεύγη των βοϊδιών, τα έσφαξε και τα εθυσίασε, τα έψησε με τα ξύλα από τα άροτρα των βοϊδιών, παρέθεσε τράπεζαν στον λαόν και έφαγον. Επειτα εσηκώθη και επορεύθη εις συνάντησιν του Ηλιού και υπηρετούσεν αυτόν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 20 (Μασ. 21)

 

Γ Βασ. 20,1        Καὶ ἀμπελὼν εἷς ἦν τῷ Ναβουθαὶ τῷ Ἰεζραηλίτῃ παρὰ τῇ ἅλῳ Ἀχαὰβ βασιλέως Σαμαρείας.

Γ Βασ. 20,1               Ο Ναβουθαί, ο οποίος κατήγετο από την πόλιν Ιεζράελ, είχεν ένα αμπελώνα, που ευρίσκετο κοντά στο αλώνι του Αχαάβ, βασιλέως της Σαμαρείας.

Γ Βασ. 20,2        καὶ ἐλάλησεν Ἀχαὰβ πρὸς Ναβουθαὶ λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων, ὅτι ἐγγίζων οὗτος τῷ οἴκῳ μου, καὶ δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτόν· εἰ δὲ ἀρέσκει ἐνώπιόν σου, δώσω σοι ἀργύριον ἄλλαγμα ἀμπελῶνός σου τούτου, καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων.

Γ Βασ. 20,2              Ο Αχαάβ ωμίλησε και είπε προς τον Ναβουθαί· “δος μου τον αμπελώνα σου, δια να μεταβάλω αυτόν εις λαχανόκηπόν μου, επειδή αυτός ευρίσκεται πολύ κοντά στο βασιλικόν μου ανάκτορον. Θα σου δώσω δε άλλον αμπελώνα, καλύτερον από αυτόν. Εάν δέ σου αρέση, θα σου δώσω αργύριον εις αντάλλαγμα αυτού του αμπελώνος σου. Και έτσι θα γίνη ο λαχανόκηπός μου.

Γ Βασ. 20,3        καὶ εἶπε Ναβουθαὶ πρὸς Ἀχαάβ· μὴ γένοιτό μοι παρὰ Θεοῦ μου δοῦναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί.

Γ Βασ. 20,3              Ο Ναβουθαί απήντησε προς τον Αχαάβ· “να μη επιτρέψη ποτέ ο Θεός, να σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”.

Γ Βασ. 20,4        καὶ ἐγένετο τὸ πνεῦμα Ἀχαὰβ τεταραγμένον, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ καὶ συνεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔφαγεν ἄρτον.

Γ Βασ. 20,4              Ο Αχαάβ εστενοχωρήθη πολύ με την απάντησιν αυτήν. Επεσε νηστικός στο κρεββάτι του και εσκέπασε το πρόσωπόν του.

Γ Βασ. 20,5        καὶ εἰσῆλθεν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· τί τὸ πνεῦμά σου τεταραγμένον καὶ οὐκ εἶ σὺ ἐσθίων ἄρτον;

Γ Βασ. 20,5              Η Ιεζάβελ, η σύζυγός του, εισήλθεν στο δωμάτιόν του και τον ηρώτησε· “διατί είσαι τόσον στενοχωρημένος και δεν έφαγες φαγητόν;

Γ Βασ. 20,6        καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐλάλησα πρὸς Ναβουθαὶ τὸν Ἰεζραηλίτην λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου ἀργυρίου· εἰ δὲ βούλῃ, δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀντ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν· οὐ δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου.

Γ Βασ. 20,6              Ο Αχαάβ απήντησε προς αυτήν· “στενοχωρούμαι διότι ωμίλησα προς τον Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην και του είπα· Δος μου τον αμπελώνα σου αντί χρημάτων. Εάν όμως θέλης, θα σου δώσω άλλον αμπελώνα αντί αυτού. Εκείνος δε μου είπε· δεν θα σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”.

Γ Βασ. 20,7        καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· σὺ νῦν οὕτω ποιεῖς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ; ἀνάστηθι καὶ φάγε ἄρτον καὶ σαυτοῦ γενοῦ, ἐγὼ δὲ δώσω σοι τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου.

Γ Βασ. 20,7              Η σύζυγός του, η Ιεζάβελ, του είπε· “συ ως βασιλεύς έτσι ασκείς την βασιλικήν σου εξουσίαν; Σηκω, φάγε το φαγητόν σου, έλα στον εαυτόν σου, εγώ δε θα σου δώσω τον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου”.

Γ Βασ. 20,8        καὶ ἔγραψε βιβλίον ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἀχαὰβ καὶ ἐσφραγίσατο τῇ σφραγίδι αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλε τὸ βιβλίον πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἐλευθέρους τοὺς κατοικοῦντας μετὰ Ναβουθαί.

Γ Βασ. 20,8              Η Ιεζάβελ συνέταξεν ένα εγγράφον εξ ονόματος του Αχαάβ, το εσφράγισε με την σφραγίδα αυτού και το έστειλε προς τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντας, οι οποίοι κατοικούσαν εις την ιδίαν πόλιν με τον Ναβουθαί.

Γ Βασ. 20,9        καὶ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν καὶ καθίσατε τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ·

Γ Βασ. 20,9              Εις το έγγραφον αυτό εγράφετο· “Κηρύξατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού.

Γ Βασ. 20,10      καὶ ἐγκαθίσατε δύο ἄνδρας υἱοὺς παρανόμων ἐξεναντίας αὐτοῦ, καὶ καταμαρτυρησάτωσαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγησε Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξαγαγέτωσαν αὐτὸν καὶ λιθοβολησάτωσαν αὐτόν, καὶ ἀποθανέτω.

Γ Βασ. 20,10            Κατόπιν παρουσιάσατε δύο παρανόμους άνδρας ενώπιόν του, δύο ψευδομάρτυρας, οι οποίοι ας καταθέσουν μαρτυρίαν ,ψευδή εναντίον του λέγοντες· Αυτός εβλασφήμησε τον Θεόν και τον βασιλέα. Ετσι θα καταδικασθή εις θάνατον. Κατόπιν ας οδηγηθή έξω από την πόλιν, ας τον λιθοβολήσουν εκεί και ας αποθάνη”.

Γ Βασ. 20,11      καὶ ἐποίησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτοῦ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἐλεύθεροι οἱ κατοικοῆντες ἐν τῇ πόλει αὐτοῦ, καθὼς ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς Ἰεζάβελ καὶ καθὰ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις, οἷς ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς.

Γ Βασ. 20,11             Οι άνδρες της πόλεως του Ναβουθαί, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες οι οποίοι κατοικούσαν εις την πόλιν του, ενήργησαν, όπως παρήγγειλε προς αυτούς η Ιεζάβελ και όπως ήτο γραμμένον στο έγγραφον, το οποίον είχεν αποστείλει προς αυτούς.

Γ Βασ. 20,12      καὶ ἐκάλεσαν νηστείαν καὶ ἐκάθισαν τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ,

Γ Βασ. 20,12            Αυτοί εκάλεσαν εις νηστείαν τον λαόν και εκάθισαν τον Μαβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού.

Γ Βασ. 20,13      καὶ εἰσῆλθον δύο ἄνδρες υἱοὶ παρανόμων καὶ ἐκάθισαν ἐξεναντίας αὐτοῦ καὶ κατεμαρτύρησαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγηκας Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀπέθανε.

Γ Βασ. 20,13             Εισήλθον εις την αίθουσαν του δικαστηρίου δύο άνδρες παράνομοι, έλαβον θέσιν απέναντι του Ναουθαί και κατέθεσαν ψευδή κατηγορίαν εναντίον αυτού λέγοντες· “συ εβλασφήμησες τον Θεόν και τον βασιλέα”. Εξ αιτίας της καταθέσεως αυτής ο Ναβουθαί κατεδικάσθη εις θάνατον. Τον έβγαλαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν και εκεί απέθανεν.

Γ Βασ. 20,14      καὶ ἀπέστειλαν πρὸς Ἰεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαὶ καὶ τέθνηκε.

Γ Βασ. 20,14            Οι άνθρωποι της πόλεως εκείνης έστειλαν αγγελιαφόρους προς την Ιεζάβελ και την επληροφόρησαν. “Ελιθοβολήθη ο Ναβουθαί και απέθανε”.

Γ Βασ. 20,15      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἰεζάβελ, καὶ εἶπε πρὸς Ἀχαάβ· ἀνάστα, κληρονόμει τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου, ὃς οὐκ ἔδωκέ σοι ἀργυρίου, ὅτι οὐκ ἔστι Ναβουθαὶ ζῶν, ὅτι τέθνηκε.

Γ Βασ. 20,15             Οταν η Ιεζάβελ επληροφορήθη το γεγονός, είπε προς τον Αχαάβ· “σήκω και πήγαινε να κληρονομήσης τον αμπελώνα του Ναβουθαί, του Ιεζρατηλίτου, τον οποίον εκείνος δεν ήθελε να σου τον πωλήση αντί αργυρίου. Διότι δεν ζη πλέον ο Ναβουθαί, αλλ' έχει αποθάνει”.

Γ Βασ. 20,16      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἀχαὰβ ὅτι τέθνηκε Ναβουθαὶ ὁ Ἰεζραηλίτης, καὶ διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περιεβάλετο σάκκον· καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἀνέστη καὶ κατέβη Ἀχαὰβ εἰς τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου κληρονομῆσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,16            Ο Αχαάβ, όταν ήκουσε τον τρόπον της καταδίκης και του θανάτου του Ναβουθαί, έσχισεν εις ένδειξιν διαμαρτυρίας και πένθους τα ενδύματά του και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα. Κατόπιν όμως κατέβη στον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου, δια να τον κληρονομήση.

Γ Βασ. 20,17      Καὶ εἶπεν Κύριος πρὸς Ἠλιοὺ τὸν Θεσβίτην λέγων·

Γ Βασ. 20,17             Είπε τότε ο Θεός προς τον Ηλία, τον Θεσβίτην·

Γ Βασ. 20,18      ἀνάστηθι καὶ κατάβηθι εἰς ἀπαντὴν Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ τοῦ ἐν Σαμαρείᾳ, ὅτι οὗτος ἐν ἀμπελῶνι Ναβουθαί, ὅτι καταβέβηκεν ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,18            “σήκω και πήγαινε να συναντήσης τον Αχαάβ, τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, που μένει εις την Σαμάρειαν, διότι αυτός κατέβηκε στον αμπελώνα του Ναδουθαί, δια να τον κληρονομήση.

Γ Βασ. 20,19      καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτὸν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ὡς σὺ ἐφόνευσας καὶ ἐκληρονόμησας, διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐν παντὶ τόπῳ, ᾧ ἔλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα Ναβουθαί, ἐκεῖ λείξουσιν οἱ κύνες τὸ αἷμα σου, καὶ αἱ πόρναι λούσονται ἐν τῷ αἵματί σου.

Γ Βασ. 20,19            Θα πης δε προς αυτόν τα εξής· Αυτά λέγει ο Κυριος. Επειδή συ εφόνευσες τον Ναβουθαί και κατέλαβες τον αμπελώνα του, δια τούτο ο Κυριος λέγει· Εις τους τόπους, στους οποίους οι χοίροι και τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί, εκεί τα σκυλιά θα γλείψουν και το ιδικόν σου αίμα, αι δε πόρναι θα λουσθούν στο αίμα σου”.

Γ Βασ. 20,20      καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἠλιού· εἰ εὕρηκάς με, ὁ ἐχθρός μου; καὶ εἶπεν· εὕρηκα, διότι μάτην πέπρασαι ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου παροργίσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,20            Ο Αχαάβ είπε προς τον Ηλίαν· “αλήθεια, συ ο εχθρός μου με ευρήκες πάλιν;” Ο Ηλίας απήντησε· “σε ευρήκα, διότι έχεις πωληθή και έγινες δούλος στο πονηρόν, ώστε να εξοργίσης τον Κυριον, ο οποίος και λέγει·

Γ Βασ. 20,21      ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σὲ κακὰ καὶ ἐκκαύσω ὀπίσω σου καὶ ἐξολοθρεύσω τοῦ Ἀχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν Ἰσραήλ·

Γ Βασ. 20,21            Ιδού εγώ θα επιφέρω εναντίον σου συμφοράς, θα ανάψω όπισθέν σου φωτιές και θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Αχαάβ κάθε αρσενικόν άνθρωπον, ακόμη δε δούλον και ελεύθερον μεταξύ του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 20,22      καὶ δώσω τὸν οἶκόν σου ὡς τὸν οἶκον Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ Ἀχιὰ περὶ τῶν παροργισμάτων, ὧν παρώργισας καὶ ἐξήμαρτες τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 20,22            Θα παραδώσω εις όλεθρον την οικογένειάν σου, όπως παρέδωκα την οικογένειαν Ιεροβοάμ του υιού Ναβάτ, όπως παρέδωσα εις καταστροφήν την οικογένειαν του Βαασά, υιού του Αχιά. Τούτο δέ, διότι συ με τας εξοργιστικάς αμαρτίας σου έγινες αιτία να οργισθή εναντίον σου ο Θεός και να παρασυρθή εις αμαρτίας ο ισραηλιτικός λαός”.

Γ Βασ. 20,23      καὶ τῇ Ἰεζάβελ ἐλάλησε Κύριος λέγων· οἱ κύνες καταφάγονται αὐτὴν ἐν τῷ προτειχίσματι Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 20,23            Και δια την Ιεζάβελ ωμίλησεν ο Κυριος και είπε· “τα σκυλιά θα καταφάγουν και αυτήν στο τείχος το εμπρός της πόλεως Ιεζράελ.

Γ Βασ. 20,24      τὸν τεθνηκότα τοῦ Ἀχαὰβ ἐν τῇ πόλει φάγονται οἱ κύνες καὶ τὸν τεθνηκότα αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ φάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.

Γ Βασ. 20,24            Τους νεκρούς της οικογενείας του Αχαάβ εις την πόλιν θα καταφάγουν οι κύνες. Και τους νεκρούς της οικογενείας του εις την πεδιάδα θα καταφάγουν τα όρνεα του ουρανού”.

Γ Βασ. 20,25      πλὴν ματαίως Ἀχαάβ, ὃς ἐπράθη ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς μετέθηκεν αὐτὸν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ·

Γ Βασ. 20,25            Εις μάτην όμως ελέχθησαν αι απειλαί αυταί του Κυρίου. Ο Αχαάβ είχε πωληθή στο να πράττη το πονηρόν αναισχύντως ενώπιον του Κυρίου, όπως τον παρακινούσεν η σύζυγός του η Ιεζάβελ.

Γ Βασ. 20,26      καὶ ἐβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν βδελυγμάτων κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν ὁ Ἀμοῤῥαῖος, ὃν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 20,26            Εγινε συχαμερός και μισητός πάρα πολύ ενώπιον του Κυρίου, διότι εδέχθη και ηκολούθησε την λατρείαν των ειδωλικών θεών, όπως οι Αμορραίοι, τους οποίους ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 20,27      καὶ ὑπὲρ τοῦ λόγου, ὡς κατενύγη Ἀχαὰβ ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἐπορεύετο κλαίων καὶ διέῤῥηξε τὸν χιτῶνα αὐτοῦ καὶ ἐζώσατο σάκκον ἐπὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἐνήστευσε καὶ περιεβάλετο σάκκον ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπάταξε Ναβουθαὶ τὸν Ἰεζραηλίτην, καὶ ἐπορεύθη,

Γ Βασ. 20,27            Επειδή όμως ο Αχαάβ ακούσας τον λόγον του Ηλία συνετρίβη ενώπιον του Κυρίου, εβάδιζε δε κλαίων και διέρρηξε τον χιτώνα αυτού και εζώσθη σάκκινον ένδυμα, επειδή δε κατά την ημέραν, κατά την οποίαν εφονεύθη ο Ναβουθαί, ενήστευσε και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και με αυτό επορεύετο,

Γ Βασ. 20,28      καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Ἠλιοὺ περὶ Ἀχαάβ, καὶ εἶπε Κύριος·

Γ Βασ. 20,28            έγινε πάλιν λόγος Κυρίου δια του Ηλιού, του δούλου του, προς τον Αχαάβ. Είπε δηλαδή ο Κυριος προς τον Ηλίαν·

Γ Βασ. 20,29      ἑώρακας ὡς κατενύγη Ἀχαὰβ ἀπὸ προσώπου μου; οὐκ ἐπάξω τὴν κακίαν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἐπάξω τὴν κακίαν.

Γ Βασ. 20,29            “είδες πως συνετρίβη ο Αχαάβ ενώπιόν μου; Δια τούτο δεν θα αποστείλω την τιμωρίαν κατά τας ημέρας, κατά τας οποίας αυτός ζη. Αλλά θα στείλω αυτήν την τιμωρίαν εις τας ημέρας του υιού του”.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 21 (Μασ. 20)

 

Γ Βασ. 21,1        Καὶ συνήθροισεν υἱὸς Ἄδερ πᾶσαν τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ ἀνέβη καὶ περιεκάθισεν ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ τριακονταδύο βασιλεῖς μετ᾿ αὐτοῦ καὶ πᾶς ἵππος καὶ ἅρμα· καὶ ἀνέβησαν καὶ περιεκάθισαν ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ ἐπολέμησαν ἐπ᾿ αὐτήν.

Γ Βασ. 21,1                Ο υιός Αδερ συνήθροισεν όλην την στρατιωτικήν του δύναμιν, εξεστράτευσε και επολιόρκησε την Σαμάρειαν, μαζή με τριάκοντα δύο βασιλείς, με όλον το ιππικόν και τα πολεμικά του άρματα. Ανέβησαν αυτοί και επολιορκούσαν την Σαμάρειαν και επολεμούσαν εναντίον αυτής.

Γ Βασ. 21,2        καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἀχαὰβ βασιλέα Ἰσραὴλ εἰς τὴν πόλιν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει υἱὸς Ἄδερ·

Γ Βασ. 21,2               Ο υιός Αδερ έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Αχαάβ, βασιλέα των Ισραηλιτών εις την πόλιν, και του είπεν· “αυτά παραγγέλλει ο υιός Αδερ·

Γ Βασ. 21,3        τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον σου ἐμόν ἐστι καὶ αἱ γυναῖκές σου καὶ τὰ τέκνα σου ἐμά ἐστι.

Γ Βασ. 21,3               Το αργύριόν σου και το χρυσίον σου είναι ιδικά μου και αι γυναίκες σου και τα τέκνα σου είναι ιδικά μου”.

Γ Βασ. 21,4        καὶ ἀπεκρίθη βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· καθὼς ἐλάλησας, κύριέ μου βασιλεῦ, σὸς ἐγώ εἰμι καὶ πάντα τὰ ἐμά.

Γ Βασ. 21,4               Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, απήντησε· “κύριέ μου, βασιλεύ, όπως είπες, έτσι θα γίνη. Εγώ θα είμαι υποτελής σου και όλα τα ιδικά μου ανήκουν εις σέ”.

Γ Βασ. 21,5        καὶ ἀνέστρεψαν οἱ ἄγγελοι, καὶ εἶπαν· τάδε λέγει ὁ υἱὸς Ἄδερ· ἐγὼ ἀπέστειλα πρός σε λέγων· τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον σου καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα σου δώσεις ἐμοί·

Γ Βασ. 21,5               Ηλθον και πάλιν οι αγγελιαφόροι του υιού Αδερ προς τον βασιλέα Αχαάβ και του είπαν· “αυτά λέγει ο υιός Αδερ· Εγώ σου παρήγγειλα και σου είπα ότι το αργύριόν σου, το χρυσίον σου, τας γυναίκας σου και τα παιδιά σου θα τα παραδώσης.

Γ Βασ. 21,6        ὅτι ταύτην τὴν ὥραν αὔριον ἀποστελῶ τοὺς παῖδάς μου πρός σε, καὶ ἐρευνήσουσι τὸν οἶκόν σου καὶ τοὺς οἴκους τῶν παίδων σου καὶ ἔσται πάντα τὰ ἐπιθυμήματα τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, ἐφ᾿ ἃ ἂν ἐπιβάλωσι τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ λήψονται.

Γ Βασ. 21,6               Τωρα όμως σου λέγω. Οτι αύριον αυτήν την ώραν θα αποστείλω τους υπηρέτας μου, οι οποίοι θα ερευνήσουν τον οίκόν σου και τους οίκους των υπηκόων σου και κάθε τι, που θα επιθυμήσουν οι οφθαλμοί των. Θα βάλουν χέρι εις αυτά και θα τα πάρουν”.

Γ Βασ. 21,7        καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πάντας τοὺς πρεσβυτέρους τῆς γῆς καὶ εἶπε· γνῶτε δὴ καὶ ἴδετε ὅτι κακίαν οὗτος ζητεῖ, ὅτι ἀπέσταλκε πρός με περὶ τῶν γυναικῶν μου καὶ περὶ τῶν υἱῶν μου καὶ περὶ τῶν θυγατέρων μου· τὸ ἀργύριόν μου καὶ τὸ χρυσίον μου οὐκ ἀπεκώλυσα ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,7               Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, εκάλεσεν όλους τους πρεσβυτέρους του βασιλείου και τους είπε· “ακούστε, σας παρακαλώ, και ιδέτε ότι ο υιός Αδερ ζητεί την καταστροφήν μας. Διότι έστειλε προς εμέ αγγελιαφόρους και μου εζήτησε τας γυναίκας μου, τα παιδιά μου και τας θυγατέρας μου. Το αργύριόν μου και το χρυσίον μου δεν ηρνήθην να το δώσω εις αυτόν”.

Γ Βασ. 21,8        καὶ εἶπαν αὐτῷ οἱ πρεσβύτεροι καὶ πᾶς ὁ λαός· μὴ ἀκούσῃς καὶ μὴ θελήσῃς.

Γ Βασ. 21,8               Απήντησαν εις αυτόν οι πρεσβύτεροι και όλος ο λαός· “μη υπακούσης εις αυτόν και μη θελήσης να υποχωρήσης εις τας αξιώσστου”.

Γ Βασ. 21,9        καὶ εἶπε τοῖς ἀγγέλοις υἱοῦ Ἄδερ· λέγετε τῷ κυρίῳ ὑμῶν· πάντα ὅσα ἀπέσταλκας πρὸς τὸν δοῦλόν σου ἐν πρώτοις ποιήσω, τὸ δὲ ῥῆμα τοῦτο οὐ δυνήσομαι ποιῆσαι. καὶ ἀπῇραν οἱ ἄνδρες καὶ ἐπέστρεψαν αὐτῷ λόγον.

Γ Βασ. 21,9               Είπε τότε ο Αχαάβ στους αγγελιαφόρους του υιού Αδερ· “αναγγείλατε στον κύριόν σας τα εξής· Ολα όσα την πρώτην φοράν δι' αγγελιαφόρων του εζήτησεν από τον δούλον του, θα τα εκτελέσω. Την σημερινήν όμως απαίτησίν του δεν θα ημπορέσω να την εκπληρώσω”. Οι απεσταλμένοι του υιού Αδερ ανεχώρησαν και ανέφεραν εις αυτόν την απάντησιν του Αχαάβ.

Γ Βασ. 21,10      καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν υἱὸς Ἄδερ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, εἰ ἐκποιήσει ὁ χοῦς Σαμαρείας ταῖς ἀλώπεξι παντὶ τῷ λαῷ τοῖς πεζοῖς μου.

Γ Βασ. 21,10             Ο Αδερ έστειλε πάλιν αγγελιαφόρους προς τον Αχαάβ και του είπεν· “ας με τιμωρήση ο Θεός με τας πλέον σκληράς τιμωρίας, εάν εγώ δεν καταστρέψω εξ ολοκλήρου την Σαμάρειαν, ώστε το χώμα, που θα απομείνη εις αυτήν, να μη είναι αρκετόν ούτε δια τας αλώπεκας, και δι' όλον τον λαόν του πεζικού μου”.

Γ Βασ. 21,11      καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἶπεν· ἱκανούσθω· μὴ καυχάσθω ὁ κυρτὸς ὡς ὁ ὀρθός.

Γ Βασ. 21,11              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού βασιλείου απήντησε και είπε· “αρκεί έως εδώ. Ας μη καυχάται ο καμπούρης όπως ο ευθυτενής”.

Γ Βασ. 21,12      καὶ ἐγένετο ὅτε ἀπεκρίθη αὐτῷ τὸν λόγον τοῦτον, πίνων ἦν αὐτὸς καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς οἱ μετ᾿ αὐτοῦ ἐν σκηναῖς καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οἰκοδομήσατε χάρακα· καὶ ἔθεντο χάρακα ἐπὶ τὴν πόλιν.

Γ Βασ. 21,12             Οταν ο Αχααδ έστειλε την απάντησιν αυτήν προς τον Αδερ, ο Αδερ έχων πεποίθησιν εις την νίκην του, έπινε και εμέθυε αυτός και όλοι οι βασιλείς που ήσαν μαζή του εις τας σκηνάς των, και έδωσε διαταγήν στους δούλους του· “οικοδομήσατε χαράκωμα γύρω από την πόλιν”. Εκείνοι ανήγειραν χαράκωμα γύρω από την πόλιν.

Γ Βασ. 21,13      καὶ ἰδοὺ προφήτης εἷς προσῆλθε τῷ Ἀχαὰβ βασιλεῖ Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· εἰ ἑώρακας τὸν ὄχλον τὸν μέγαν τοῦτον; ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐτὸν σήμερον εἰς χεῖράς σας, καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος.

Γ Βασ. 21,13             Και ιδού ένας προφήτης του αληθινού Θεού προσήλθεν στον Αχαάβ, τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, και του είπεν· “αυτά λέγει ο Κυριος· Βλέπστον πολυάριθμον αυτόν όχλον; Ιδού εγώ παραδίδω αυτόν σήμερον εις τα χέρια σου· και θα μάθης έτσι, ότι εγώ είμαι ο αληθινός Κυριος και Θεός”.

Γ Βασ. 21,14      καὶ εἶπεν Ἀχαάβ· ἐν τίνι; καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἐν τοῖς παιδαρίοις τῶν ἀρχόντων τῶν χωρῶν. καὶ εἶπεν Ἀχαάβ· τίς συνάξει τὸν πόλεμον; καὶ εἶπε· σύ.

Γ Βασ. 21,14             Ο Αχαάβ η ρώτησε “με ποίον τρόπον θα κατορθωθή αυτό;” Ο Κυριος απήντησε· “με τους νεαρούς δούλους των επαρχιακών διοικητών”. “Ποιός θα διεξαγάγη τον πόλεμον;” Είπεν ο Αχαάβ. “Συ”, απήντησεν ο Θεός.

Γ Βασ. 21,15      καὶ ἐπεσκέψατο Ἀχαὰβ τὰ παιδάρια τῶν ἀρχόντων τῶν χωρῶν, καὶ ἐγένοντο διακόσια τριάκοντα· καὶ μετὰ ταῦτα ἐπεσκέψατο τὸν λαόν, πάντα υἱὸν δυνάμεως, ἑπτὰ χιλιάδας.

Γ Βασ. 21,15             Ο Αχαάβ επεθεώρησε και ηρίθμησε τους νεαρούς δούλους των διοικητών της επαρχίας, οι οποίοι ήσαν διακόσιοι τριάκοντα. Κατόπιν επεθεώρησε και ηρίθμησε τους ικανούς προς πόλεμον άνδρας εκ του λαού, οι οποίοι ανήρχοντο εις επτά χιλιάδας.

Γ Βασ. 21,16      καὶ ἐξῆλθε μεσημβρίας· καὶ υἱὸς Ἄδερ πίνων μεθύων ἐν Σοκχὼθ αὐτὸς καὶ οἱ βασιλεῖς, τριάκοντα καὶ δύο βασιλεῖς συμβοηθοὶ μετ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,16             Κατά την μεσημβρίαν εξήλθεν ο Αχαάβ από την Σαμάρειαν. Ο υιός Αδερ έπινε και εμεθούσε εις Σοκχώθ, αυτός, οι βασιλείς και οι βοηθοί του, τριάκοντα δύο εν όλω σύμμαχοί του.

Γ Βασ. 21,17      καὶ ἐξῆλθον ἄρχοντες παιδάρια τῶν χωρῶν ἐν πρώτοις. καὶ ἀποστέλλουσι καὶ ἀπαγγέλλουσι τῷ βασιλεῖ Συρίας λέγοντες· ἄνδρες ἐξεληλύθασιν ἐκ Σαμαρείας.

Γ Βασ. 21,17             Πρώτοι εξήλθον προς πόλεμον οι νεαροί δούλοι των επαρχιακών διοικητών. Ανθρωποι του υιού Αδερ έστειλαν και εγνωστοποίησαν στον βασιλέα της Συρίας, ότι “άνδρες εβγήκαν από την Σαμάρειαν”.

Γ Βασ. 21,18      καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ εἰς εἰρήνην ἐκπορεύονται, συλλαβεῖν αὐτοὺς ζῶντας· καὶ εἰ εἰς πόλεμον, ζῶντας συλλαβεῖν αὐτούς·

Γ Βασ. 21,18             Εκείνος είπεν εις αυτούς· “εάν έρχωνται να ζητήσουν ειρήνην, συλλάβετέ τους ζώντας. Εάν εξέρχωνται προς πόλεμον, συλλάβετέ τους και πάλιν ζώντας.

Γ Βασ. 21,19      καὶ μὴ ἐξελθάτωσαν ἐκ τῆς πόλεως τὰ παιδάρια ἀρχόντων τῶν χωρῶν. καὶ ἡ δύναμις ὀπίσω αὐτῶν

Γ Βασ. 21,19             Εκτελέσατε αμέσως την διαταγήν μου, ώστε να μη προκάμουν να βγουν όλοι οι νεαροί δούλοι των διοικητών της επαρχίας”. Εν τούτοις αμέσως οπίσω από τους νεαρούς αυτούς δούλους, ακολουθούσε και το κύριον σώμα του στρατού.

Γ Βασ. 21,20      ἐπάταξεν ἕκαστος τὸν παρ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐδευτέρωσεν ἕκαστος τὸν παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἔφυγε Συρία, καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς Ἰσραήλ· καὶ σῴζεται υἱὸς Ἄδερ βασιλεὺς Συρίας ἐφ᾿ ἵππου ἱππέως.

Γ Βασ. 21,20            Ο καθένας από αυτούς επετέθη εις κάθε απέναντί του Σύρον πρώτην και δευτέραν φοράν, ώστε οι Συροι ετράπησαν εις φυγήν. Οι Ισραηλίται τους κατεδίωξαν. Ο υιός Αδερ, ο βασιλεύς της Συρίας, εσώθη επάνω εις ένα ίππον κάποιου ιππέως.

Γ Βασ. 21,21      καὶ ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ ἔλαβε πάντας τοὺς ἵππους καὶ τὰ ἅρματα καὶ ἐπάταξε πληγὴν μεγάλην ἐν Συρίᾳ.

Γ Βασ. 21,21             Εβγήκε τότε ο βασιλεύς των Ισραηλιτών από την πόλιν, επήρε όλους τους ίππους των εχθρών, επήρε τα άρματα αυτών και επέφερε μεγάλην καταστροφήν στον στρατόν της Συρίας.

Γ Βασ. 21,22      καὶ προσῆλθεν ὁ προφήτης πρὸς βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· κραταιοῦ καὶ γνῶθι καὶ ἴδε τί ποιήσεις, ὅτι ἐπιστρέφοντος τοῦ ἐνιαυτοῦ υἱὸς Ἄδερ βασιλεὺς Συρίας ἀναβαίνει ἐπὶ σέ.

Γ Βασ. 21,22            Τοτε ο αληθινός προφήτης προσήλθεν στον βασιλέα των Ισραηλιτών Αχαάβ και του είπε· “Εχε θάρρος ! Μαθε όμως ότι ο υιός Αδερ, ο βασιλεύς της Συρίας, όταν συμπληρωθή ένας χρόνος, θα εκστρατεύση πάλιν εναντίον σου”.

Γ Βασ. 21,23      καὶ οἱ παῖδες βασιλέως Συρίας εἶπον· Θεὸς ὀρέων Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ οὐ Θεὸς κοιλάδων, διὰ τοῦτο ἐκραταίωσεν ὑπὲρ ἡμᾶς· ἐὰν δὲ πολεμήσωμεν αὐτοὺς κατ᾿ εὐθύ, εἰ μὴν κραταιώσωμεν ὑπὲρ αὐτούς.

Γ Βασ. 21,23             Οι δούλοι του βασιλέως της Συρίας είπαν εις αυτόν· “Ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού είναι Θεός των ορέων και όχι των πεδιάδων. Δια τούτο και εκείνοι ανεδείχθησαν ισχυρότεροι από ημάς. Εάν όμως πολεμήσωμεν αυτούς εις την πεδιάδα, ασφαλώς θα αναδειχθώμεν ημείς ισχυρότεροι από αυτούς και θα τους νικήσωμεν.

Γ Βασ. 21,24      καὶ τὸ ῥῆμα τοῦτο ποίησον· ἀπόστησον τοὺς βασιλεῖς ἕκαστον εἰς τὸν τόπον αὐτῶν καὶ θοῦ ἀντ᾿ αὐτῶν σατράπας,

Γ Βασ. 21,24            Καμε δε και τούτο· απόστειλε τους συμμάχους σου βασιλείς τον καθένα εις την χώραν του και θέσε αντ' αυτών σατράπας.

Γ Βασ. 21,25      καὶ ἀλλάξομέν σοι δύναμιν κατὰ τὴν δύναμιν τὴν πεσοῦσαν καὶ ἵππον κατὰ τὴν ἵππον καὶ ἅρματα κατὰ τὰ ἅρματα καὶ πολεμήσομεν πρὸς αὐτοὺς κατ᾿ εὐθὺ καὶ κραταιώσομεν ὑπὲρ αὐτούς. καὶ ἤκουσε τῆς φωνῆς αὐτῶν καὶ ἐποίησεν οὕτως.

Γ Βασ. 21,25             Θα αναπληρώσωμεν δε με άλλην δύναμιν στρατού την δύναμιν, που εχάσαμεν κατά την μάχην, το απολεσθέν ιππικόν με άλλο ιππικόν και τα άρματα μα άλλα άρματα. Ετσι δε θα πολεμήσωμεν αυτούς εις την πεδιάδα και θα τους νικήσωμεν”. Ο υιός Αδερ εδέχθη την πρότασίν των και έπραξεν όπως τον συνεβούλευσαν.

Γ Βασ. 21,26      καὶ ἐγένετο ἐπιστρέψαντος τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ ἐπεσκέψατο υἱὸς Ἄδερ τὴν Συρίαν καὶ ἀνέβη εἰς Ἀφεκὰ εἰς πόλεμον ἐπὶ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 21,26            Πράγματι κατά την άνοιξιν του επομένου έτους συνεκέντρωσε στρατόν της Συρίας ο υιός Αδερ και εξεστράτευσεν εναντίον της πόλεως Αφεκά, δια να πολεμήση τους Ισραηλίτας.

Γ Βασ. 21,27      καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπεσκέπησαν καὶ παρεγένοντο εἰς ἀπαντὴν αὐτῶν, καὶ παρενέβαλεν Ἰσραὴλ ἐξεναντίας αὐτῶν ὡσεὶ δύο ποίμνια αἰγῶν, καὶ Συρία ἔπλησε τὴν γῆν.

Γ Βασ. 21,27             Οι Ισραηλίται ητοιμάσθησαν και εξήλθαν εις συνάντησιν των εχθρών των. Εστρατοπέδευσαν οι Ισραηλίται απέναντι αυτών, τόσον ολίγοι ωσάν δύο ποίμνια αιγών, ενώ οι στρατιώται της Συρίας εγέμισαν την περιοχήν.

Γ Βασ. 21,28      καὶ προσῆλθεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπε τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ᾿ ὧν εἶπε Συρία· Θεὸς ὀρέων Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ οὐ Θεὸς κοιλάδων αὐτός, καὶ δώσω τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην ταύτην εἰς χεῖρα σήν, καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος.

Γ Βασ. 21,28            Προσήλθε πάλιν ο άνθρωπος του Θεού προς τον Αχαάβ και είπεν στον βασιλέα των Ισραηλιτών· “αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή οι Συροι είπον ότι ο Κυριος και Θεός του Ισραήλ είναι Θεός των ορέων και δεν είναι αυτός Θεός των πεδιάδων, θα παραδώσω εις τα χέρια σου όλην αυτήν την μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν και θα μάθης, ότι εγώ είμαι πράγματι ο αληθινός Κυριος και Θεός”.

Γ Βασ. 21,29      καὶ παρεμβάλλουσιν οὗτοι ἀπέναντι τούτων ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ προσήγαγεν ὁ πόλεμος, καὶ ἐπάταξεν Ἰσραὴλ τὴν Συρίαν ἑκατὸν χιλιάδας πεζῶν μιᾷ ἡμέρᾳ.

Γ Βασ. 21,29            Εστρατοπέδευσαν πράγματι οι Ισραηλίται απέναντι των Συρων επί επτά ημέρας, κατά τας οποίας δεν έκαμαν τίποτε. Κατά την εβδόμην όμως ημέραν συνήφθη μάχη. Οι Ισραηλίται εκτύπησαν τους Συρους κατά την ημέραν αυτήν και εφόνευσαν από αυτούς εκατόν χιλιάδας πεζούς.

Γ Βασ. 21,30      καὶ ἔφυγον οἱ κατάλοιποι εἰς Ἀφεκὰ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἔπεσε τὸ τεῖχος ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν τῶν καταλοίπων. καὶ υἱὸς Ἄδερ ἔφυγε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ κοιτῶνος, εἰς τὸ ταμιεῖον.

Γ Βασ. 21,30             Οι υπολειφθέντες Συροι στρατιώται ετράπησαν εις φυγήν και εισήλθον εις την πόλιν Αφεκά, δια να σωθούν. Αλλά το τείχος της πόλεως εκρημνίσθη και έπεσεν επάνω των και εφονεύθησαν από τους υπολειφθέντας στρατιώτας είκοσιν επτά χιλιάδες. Ο δε υιός Αδερ ετράπη και αυτός εις φυγήν και εισήλθεν φοβισμένος εις τον κοιτώνα του ανακτόρου του στο απόκρυφον τούτο δωμάτιον του οίκου του.

Γ Βασ. 21,31      καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οἶδα ὅτι βασιλεῖς Ἰσραὴλ βασιλεῖς ἐλέους εἰσίν· ἐπιθώμεθα δὴ σάκκους ἐπὶ τὰς ὀσφύας ἡμῶν καὶ σχοινία ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν καὶ ἐξέλθωμεν πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ, εἴ πως ζωογονήσει τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Γ Βασ. 21,31             Ο υιός Αδερ είπε τότε στους δούλους του· “γνωρίζω ότι οι βασιλείς του Ισραήλ είναι άνθρωποι σπλαγχνικοί. Ας φορέσωμεν λοιπόν σάκκους αντί ενδυμάτων, ας δέσωμεν σχοινιά στον λαιμόν μας και ας εξέλθωμεν να συναντήσωμεν τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού. Ισως μας λυπηθή και μας χαρίση την ζωήν”.

Γ Βασ. 21,32      καὶ περιεζώσαντο σάκκους ἐπὶ τὰς ὀσφύας αὐτῶν καὶ ἔθεσαν σχοινία ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ εἶπον τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ· δοῦλός σου υἱὸς Ἄδερ λέγει· ζησάτω δὴ ἡ ψυχὴ ἡμῶν. καὶ εἶπεν· εἰ ἔτι ζῇ, ἀδελφός μού ἐστι.

Γ Βασ. 21,32             Πράγματι εφόρεσαν σάκκινα ενδύματα, που τα έζωσαν γύρω από την μέσην των, έβαλαν σχοινιά στους λαιμούς των και είπαν στον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού οι δούλοι του Αδερ· “Ο υιός Αδερ λέγει ότι είναι δούλος σου. Παρακαλεί δε εκείνος, παρακαλούμεν και ημείς χαρίσατέ μας την ζωήν”. Ο βασιλεύς του Ισραήλ απήντησεν· “εάν ακόμη ο Αδερ ζη, είναι αδελφός μου”.

Γ Βασ. 21,33      καὶ οἱ ἄνδρες οἰωνίσαντο καὶ ἐσπείσαντο καὶ ἀνελέξαντο τὸν λόγον ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ εἶπον· ἀδελφός σου υἱὸς Ἄδερ. καὶ εἶπεν· εἰσέλθατε καὶ λάβετε αὐτόν· καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν υἱὸς Ἄδερ, καὶ ἀναβιβάζουσιν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα.

Γ Βασ. 21,33             Οι άνδρες του υιού Αδερ συνεβουλεύθησαν τους οιωνούς και έκαμαν θυσίας. Επέτυχον δε να πάρουν υπόσχεσιν από το στόμα του βασιλέως Αχαάβ και είπαν· “ο υιός Αδερ είναι αδελφός σου”. Εκείνος δε τους απήντησεν· “εισέλθετε στον οίκον του και πάρετε αυτόν από εκεί”. Ο υιός Αδερ εξήλθεν από τον οίκον του, δια να πορευθή προς τον βασιλέα και ανεβίβασαν αυτόν στο πολεμικόν του άρμα.

Γ Βασ. 21,34      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τὰς πόλεις, ἃς ἔλαβεν ὁ πατήρ μου παρὰ τοῦ πατρός σου, ἀποδώσω σοι, καὶ ἐξόδους θήσεις σεαυτῷ ἐν Δαμασκῷ, καθὼς ἔθετο ὁ πατήρ μου ἐν Σαμαρείᾳ· καὶ ἐγὼ ἐν διαθήκῃ ἐξαποστελῶ σε. καὶ διέθετο αὐτῷ διαθήκην καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτόν.

Γ Βασ. 21,34             Οταν δε παρουσιάσθη προ του Αχαάβ του είπε· “τας πόλεις, τας οποίας κατέλαβεν ο πατήρ μου και τας αφήρεσεν από τον πατέρα σου, θα σου τας επιστρέψω. Συ δε ο ίδιος θα ορίσης τοποθεσίας εντός της Δαμασκού ιδικάς σου, όπως και ο πατήρ μου έθεσε τοιαύτας τοποθεσίας εις την Σαμάρειαν”. Ο Αχαάβ του απήντησε· “θα συντάξωμεν ένα σύμφωνον φιλίας και εγώ θα σε αφήσω ελεύθερον”. Πράγματι ο Αχαάβ συνήψε με αυτόν συμφωνίαν και τον έστειλεν ελεύθερον εις την χώραν του.

Γ Βασ. 21,35      Καὶ ἄνθρωπος εἷς ἐκ τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν εἶπε πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ ἐν λόγῳ Κυρίου· πάταξον δή με· καὶ οὐκ ἠθέλησεν ὁ ἄνθρωπος πατάξαι αὐτόν.

Γ Βασ. 21,35             Ενας από τους προφήτας είπε προς κάποιον πλησίον του, κατόπιν εντολής του Κυρίου· “κτύπησέ με”. Ο άνθρωπος όμως εκείνος δεν ηθέλησε να τον κτυπήση.

Γ Βασ. 21,36      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἤκουσας τῆς φωνῆς Κυρίου καὶ ἰδοὺ σὺ ἀποτρέχεις ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ πατάξει σε λέων· καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ εὑρίσκει αὐτὸν λέων καὶ ἐπάταξεν αὐτόν.

Γ Βασ. 21,36             Είπε τότε προς αυτόν ο προφήτης· “επειδή δεν υπήκουσες εις την φωνήν του Κυρίου, ιδού, καθώς συ θα φεύγης από εμέ θα σε φονεύση ένας λέων καθ' οδόν”. Εφυγεν ο άνθρωπος από τον προφήτην, τον συνήντησε πράγματι ένας λέων και τον εφόνευσε.

Γ Βασ. 21,37      καὶ εὑρίσκει ἄνθρωπον ἄλλον καὶ εἶπε· πάταξόν με δή· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος πατάξας καὶ συνέτριψε.

Γ Βασ. 21,37             Ο προφήτης ευρήκεν ένα άλλον άνθρωπον και του είπε· “κτύπησέ με σε παρακαλώ”. Εκείνος δε τον εκτύπησε και του άνοιξε πληγήν εις την κεφαλήν.

Γ Βασ. 21,38      καὶ ἐπορεύθη ὁ προφήτης καὶ ἔστη τῷ βασιλεῖ Ἰσραὴλ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ καὶ κατεδήσατο ἐν τελαμῶνι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,38             Αυτός ο προφήτης μετέβη και εστάθη καθ' οδόν ενώπιον του βασιλέως του Ισραηλιτικού λαού, έχων δεμένους τους οφθαλμούς του με κάποιαν ζώνην.

Γ Βασ. 21,39      καὶ ἐγένετο ὡς παρεπορεύετο ὁ βασιλεύς, καὶ οὗτος ἐβόα πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν· ὁ δοῦλός σου ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν στρατιὰν τοῦ πολέμου, καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἰσήγαγε πρός με ἄνδρα καὶ εἶπε πρός με· φύλαξον τοῦτον τὸν ἄνδρα, ἐὰν δὲ ἐκπηδῶν ἐκπηδήσῃ, καὶ ἔσται ἡ ψυχή σου ἀντὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, ἢ τάλαντον ἀργυρίου στήσεις·

Γ Βασ. 21,39             Ενώ ο βασιλεύς εβάδιζε την πλησίον εκεί οδόν, ο προφήτης αυτός εβήησε προς τον βασιλέα και είπεν “εγώ ο δούλος σου έλαβα μέρος εις την εκστρατείαν του τελευταίου τούτου πολέμου. Και ιδού ένας ανήρ με ωδήγησε προς άλλον αιχμάλωτον άνδρα και μου είπε· Φυλαξε αυτόν τον άνδρα ασφαλώς. Εάν δε αυτός δραπετεύση, θα πληρώσης την ζωήν του με την ιδικήν σου ζωήν η θα πληρώσης ως πρόστιμον ένα τάλαντον αργυρίου.

Γ Βασ. 21,40      καὶ ἐγενήθη περιεβλέψατο ὁ δοῦλός σου ὧδε καὶ ὧδε, καὶ οὗτος οὐκ ἦν. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ· ἰδοὺ καὶ τὰ ἔνεδρα παρ᾿ ἐμοὶ ἐφόνευσας.

Γ Βασ. 21,40            Ενώ δε εγώ ο δούλος σου παρατηρούσα εδώ και εκεί, είδα αίφνης ότι ο αιχμάλωτος δεν υπήρχεν εις την θέσιν του”. Είπε τότε προς αυτόν ο βασιλεύς του Ισραήλ· “θα τιμωρηθής, διότι συ υπήρξες αιτία να φονευθούν οι άνδρες της ενέδρας, που είχα στήσει εναντίον των εχθρών”.

Γ Βασ. 21,41      καὶ ἔσπευσε καὶ ἀφεῖλε τὸν τελαμῶνα ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπέγνω αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ, ὅτι ἐκ τῶν προφητῶν οὗτος.

Γ Βασ. 21,41             Ο προφήτης αφήρεσεν αμέσως την ταινίαν από τα μάτια του, ο δε βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, αντελήφθη ότι αυτός ήτο ένας από τους προφήτας.

Γ Βασ. 21,42      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· διότι ἐξήνεγκας σὺ ἄνδρα ὀλέθριον ἐκ τῆς χειρός σου, καὶ ἔσται ἡ ψυχή σου ἀντὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ ὁ λαός σου ἀντὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,42            Είπε δε προς αυτόν ο προφήτης· “αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή συ αφήκες ελεύθερον από τα χέρια σου άνδρα αμαρτωλόν και επικίνδυνον, θα τιμωρηθής συ αντ' αυτού και ο λαός σου αντί του λαού του”.

Γ Βασ. 21,43      καὶ ἀπῆλθεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ συγκεχυμένος καὶ ἐκλελυμένος καὶ ἔρχεται εἰς Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 21,43             Ο βασιλεύς του Ισραήλ, όταν ήκουσεν αυτά, ανεχώρησε ταραγμένος και παραλυμένος από την λύπην και ήλθεν εις την Σαμάρειαν.

 

 

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ 22

 

Γ Βασ. 22,1        Καὶ ἐκάθισε τὰ τρία ἔτη, καὶ οὐκ ἦν πόλεμος ἀνὰ μέσον Συρίας καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,1               Ο Αχαάβ έμεινε τρία έτη εκεί και δεν συνέβη πόλεμος μεταξύ της Συρίας και του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 22,2        καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ τρίτῳ καὶ κατέβη Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,2              Κατά το τρίτον όμως έτος ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, ήλθε προς τον βασιλέα του Ισραήλ.

Γ Βασ. 22,3        καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ· εἰ οἴδατε ὅτι ἡμῖν Ῥεμμὰθ Γαλαάδ, καὶ ἡμεῖς σιωπῶμεν λαβεῖν αὐτὴν ἐκ χειρὸς βασιλέως Συρίας;

Γ Βασ. 22,3              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε προς τους ανθρώπούς του· “γνωρίζετε, ότι εις ημάς ανήκει η πόλις Ρεμμάθ της περιοχής Γαλαάδ. Και όμως σιωπώμεν και δεν κάμνομεν τίποτε, δια να την ανακτήσωμεν από τα χέρια του βασιλέως της Συρίας”.

Γ Βασ. 22,4        καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· ἀναβήσῃ μεθ᾿ ἡμῶν εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον;

Γ Βασ. 22,4              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε τότε προς τον Ιωσαφάτ· “θα έλθης και συ μαζή μας να πολεμήσης εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ της περιοχής Γαλαάδ;”

Γ Βασ. 22,5        καὶ εἶπεν Ἰωσαφάτ· καθὼς ἐγὼ καὶ σὺ οὕτως, καθὼς ὁ λαός μου ὁ λαός σου, καθὼς οἱ ἵπποι μου οἱ ἵπποι σου. καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ· ἐπερωτήσατε δὴ σήμερον τὸν Κύριον.

Γ Βασ. 22,5              Ο Ιωσαφάτ απήντησεν· “όπως είσαι συ, είμαι και εγώ. Οπως είναι ο λαός σου, είναι και ο λαός μου. Οπως είναι το ιππικόν μου, είναι και το ιδικόν σου ιππικόν”. Ο βασιλεύς του Ιούδα, ο Ιωσαφάτ, είπεν ακόμη προς τον βασιλέα του Ισραήλ· “ερωτήσατε σήμερον, παρακαλώ, επί του θέματος αυτού τον Κυριον”.

Γ Βασ. 22,6        καὶ συνήθροισεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πάντας τοὺς προφήτας, ὡς τετρακοσίους ἄνδρας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς· εἰ πορευθῶ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπον· ἀνάβαινε, καὶ διδοὺς δώσει Κύριος εἰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 22,6              Ο βασιλεύς του Ισραήλ συνήθροισεν όλους τους ψευδοπροφήτας, περίπου τετρακοσίους άνδρας, και είπεν εις αυτούς· “να εκστρατεύσω εναντίον της Ρεμμάθ, της περιοχής Γαλαάδ, η να αποφύγω τον πόλεμον;” Εκείνοι του είπαν· “πήγαινε, διότι ο Κυριος θα παραδώση ασφαλώς και βεβαίως την πόλιν εις τα χέρια σου του βασιλέως”.

Γ Βασ. 22,7        καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ· οὐκ ἔστιν ὧδε προφήτης τοῦ Κυρίου καὶ ἐπερωτήσομεν τὸν Κύριον δι᾿ αὐτοῦ;

Γ Βασ. 22,7              Ο Ιωσαφάτ όμως ηρώτησε τον βασιλέα του Ισραήλ· “δεν υπάρχει εδώ ένας αληθινός προφήτης του Κυρίου, δια να ερωτήσωμεν δια μέσου αυτού τον Κυριον;”

Γ Βασ. 22,8        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· εἷς ἐστιν ἀνὴρ εἰς τὸ ἐπερωτῆσαι δι᾿ αὐτοῦ τὸν Κύριον, καὶ ἐγὼ μεμίσηκα αὐτόν, ὅτι οὐ λαλεῖ περὶ ἐμοῦ καλά, ἀλλ᾿ ἢ κακά, Μιχαίας υἱὸς Ἰεμβλαά. καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα· μὴ λεγέτω ὁ βασιλεὺς οὕτως.

Γ Βασ. 22,8              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε προς τον Ιωσαφάτ· “υπάρχει ένας ανήρ, να ερωτήσωμεν δια μέσου αυτού τον Κυριον. Αλλά εγώ έχω μισήσει αυτόν, διότι δεν ομιλεί καλά περί εμού, αλλά πάντοτε δυσάρεστα. Αυτός είναι ο Μιχαίας, ο υιός του Ιεμβλαά”. Ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του Ιούδα, απήντησε· “ας μη λέγη τέτοια λόγια ο βασιλεύς του Ισραήλ εναντίον του Μιχαία”.

Γ Βασ. 22,9        καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ εὐνοῦχον ἕνα καὶ εἶπε· τὸ τάχος Μιχαίαν υἱὸν Ἰεμβλαά.

Γ Βασ. 22,9              Ο βασιλεύς του Ισραήλ εκάλεσεν ένα δούλον του, ευνούχον, και του είπε· “προσκάλεσε ταχέως τον Μιχαίαν, τον υιόν του Ιεμβλαά”.

Γ Βασ. 22,10      καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα ἐκάθηντο ἀνὴρ ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ ἔνοπλοι ἐν ταῖς πύλαις Σαμαρείας, καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον ἐνώπιον αὐτῶν.

Γ Βασ. 22,10            Ο Αχαάβ, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού και ο Ιωσαφάτ ο βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, εκάθηντο ο καθένας στον θρόνον του, εις τας πύλας του τείχους της πόλεως της Σαμαρείας, φορούντες τας βασιλικάς των στολάς. Ενώπιον δε αυτών ήσαν οι ψευδοπροφήται, οι οποίοι επροφήτευαν.

Γ Βασ. 22,11      καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ Σεδεκίας υἱὸς Χανανὰ κέρατα σιδηρᾶ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἐν τούτοις κερατιεῖς τὴν Συρίαν, ἕως συντελεσθῇ.

Γ Βασ. 22,11             Ο Σεδεκίας, υιός του Χανανά, αρχηγός των ψευδοπροφητών, κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του σιδηρά κέρατα και είπε προς τον Αχαάβ· “με αυτά θα πολεμήσης τους Συρους, μέχρις ότου τους εξολοθρεύσης».

Γ Βασ. 22,12      καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον οὕτως λέγοντες· ἀνάβαινε εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαάδ, καὶ εὐοδώσει καὶ δώσει Κύριος εἰς χεῖράς σου καὶ τὸν βασιλέα Συρίας.

Γ Βασ. 22,12            Και όλοι οι ψευδοπροφήται τα ίδια έλεγον· “Εκστράτευσε εναντίον της Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, ο δε Κυριος θα κατευοδώση την εκστρατείαν σου και θα παραδώση εις τα χέρια σου τον βασιλέα της Συρίας”.

Γ Βασ. 22,13      καὶ ὁ ἄγγελος ὁ πορευθεὶς καλέσαι τὸν Μιχαίαν ἐλάλησεν αὐτῷ λέγων· ἰδοὺ δὴ λαλοῦσι πάντες οἱ προφῆται ἐν στόματι ἑνὶ καλὰ περὶ τοῦ βασιλέως· γίνου δὴ καὶ σὺ εἰς τοὺς λόγους σου κατὰ τοὺς λόγους ἑνὸς τούτων καὶ λάλησον καλά.

Γ Βασ. 22,13             Εν τω μεταξύ ο αγγελιαφόρος, ο οποίος είχε μεταβή, δια να καλέση τον Μιχαίαν, ωμίλησε προς αυτόν και είπεν· “ιδού ότι όλοι οι προφήται με ένα στόμα λέγουν ευχάριστα δια τον βασιλέα. Γινε, λοιπόν, και συ ως προς τα λόγια ωσάν ένας από αυτούς και ειπέ ευχάριστα πράγματα προς τον βασιλέα”.

Γ Βασ. 22,14      καὶ εἶπε Μιχαίας· ζῇ Κύριος, ὅτι ἃ ἐὰν εἴπῃ Κύριος πρός με, ταῦτα λαλήσω.

Γ Βασ. 22,14            Ο Μιχαίας απήντησεν· “ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν, ότι εγώ θα ομιλήσω εκείνα, τα οποία ο Κυριος θα μου αποκαλύψη”.

Γ Βασ. 22,15      καὶ ἦλθε πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· Μιχαία, εἰ ἀναβῶ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον, ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπεν· ἀνάβαινε, καὶ εὐοδώσει Κύριος εἰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 22,15             Ο Μιχαίας παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως· του είπε δε ο Αχαάβ ο βασιλεύς· “Μιχαία, τι λέγεις; Να εκστρατεύσω εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ εις Γαλαάδ η να ματαιώσω τον πόλεμον;” Ο Μιχαίας ειρωνικώς ομιλών του είπε· “ναι, εκστράτευσε και ο Κυριος θα δώση αίσιον πέρας εις την εκστρατείαν και θα παραδώση εις τα χέρια σου τον βασιλέα” !

Γ Βασ. 22,16      καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· ποσάκις ἐγὼ ὁρκίζω σε ὅπως λαλήσῃς πρός με ἀλήθειαν ἐν ὀνόματι Κυρίου;

Γ Βασ. 22,16            Ο βασιλεύς Αχαάβ είπε τότε προς αυτόν· “πόσες και πόσες φορές εγώ σε εξώρκισα να είπης προς εμέ την αλήθειαν εν ονόματι του Κυρίου;”

Γ Βασ. 22,17      καὶ εἶπε Μιχαίας· οὐχ οὕτως. ἑώρακα πάντα τὸν Ἰσραὴλ διεσπαρμένον ἐν τοῖς ὄρεσιν ὡς ποίμνιον, ᾧ οὐκ ἔστι ποιμήν, καὶ εἶπε Κύριος· οὐ κύριος τούτοις Θεός; ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ ἀναστρεφέτω.

Γ Βασ. 22,17             Ο Μιχαίας απήντησε· “δεν θα πράξης, όπως σου λέγουν οι ψευδοπροφήται. Δεν θα μεταβής εις πόλεμον. Βλέπω τον ισραηλιτικόν λαόν διασκορπισμένον εις τα όρη ωσάν τα πρόβατα, δια τα οποία δεν υπάρχει ποιμήν. Ο Κυριος λέγει στους διασκορπισμένους αυτούς· Δεν υπάρχει, λοιπόν, Κυριος και Θεός εις αυτούς; Ας επιστρέψη κάθε Ισραηλίτης ειρηνικά στο σπίτι του”.

Γ Βασ. 22,18      καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα· οὐκ εἶπα πρός σε ὅτι οὐ προφητεύει οὗτός μοι καλά, διότι ἀλλ᾿ ἢ κακά;

Γ Βασ. 22,18            Ο βασιλεύς του Ισραήλ είπε τότε προς τον Ιωσαφάτ τον βασιλέα του Ιούδα· “δεν σου είπα, ότι αυτός ο προφήτης δεν αναγγέλλει ποτέ ευχάριστα δι' εμέ, αλλά μόνον δυσάρεστα και κακά;”

Γ Βασ. 22,19      καὶ εἶπε Μιχαίας· οὐχ οὕτως, οὐκ ἐγώ, ἄκουε ῥῆμα Κυρίου, οὐχ οὕτως· εἶδον Θεὸν Ἰσραὴλ καθήμενον ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ, καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ τοῦ οὐρανοῦ εἱστήκει περὶ αὐτὸν ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καὶ ἐξ εὐωνύμων.

Γ Βασ. 22,19            Ο Μιχαίας είπε· “δεν είναι έτσι. Δεν ομιλώ εγώ, αλλά ο Κυριος. Ακουσε τον λόγον του Κυρίου. Δεν είναι τα πράγματα, όπως συ νομίζεις. Εγώ είδα τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού να κάθεται επάνω στον θρόνον του και γύρω από αυτόν εκ δεξιών και εξ αριστερών υπήρχεν όλος ο αγγελικός στρατός του ουρανού.

Γ Βασ. 22,20      καὶ εἶπε Κύριος· τίς ἀπατήσει τὸν Ἀχαὰβ βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ ἀναβήσεται καὶ πεσεῖται ἐν Ῥεμμὰθ Γαλαάδ; καὶ εἶπεν οὗτος οὕτως καὶ οὗτος οὕτως.

Γ Βασ. 22,20            Είπεν ο Κυριος· Ποιός θα εξαπατήση τον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού, τον Αχαάβ, και θα τον παρακινήση να εκστρατεύση εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, δια να φονευθή εκεί; Αλλος μεν έλεγεν άλλα, και άλλος έλεγε διαφορετικά.

Γ Βασ. 22,21      καὶ ἐξῆλθε πνεῦμα καὶ ἔστη ἐνώπιον Κυρίου καὶ εἶπεν· ἐγὼ ἀπατήσω αὐτόν.

Γ Βασ. 22,21            Εξήλθεν ένα πνεύμα, εστάθηκε ενώπιον του Κυρίου και είπε· εγώ θα εξαπατήσω αυτόν.

Γ Βασ. 22,22      καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Κύριος· ἐν τίνι; καὶ εἶπεν· ἐξελεύσομαι καὶ ἔσομαι πνεῦμα ψευδὲς εἰς τὸ στόμα πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ. καὶ εἶπεν· ἀπατήσεις καί γε δυνήσῃ, ἔξελθε καὶ ποίησον οὕτως.

Γ Βασ. 22,22            Ο Κυριος ηρώτησε το πνεύμα· με τι τρόπον θα εξαπατήσης αυτόν; Και το πνεύμα απήντησε· θα φύγω από εδώ και θα γίνω πνεύμα ψεύδους προφητείας στο στόμα όλων των ψευδοπροφητών. Και ο Θεός είπεν· πράγματι έτσι θα κατορθώσης να τον εξαπατήσης. Φυγε από εδώ και κάμε όπως είπες.

Γ Βασ. 22,23      καὶ νῦν ἰδοὺ ἔδωκε Κύριος πνεῦμα ψευδὲς ἐν στόματι πάντων τῶν προφητῶν σου τούτων, καὶ Κύριος ἐλάλησεν ἐπὶ σὲ κακά.

Γ Βασ. 22,23            Και ιδού ότι τώρα έδωσεν ο Κυριος πνεύμα ψευδούς προφητείας στο στόμα όλων αυτών των ψευδοπροφητών σου. Ο Κυριος προανήγγειλεν όλας τας συμφοράς, που θα επιπέσουν εις σέ”.

Γ Βασ. 22,24      καὶ προσῆλθε Σεδεκίας υἱὸς Χανανὰ καὶ ἐπάταξε τὸν Μιχαίαν ἐπὶ τὴν σιαγόνα καὶ εἶπε· ποῖον πνεῦμα Κυρίου τὸ λαλῆσαν ἐν σοί;

Γ Βασ. 22,24            Ο Σεδεκίας, ο υιός του Χανανά, επλησίασε γεμάτος αγανάκτησιν τον Μιχαίαν, εκτύπησεν αυτόν στο πρόσωπον και του είπε· “ποιό είναι αυτό το πνεύμα του Κυρίου, το οποίον απεκάλυψεν εις σε αυτά;”

Γ Βασ. 22,25      καὶ εἶπε Μιχαίας· ἰδοὺ σὺ ὄψῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅταν εἰσέλθῃς ταμιεῖον τοῦ ταμιείου τοῦ κρυβῆναι ἐκεῖ.

Γ Βασ. 22,25            Και ο Μιχαίας του απήντησεν· “ιδού, θα ιδής και θα καταλάβης κατά την ημέραν εκείνην, ποιό είναι αυτό το πνεύμα, όταν τρομαγμένος θα εισέλθης στο πλέον απόκρυφον μέρος του εσωτερικού σου δωματίου, δια να κρυβής εκεί”.

Γ Βασ. 22,26      καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ· λάβετε τὸν Μιχαίαν καὶ ἀποστρέψατε αὐτὸν πρὸς Σεμὴρ τὸν βασιλέα τῆς πόλεως· καὶ τῷ Ἰωὰς υἱῷ τοῦ βασιλέως

Γ Βασ. 22,26            Με αγανάκτησιν ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού διέταξε “συλλάβετε τον Μιχαίαν και φέρετε αυτόν προς τον Σεμήρ, τον άρχοντα της πόλεως. Εις δε τον υιόν του άρχοντος τον Ιωάς

Γ Βασ. 22,27      εἰπὸν θέσθαι τοῦτον ἐν φυλακῇ καὶ ἐσθίειν αὐτὸν ἄρτον θλίψεως καὶ ὕδωρ θλίψεως ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι με ἐν εἰρήνῃ.

Γ Βασ. 22,27            είπατε να τον θέση εις την φυλακήν και να του δίδη ολίγον ψωμί να τρώγη και ολίγον νερό, μέχρις ότου επανέλθω εγώ νικητής και ειρηνικός από τον πόλεμον”.

Γ Βασ. 22,28      καὶ εἶπε Μιχαίας· ἐὰν ἐπιστρέφων ἐπιστρέψῃς ἐν εἰρήνῃ, οὐ λελάληκε Κύριος ἐν ἐμοί.

Γ Βασ. 22,28            Είπε τότε ο Μιχαίας· “εάν συ επιστρέψης από τον πόλεμον νικητής, τότε δεν θα είναι ο Κυριος, ο οποίος ωμίλησεν εις εμέ”.

Γ Βασ. 22,29      καὶ ἀνέβη βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαάδ.

Γ Βασ. 22,29            Ο βασιλεύς του Ισραήλ εξεστράτευσεν εναντίον της Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, μαζή δε με αυτόν και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα.

Γ Βασ. 22,30      καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα· συγκαλύψομαι καὶ εἰσελεύσομαι εἰς τὸν πόλεμον, καὶ σὺ ἔνδυσαι τὸν ἱματισμόν μου· καὶ συνεκαλύψατο βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον.

Γ Βασ. 22,30            Είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ προς τον Ιωσαφάτ τον βασιλέα του Ιούδα· “εγώ θα μεταμφιεσθώ και θα λάβω μέρος άγνωστος στον πόλεμον. Συ όμως φόρεσε την ιδικήν μου βασιλικήν στολήν”. Πράγματι ο βασιλεύς Αχαάβ ήλλαξε την βασιλικήν του στολήν με άλλην και έλαβε μέρος στον πόλεμον.

Γ Βασ. 22,31      καὶ βασιλεὺς Συρίας ἐνετείλατο τοῖς ἄρχουσι τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ τριάκοντα καὶ δυσὶ λέγων· μὴ πολεμεῖτε μικρὸν καὶ μέγαν, ἀλλ᾿ ἢ τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ μονώτατον.

Γ Βασ. 22,31             Ο βασιλεύς της Συρίας διέταξε τους τριανταδύο άρχοντας των πολεμικών αρμάτων του και είπε· “μη συνάψετε μάχην εναντίον μικρών η μεγάλων εχθρών, αλλά μόνον εναντίον του βασιλέως των Ισραηλιτών”.

Γ Βασ. 22,32      καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων τὸν Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα, καὶ αὐτοὶ εἶπαν· φαίνεται βασιλεὺς Ἰσραὴλ οὗτος· καὶ ἐκύκλωσαν αὐτὸν πολεμῆσαι, καὶ ἀνέκραξεν Ἰωσαφάτ.

Γ Βασ. 22,32            Οταν οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων είδον τον Ιωσαφάτ, τον βασιλέα του Ιούδα, είπαν αναμεταξύ των· “έκαμε την εμφάνισίν του ο βασιλεύς των Ισραηλιτών· αυτός είναι. Τον περιεκύκλωσαν, δια να τον καταπολεμήσουν και τον φονεύσουν. Ο Ιωσαφάτ τότε εφώναξεν.

Γ Βασ. 22,33      καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων ὅτι οὐκ ἔστι βασιλεὺς Ἰσραὴλ οὗτος, καὶ ἀνέστρεψαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,33            Οταν είδαν οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, ότι αυτός δεν είναι ο βασιλεύς των Ισραηλιτών, απεμακρύνθησαν από αυτόν.

Γ Βασ. 22,34      καὶ ἐπέτεινεν εἷς τὸ τόξον εὐστόχως καὶ ἐπάταξε τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ ἀνὰ μέσον τοῦ πνεύμονος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θώρακος. καὶ εἶπε τῷ ἡνιόχῳ αὐτοῦ· ἐπίστρεψον τὰς χεῖράς σου καὶ ἐξάγαγέ με ἐκ τοῦ πολέμου, ὅτι τέτρωμαι.

Γ Βασ. 22,34            Ενας όμως από αυτούς ετέντωσε το τόξον του και επέτυχε να κτυπήση τον βασιλέα των Ισραηλιτών, τον Αχαάβ, ανάμεσα στον πνεύμονα και τον θώρακα. Εκείνος δε είπεν στον ηνίοχόν του· “στρέψε τα ηνία του άρματός σου με τα χέρια σου και βγάλε με από το πεδίον της μάχης, διότι έχω πληγωθή”.

Γ Βασ. 22,35      καὶ ἐτροπώθη ὁ πόλεμος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ὁ βασιλεὺς ἦν ἑστηκὼς ἐπὶ τοῦ ἅρματος ἐξεναντίας Συρίας ἀπὸ πρωΐ ἕως ἑσπέρας καὶ ἐπέχυνε τὸ αἷμα ἀπὸ τῆς πληγῆς εἰς τὸν κόλπον τοῦ ἅρματος· καὶ ἀπέθανεν ἑσπέρας, καὶ ἐξεπορεύετο τὸ αἷμα τῆς τροπῆς ἕως τοῦ κόλπου τοῦ ἅρματος.

Γ Βασ. 22,35            Η μάχη εκράτησεν όλην την ημέραν εκείνην, ο δε βασιλεύς Αχαάβ εστέκετο όρθιος επί του πολεμικού του άρματος απέναντι των Συρων, το δε αίμα της πληγής του έτρεχεν εντός του άρματος. Κατά την εσπέραν όμως απέθανε. Το αίμα δε της πληγής του εξηκολούθει να ρέη και μετά τον θάνατόν του εντός του άρματος.

Γ Βασ. 22,36      καὶ ἔστη ὁ στρατοκήρυξ δύοντος τοῦ ἡλίου λέγων· ἕκαστος εἰς τὴν ἑαυτοῦ πόλιν καὶ εἰς τὴν ἑαυτοῦ γῆν,

Γ Βασ. 22,36            Οταν ο ήλιος έδυε, εστάθη ο κήρυξ του στρατού όρθιος και εφώναξε· “ο καθένας ας επιστρέψη εις την πόλιν του και εις την χώραν του,

Γ Βασ. 22,37      ὅτι τέθνηκεν ὁ βασιλεύς. καὶ ἦλθον εἰς Σαμάρειαν καὶ ἔθαψαν τὸν βασιλέα ἐν Σαμαρείᾳ.

Γ Βασ. 22,37            διότι ο βασιλεύς απέθανε”. Ηλθον τότε εις την Σαμάρειαν οι ακόλουθοι του βασιλέως και έθαψαν τον νεκρόν βασιλέα εις την Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 22,38      καὶ ἀπένιψαν τὸ αἷμα ἐπὶ τὴν κρήνην Σαμαρείας, καὶ ἐξέλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα, καὶ αἱ πόρναι ἐλούσαντο ἐν τῷ αἵματι κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησε.

Γ Βασ. 22,38            Εις την πηγήν της Σαμαρείας έπλυναν το άρμα από το αίμα του βασιλέως. Εκεί δε οι χοίροι και τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα και αι πόρναι ελούσθησαν με το ύδωρ της κρήνης, όπου υπήρχεν ακόμη το αίμα του Αχαάβ, και έτσι εξεπληρώθη ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είχεν ειπεί εναντίον του Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,39      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἀχαὰβ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησε, καὶ οἶκον ἐλεφάντινον, ὃν ᾠκοδόμησε, καὶ πάσας τὰς πόλεις, ἃς ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γέγραπται ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 22,39            Τα υπόλοιπα από τα έργα του Αχαάβ, τα οποία αυτός έκαμε, και ο ελεφάντινος οίκος τον οποίον ανοικοδόμησε, και όλαι αι πόλεις τας οποίας έκτισε και ωχύρωσε, δεν είναι όλα αυτά γραμμένα στο βιβλίον των έργων και των λόγων των βασιλέων του Ισραηλιτικού λαού;

Γ Βασ. 22,40      καὶ ἐκοιμήθη Ἀχαὰβ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσεν Ὀχοζίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,40            Ο Αχαάβ εκοιμήθη με τους πατέρας αυτού. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού ο υιός του, ο Οχοζίας.

Γ Βασ. 22,41      Καὶ Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀσὰ ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰούδαν· ἐν ἔτει τετάρτῳ τοῦ Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ ἐβασίλευσεν Ἰωσαφάτ.

Γ Βασ. 22,41            Ο Ιωσαφάτ ο υιός του Ασά εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα. Αυτός ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον κατά το τέταρτον έτος του βασιλέως του Ισραήλ Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,42      υἱὸς τριάκοντα καὶ πέντε ἐτῶν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτόν, καὶ εἴκοσι καὶ πέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀζουβὰ θυγάτηρ Σαλαΐ.

Γ Βασ. 22,42            Ητο τριάκοντα πέντε ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον και εβασίλευσεν επί είκοσι πέντε έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Αζουβά, ήτο δε θυγάτηρ του Σαλαΐ.

Γ Βασ. 22,43      καὶ ἐπορεύθη ἐν πάσῃ ὁδῷ Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· οὐκ ἐξέκλινεν ἀπ᾿ αὐτῆς τοῦ ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου·

Γ Βασ. 22,43            Ο Ιωσαφάτ επορεύθη κατά πάντα τον δρόμον του ευσεβούς πατρός του, του Ασά. Δεν παρεξέκλινεν από τον δρόμον του Κυρίου και έπραττε πάντοτε το ορθόν ενώπιον των οφθαλμών του Θεού.

Γ Βασ. 22,44      πλὴν τῶν ὑψηλῶν οὐκ ἐξῇρεν, ἔτι ὁ λαὸς ἐθυσίαζε καὶ ἐθυμίων ἐν τοῖς ὑψηλοῖς.

Γ Βασ. 22,44            Τους υψηλούς όμως ειδωλικούς τόπους δεν επέτυχε να τους καταστρέψη, ο δε λαός εξακολουθούσε να θυσιάζη και να προσφέρη θυμίαμα στους υψηλούς αυτούς τόπους.

Γ Βασ. 22,45      καὶ εἰρήνευσεν Ἰωσαφὰτ μετὰ βασιλέως Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,45            Ο Ιωσαφάτ είχε συνάψει ειρήνην με τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, τον Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,46      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωσαφὰτ καὶ αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, ὅσα ἐποίησεν οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν βασιλέων Ἰούδα;

Γ Βασ. 22,46            Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσαφάτ και τα κατορθώματά του, όσα έπραξεν, ιδού, δεν είναι αυτά γραμμένα στο βιβλίον των έργων και των λόγων των βασιλέων του Ιούδα;

Γ Βασ. 22 ,47     [Καὶ περισσὸν τοῦ ἐνδιηλλαγμένου, ὃ ὑπελείφθη ἐν ἡμέραις Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐπέλεξεν ἀπὸ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 22,47            Ο Ιωσαφάτ εξηφάνισεν από την χώραν του τα υπολείμματα της διαφθοράς, τα οποία είχον απομείνει από τας ημέρας του πατρός του Ασά.

Γ Βασ. 22,48      καὶ βασιλεὺς οὐκ ἦν ἐν Ἐδὲμ ἐστηλωμένος. καὶ ὁ βασιλεὺς

Γ Βασ. 22,48            Βασιλεύς δε μόνιμος και σταθερός δεν υπήρχεν τότε εις την Ιδουμαίαν.

Γ Βασ. 22,49      Ἰωσαφὰτ ἐποίησε νῆας εἰς Θαρσὶς τοῦ πορευθῆναι Ὠφέρδε εἰς χρυσίον, καὶ οὐκ ἐπορεύθησαν, ὅτι συνετρίβησαν νῆες ἐν Ἀσεὼν Γαβέρ.

Γ Βασ. 22,49            Ο Ιωσαφάτ εναυπήγησε πλοία εις Θαρσίς, δια να πλεύσουν εις Ωφέρδε, όπου υπήρχε χρυσίον. Τα πλοία όμως δεν έφθασαν στον σκοπόν των, διότι συνετρίβησαν εις Ασεών Γαβέρ.

Γ Βασ. 22,50      τότε εἶπε Ὀχοζίας υἱὸς Ἀχαὰβ πρὸς Ἰωσαφάτ· πορευθήτωσαν δοῦλοί μου μετὰ τῶν δούλων σου ταῖς ναυσί· καὶ οὐκ ἠθέλησεν Ἰωσαφάτ.]

Γ Βασ. 22,50            Είπε τότε ο Οχοζίας, ο υιός του Αχαάβ, προς τον Ιωσαφάτ· “ας υπηρετήσουν οι άνδρες μου μαζή με τους ιδικούς σου άνδρας εις τα πλοία”. Ο Ιωσαφάτ όμως δεν εδέχθη αυτήν την πρότασιν.

Γ Βασ. 22,51      καὶ ἐκοιμήθη Ἰωσαφὰτ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη παρὰ τοῖς πατράσιν αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,51             Ο Ιωσαφάτ εκοιμήθη και ανεπαύθη με τους πατέρας αυτού και ετάφη κοντά στους προγονικούς τάφους εις την πόλιν Δαυίδ, του προπάτορός του. Εγινε δε αντ' αυτού βασιλεύς ο υιός του, ο Ιωράμ.

Γ Βασ. 22,52      Καὶ Ὀχοζίας υἱὸς Ἀχαὰβ ἐβασίλευεν ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ ἐν ἔτει ἑπτακαιδεκάτῳ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα· καὶ ἐβασίλευσεν ἐν Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ δύο ἔτη.

Γ Βασ. 22,52            Ο δε Οχοζίας, ο υιός του Αχαάβ, εβασίλευσεν επί του Ισραηλιτικού λαού με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν κατά το δέκατον έβδομον έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ, βασιλέως του Ιούδα. Αυτός εβασίλευσεν επί του Ισραηλιτικού βασιλείου με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν επί δύο έτη.

Γ Βασ. 22,53      καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ Ἀχαὰβ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ὁδῷ Ἰεζάβελ τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις οἴκου Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,53            Αυτός όμως εξέκλινεν προς την ειδωλολατρείαν, διέπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου και εβάδισε τον δρόμον του πατρός του του Αχαάβ και της μητρός του της Ιεζάβελ. Εζησε την αμαρτωλήν ζωήν της οικογενείας Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, ο οποίος παρεκίνησε και εξώθησε τους Ισραηλίτας εις την ασέβειαν.

Γ Βασ. 22,54      καὶ ἐδούλευσε τοῖς Βααλὶμ καὶ προσεκύνησεν αὐτοῖς καὶ παρώργισε τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ, κατὰ πάντα τὰ γενόμενα ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,54            Αυτός εδούλευσε και ελάτρευσε τα διάφορα είδωλα του Βααλ, προσεκύνησεν αυτά, όπως όλοι οι ασεβείς προκάτοχοί του, και εξώργισεν εναντίον του Κυριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού.